Friday, November 16, 2018

Όταν σου πῇ ὁ για­­τρός νήστεψε, τότε μετράς και τὶς μπουκιὲς σου, ὅ­ταν στό πεί όμως ἡ Ἐκκλησία γελᾷς και ξεκαρδίζεσαι στα γέλια...

Ιερουσαλήμ !

Κατεβαίνοντας στην Αγία Γεσθημανή όπου βρίσκεται ο Ιερότατος Τάφος της Παναγίας μας, το τρίτο κατά σειρά σπουδαιότητας Ορθόδοξο προσκύνημα.

Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου εορτάζεται σάν ἕνα μικρὸ Πάσχα, τὸ λεγόμενο Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ.

Κι ὅπως πρὸ τοῦ Πάσχα ἡ Αγία μας Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει νηστεία, ἔτσι καὶ τὴν περίοδο αὐτή, πρὸ τῆς Κοιμήσεως, ἔχει ὁρίσει νηστεία.
Οἱ Χριστιανοί, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς, πρέπει νὰ νηστέψουν ὅλοι, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά. Νηστεία λοιπὸν αὐτὲς τὶς δεκαπέν­­τε μέρες, καὶ μάλιστα αὐστηρά. Μόνο Σάββα­­το καὶ Κυριακὴ ἐπιτρέπεται τὸ λάδι καὶ στὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τὸ ψάρι· τὶς ἄλλες μέρες αὐστηρὰ νηστεία.
Όμως, νηστεύουν σήμερα οἱ Χριστιανοί; Ἐλάχιστοι δυστυχῶς.

Ἦταν ἄλλοτε ἐποχὴ ποὺ ὅ­λοι νήστευαν. Ἰδίως στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀ­σία, στὴ Μακεδονία, στὰ εὐλογημένα αὐτὰ μέ­ρη, οἱ Χριστιανοὶ τηροῦσαν τὴ νηστεία αὐ­τὴ ὅ­πως τὴ Μεγάλη Σαρακοστή.

Τώρα οὔτε ἡ νηστεία αὐτὴ τηρεῖται, οὔτε ἡ Τετάρτη καὶ Πα­ρασκευή, οὔτε καὶ ἡ Μεγάλη Παρασκευή. Μερι­κοὶ ακόμη καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ σουβλάκια τρῶνε.
Καὶ εἶνε ἁμαρτία αὐτό; θὰ πῇ κάποιος. Πῶς δὲν εἶνε;

Τὸ ἕνα δὲν εἶνε ἁμαρτία, τὸ ἄλλο δὲν εἶνε ἁμαρτία· ποιό λοιπὸν εἶνε ἁμαρτία;

++++++++++++++++++++++++++++

Ἡ νηστεία εἶνε ἐντολὴ τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας από τα χρόνια των Αγίων Αποστόλων, καὶ πρέπει οἱ Χριστιανοὶ νὰ ὑπακούουν καὶ νὰ τὴν τηροῦν.

Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶνε στὰ Νοσοκομεῖα καὶ ἄλλους ἀσθενεῖς καὶ ἀδυνάτους, ὅλοι οἱ ἄλλοι πρέπει νὰ νηστεύουν.
Δὲν νηστεύουν λοιπόν; ἀθετοῦν τὴν ἐντολὴ αὐτή; Τί θὰ γίνῃ;

Θά ᾽ρθῃ μέρα ―κ᾽ εἶ­νε κον­τά―, ποὺ θὰ πέσῃ πεῖνα. Πεῖνα μεγάλη, ὅπως τὸ ᾽41-᾽42-᾽43. Ἐμεῖς οἱ πιὸ μεγάλοι, ποὺ γε­ρά­σαμε, θυμούμεθα μὲ φρίκη ἐ­κεῖνες τὶς μέρες. Θά ᾽ρθῃ πάλι πεῖνα· θὰ ποῦμε τὸ ψω­μὶ ψωμάκι.

Ὄχι πλέον μπύρες καὶ οὖζα καὶ κρασιὰ καὶ ἀ­σωτίες, ἀλλὰ καὶ τὸ νεράκι θὰ μᾶς λείψῃ καὶ θὰ τρέχουμε στὰ βουνὰ νὰ το βροῦμε.

Μήπως δὲν ὑ­πάρχουν καὶ σή­μερα χῶρες ὅπου μοιράζεται νε­ρὸ μὲ τὸ δελτίο καὶ πεθαίνουν παιδιὰ σὰν τὶς μῦ­γες; Ἐμᾶς μᾶς τά ᾽χει ἀκόμα ὁ Θεὸς ὅλα πλού­σια· ἐν τούτοις δὲν θέλουμε οὔτε Δεκαπεν­ταύγουστο οὔτε ἄλλες μέρες νὰ νηστέψουμε. Γι᾽ αὐτὸ θὰ μᾶς ἔρθῃ τιμωρία.

Οἱ πολλοὶ δὲν ἀκοῦνε τὴν Ἐκκλησία νὰ νηστέψουν. Νηστεύουν ὅμως – πότε; ὅταν πᾶνε στὸ γιατρὸ κ᾽ ἐκεῖνος τοὺς ἐπιβάλλῃ αὐστη­ρὴ δίαιτα. Τί εἶνε αὐτὴ ἡ αὐστηρὴ δίαιτα; Μιὰ νηστεία εἶνε. Τότε καὶ τὸ ἁλάτι ἀκόμη κόβουν.

Έ, κόσμε ψεύτη! πέρα ἀπ᾽ τὸ κορμὶ καί τὸ τομάρι σου δὲ σὲ νοιάζει τίποτ᾽ ἄλλο. Ἅμα σοῦ τὸ πῇ ὁ για­­τρός, τότε μετρᾷς καὶ τὶς μπουκιὲς τὸ ψωμί· ὅ­ταν σοῦ λέῃ ἡ Ἐκκλησία «νήστεψε», εσύ γελᾷς και ξεκαρδίζεσαι στα γέλια...
Βλέπετε λοιπόν; στὸ γιατρὸ ὑπακοῦμε, στὴν Ἐκκλησία ὄχι· σὲ ἀνθρώπους ὑπακοῦμε, στὸ Χριστὸ δὲν ὑπακοῦμε. Μὰ γι᾽ αὐ­τὸ εἶνε ἁμαρτία· διότι εἶνε μιὰ ἀνυπακοὴ στὸ Χριστό.

* * *
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ νηστεία τὶς ἡμέρες αὐτὲς χτυποῦν οἱ καμπάνες μὲ τὴ δύσι τοῦ ἥλιου καὶ καλοῦν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ πᾶνε ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Τί νὰ κάνουν; Παράκλησι, νὰ ψάλουν τὸν παρακλητικὸ κανόνα, νὰ τιμήσουν καὶ μ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν Παναγία.

Κάθε βράδυ στὶς Παρακλήσεις ἂς σκεφτοῦ­με ὅλοι σοβαρά. Ἰδιαιτέρως οἱ γυναῖκες ἂς φέρουν ἐμ­πρός τους τὴ μορφὴ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἂς προσπαθήσουν νὰ ζήσουν κι αὐτὲς σύμφωνα μὲ τὸ παράδει­γμά της.
Ἡ Παναγία μας εἶνε παραπάνω κι ἀπὸ Αποστόλους κι ἀπὸ μάρτυρες κι ἀπὸ Αγγέλους κι ἀπὸ Αρχαγγέ­λους, παραπάνω ἀπ᾽ ὅλους. Γι᾽ αὐ­τὸ σ᾽ ἐκείνην στρέφονται οἱ καρδιές. Δύο μορ­φὲς θυμᾶται καθένας μας· τὴ μάνα του, καὶ πα­ραπάνω ἀπὸ τὴ μάνα του τὴ Μάνα τοῦ Χριστοῦ καὶ μάνα ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ τὴν ἐπικαλεῖται.
«Παναγιά μου» φωνάζει ὁ ἄρρωστος, ποὺ βογγάει στὸ κρεβάτι κ᾽ οἱ γιατροὶ τὸν ἔχουν ἀ­­πελπίσει. «Παναγιά μου» φωνάζει ὁ ναύτης, ποὺ ναυαγεῖ στὸ πελάγος καὶ παλεύει μὲ τὰ ἄγρια κύματα.

«Παναγιά μου» φωνάζει τὸ ὀρ­φανό, ποὺ ἔμεινε ἔρημο στὸν κόσμο ἀπὸ γονεῖς. «Πανα­γιά μου» φωνάζει ἡ χήρα, ποὺ δὲν ἔχει τὸ βράδυ ψωμὶ γιὰ τὰ μικρά της. «Παναγιά μου» φωνάζει ὁ στρατιώτης, ποὺ φρουρεῖ τὴν πατρί­δα στὰ σύνορα. «Παναγία μας» φώναζαν οἱ πρό­γονοί μας ὅταν τοὺς πολιορκοῦσαν οἱ ἐχθροί.
Θὰ σᾶς πῶ μόνο ἕνα θαῦμα ἀπὸ τὰ πολλά. Ἔγινε τὸν καιρὸ τῆς ἐπαναστάσεως στὴ Σάμο.

Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν βάλει στὸ μάτι τὸ νησὶ καὶ ἤ­θελαν νὰ τὸ πάρουν. Πῆγαν ἐκεῖ μὲ τὴν ἀρμάδα τους, 200 – 300 καράβια γε­μᾶτα πάνοπλους στρατιῶτες. Οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ νησιοῦ ἀγωνίζονταν μὲ πέντε παλιοκάρα­βα, ἀλ­λὰ τὰ πληρώματά τους ἦταν γενναῖες ψυ­χές. Οἱ Σαμιῶτες βρέ­θηκαν σὲ μεγάλο κίνδυ­νο. Τί νὰ κάνουν;

Χτύπησαν τὶς καμπάνες, κήρυξαν γενικὴ νηστεία κ᾽ ἔ­πεσαν σὲ προσ­ευχή· ἔψαλ­λαν ὅλη νύχτα. Γυναῖκες ἄντρες παι­διά, ὅλοι τρεῖς μέρες νη­στικοί, παρακαλοῦ­σαν τὴν Παν­αγιά. Καὶ ἐνῷ οἱ Τοῦρκοι ἦταν βέβαιοι ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ ὅτι θὰ πάρουν τὸ νησί, ἐν τέλει δὲν τὸ πῆραν.

Στὶς 5 Αὐγούστου τὰ πλοῖα τους ὑ­πέστη­σαν κα­ταστροφή από κακοκαιρία· ἡ ἀρμάδα ἀναγ­κάστηκε νὰ φύγῃ. Καὶ τὸ πρωὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως ὅλη ἡ Σάμος στὸ πόδι δοξολογοῦσε τὸ Θεό. Στὴ σημαία καὶ στὴ μεγάλη σφραγῖδα τους ἔ­γραψαν «Ἡ Παν­αγία ἔσωσε τὴ Σάμο», καὶ ἔκ­τοτε τὸ νησὶ τιμᾷ τὴν ἡμέρα αὐτή.

Δὲν εἶνε λοιπὸν ψέμα· μεγάλη ἡ χάρις τῆς Παναγίας! Σ᾽ αὐτὴν στηρί­ζουμε τὶς ἐλπίδες μας καὶ τῆς ὀφείλουμε κάθε τιμή.

* * *
Ἀλλ᾽ ἐρωτῶ, ἀγαπητοί· τιμᾶται σήμερα ἡ Παναγία;
Ἦρθε δυστυχῶς καὶ στὴν πατρίδα μας τὸ κατηραμένο φροῦτο ποὺ λέγεται αἵρεσις τῶν Χιλιαστῶν. Αὐτοὶ βλαστημοῦν τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, καταπατοῦν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἀσεβοῦν στὸ πρόσωπο τῆς Παναγί­ας.
Τί νὰ ποῦμε ὅμως καὶ γιὰ ὡρισμένους λεγο­μένους χριστιανούς; εἶνε χειρότεροι ἀπ᾽ τοὺς χιλιαστάς. Ἐκεῖνοι καῖνε τὶς εἰκόνες· αὐτοί, οἱ λεγόμενοι «ὀρθόδοξοι», μικροὶ – μεγάλοι βλα­στημοῦν τὴν Παναγία.

Καὶ στὸ στρατὸ καὶ στὰ σχολεῖα καὶ στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖ­ες καὶ στὰ χωράφια καὶ στὰ λιμάνια, παν­τοῦ, ἀ­κοῦς νὰ βρίζουν τὸ ὄνομά της. Καὶ κανείς δὲν ἐνοχλεῖ­ται!

Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰ­τωλὸς ἔλεγε· Νὰ ὑ­βρίσῃς τὸν πατέρα καὶ τὴ μάνα ποὺ μὲ γέννησαν, σὲ συγχωρῶ· νὰ ὑβρίσῃς τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγιά μου, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ.
Ἂς τὰ προσέξουμε αὐτά. Τὴν ἁγία αὐτὴ περίοδο ἂς προσπαθήσουμε νὰ καταπολεμήσου­με τὴ βλαστήμια. Νὰ νηστέψουμε μέχρι τὴν ἡ­μέρα τῆς Κοιμήσεως. Νὰ προσευχηθοῦμε στὶς παρακλήσεις. Νὰ συγχωρήσουμε καὶ νὰ συγχωρηθοῦμε. Νὰ Εξομολογηθοῦμε με ειλικρίνεια τὰ ἁμαρτήματά μας.

Και έτσι, καθαροὶ «ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος» (Β΄ Κορ. 7,1), ( και εφ΄ όσον μας έχει επιτρέψει ο Πνευματικός μας, τότε μόνον) νὰ προσ­έλθουμε τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς νὰ κοινωνήσουμε τὰ ἄχραντα μυστήρια. Ἔτσι θὰ τιμήσουμε πρεπόντως τὴν Παναγία.
Πηγαίνετε στὰ σπίτια σας, κάντε προσευ­χὴ καὶ παρακαλέστε τὸ Θεό. Εἴμαστε σὲ ἄσχη­μα χρόνια. Ἀνοῖξτε τὴν Ἀποκάλυψι στὸ 14ο κεφά­λαιο, νὰ δῆτε τί γρά­φει.

Τρόμος καὶ φόβος. Θὰ ᾽ρθῇ, λέει, μεγάλη συμφορά. Θὰ στείλῃ ὁ Θε­ὸς ἀγ­γέλους. Κι ὅπως στ᾽ ἀμπέλια τρυγοῦν τὰ στα­φύλια, ἔτσι τὸ κοφτερὸ δρεπάνι του θὰ κόψῃ τοὺς ἀνθρώπους. Θὰ τοὺς βάλῃ μέσα στὸ πατητήρι τῆς ὀργῆς του καὶ θὰ τοὺς πατήσῃ. Καὶ θὰ βγῇ τόσο αἷμα, ποὺ θὰ γίνῃ ποτάμι· θὰ κολυμποῦν τὰ ἄλογα, ἡ στάθμη τοῦ αἵματος θὰ φτάσῃ ὣς επάνω στὰ χαλινάρια των ίππων (βλ. Ἀπ. 14,14-20).

Θυμηθείτε το !

Έρχεται μεγάλη ὀργή (βλ. Ἐφ. 5,6. Κολ. 3,6).

Θὰ δοκιμά­σῃ ὁ Θεὸς τὸν κόσμο. Θὰ περάσουμε ἀπὸ κόσκινο. Μεγάλες συμφορὲς περιμένουν τὴν ἀν­θρωπότητα. Στὴν Κίνα εἶνε ἄθεοι. Δὲν ἔχου­με ἐμεῖς ἀνάγκη ἀπὸ τὸ Θεό, ἔλεγαν. Καὶ μιὰ νύχτα, μιὰ πόλις ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἔξω ἀπ᾽ τὴν πρωτεύουσά τους τὸ Πεκῖνο, ἰσοπεδώθη­κε ἀπὸ σεισμό. Δὲν ἔμεινε τίποτα ὄρθιο.

Ὅ,τι ἔγινε στὴν Κίνα καὶ ὅ,τι θεομηνίες γίνονται ἀλλοῦ, θὰ πάθουμε κ᾽ ἐμεῖς. Ἂν δὲν μετανο­ήσουμε, κι αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ πατᾶμε θὰ γίνουν φίδια νὰ μᾶς φᾶνε.
«Ὅσοι πιστοί», ἄντρες – γυναῖκες, νὰ μείνουμε κοντὰ στὸ Θεό. Προσευχηθῆτε τὶς ἅ­γιες αὐτὲς ἡμέρες, νηστέψετε, παρακαλέστε τὸ Θεὸ νὰ σκεπάσῃ τὸν τόπο μας ἀπὸ φοβε­ρὴ καταστροφή.

Καὶ ὅλοι, κλῆρος καὶ λαός, μι­κροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλων τῶν κομμάτων καὶ τῶν ἀποχρώσεων, νὰ ἐπιστρέψουμε στὸ Θεὸ καὶ νὰ τὸν λατρεύουμε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ· ἀμήν.

† Επίσκοπος Αὐγουστῖνος

Saturday, November 10, 2018

Όλους τους αγαπώ και προσεύχομαι ( Άγιος Πορφύριος )

Ναι, για όλους προσεύχομαι, και γι’ αυτούς που φεύγουν χωρίς να με δουν. Για όλους γενικά. Για μερικούς όμως και ονομαστικά.

– Δεν κουράζεσθε με τόσο κόσμο; Πώς αντέχετε;

– Τους αγαπώ. Θέλω όλους να τους βοηθήσω, αλλά δεν μπορώ και στενοχωρούμαι. Μιλάω συνέχεια όλη την ημέρα, ξηραίνεται η γλώσσα μου. Από τις 4, τις 5 το πρωί μιλάω. Να, σήμερα με πήρε τηλέφωνο στις 5 το πρωί ένα Ηγούμενος από το Άγιον Όρος, μετά ένας Δεσπότης από την Κρήτη.

Προχθές τα μεσάνυχτα με πήρε τηλέφωνο ένας πατέρας από ένα νησί στον Ειρηνικό Ωκεανό. Καταλαβαίνεις; Ενώ εγώ είμαι εδώ, ήμουν με το πνεύμα μου κι εκεί. Μου είπε για τα κορίτσια του. Τον συμβούλεψα για ένα του κορίτσι. Χάρηκε ο άνθρωπος. Του είπα να με ξαναπάρει.

Όταν κουραστώ, σκεπάζω το πρόσωπό μου και τους αφήνω μόνο να μου φιλούν το χέρι. Και έρχονται, ξέρεις, από μακριά, από την Αλεξάνδρεια προχθές, από το Κιάτο, απ’ όλα τα μέρη Ελλάδος κι άλλοτε από το εξωτερικό.

Άνθρωποι με σοβαρά προβλήματα. Τί να κάνω, προσπαθώ. Όμως δεν μπορώ να μιλώ πάντα. Στενοχωριούνται, φεύγουν λέγοντας λόγια.

Ο Γέροντας από τον «Παράκλητο» μού λέει να τους δέχομαι όλους. Να λέω λίγα στον καθένα ή τουλάχιστον να παίρνουν ευχή.

Ξέρεις, τον πολύ κόσμο δεν μπορεί κανείς να τον ικανοποιήσει. Έτσι, μπορεί μερικοί να με φωνάζουν σήμερα Άγιο και αύριο μπορεί να με γράψουν οι δημοσιογράφοι, ότι δεν ικανοποίησα τον κόσμο ότι είμαι λαοπλάνος.

[Αγάπιου Μοναχού, Η θεϊκή φλόγα που άναψε στην καρδιά μου ο Γέρων Πορφύριος, Αθήναι 2000, σελ. 72π.]

Monday, November 5, 2018

Θα ακολουθήσουν τον Αντίχριστο εκείνοι που έχουν πίστη μόνο με το μυαλό τους. ( Άγιος Γαβριήλ ο δια Χριστόν σαλός )

Η μισή κόλαση είναι στη γη. 
Ο Αντίχριστος στέκεται στην πόρτα και προσπαθεί να μπει..
 
''Να το θυμάσαι: Θα ακολουθήσουν τον Αντίχριστο εκείνοι που έχουν πίστη μόνο με το μυαλό τους. Όμως όποιος πιστεύει με την καρδιά του θα τον υποψιαστεί. Θα τον γνωρίσει.
Στις έσχατες μέρες θα κυκλοφορούν οι γυναίκες στους δρόμους γυμνές και δεν θα νοιώθουν ντροπή. 
Οι Χριστιανές θα είναι ντυμένες σεμνά. Απ' αυτό θα τις αναγνωρίζουν και θα τις διώκουν..

Άγιος Γαβριήλ ο δια Χριστόν σαλός 1929 -1995
https://proskynitis.blogspot.com

Saturday, October 27, 2018

Τα πνευματικά δάκρυα ( Κάλλιστου Ware )

"Τα πνευματικά δάκρυα, όπως δείχνει το όνομά τους, είναι δώρο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, και όχι απλώς αποτέλεσμα των δικών μας προσπαθειών, και συνδέονται στενά με την προσευχή μας.Τα πνευματικά δάκρυα μας οδηγούν στην καινούρια ζωή της Ανάστασης.

Τα πνευματικά δάκρυα, σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων, ανήκουν σε δύο κύριους τύπους.

Στο κατώτερο επίπεδο είναι πικρά στο υψηλότερο επίπεδο, είναι γλυκά. Στο κατώτερο επίπεδο αποτελούν μια μορφή εξαγνισμού. Στο ανώτερο είναι δάκρυα φωτισμού. Στο κατώτερο επίπεδο εκφράζουν συντριβή, λύπη για την αμαρτία, θλίψη για τον χωρισμό μας από τον Θεό - είναι δάκρυα του Αδάμ που θρηνεί έξω από τις πύλες του Παραδείσου. Στο ανώτερο επίπεδο εκφράζουν τη χαρά για την αγάπη του Θεού, την ευχαριστία για την αποκατάστασή μας στην υιοθεσία του Θεού που δεν αξίζουμε.

Παράδειγμα του κατώτερου επιπέδου είναι ο άσωτος υιός που βρίσκεται στην εξορία και θρηνεί για την χαμένη του πατρίδα παράδειγμα του ανώτερου επιπέδου είναι το κλάμα του ασώτου για τη χαρά της γιορτής στο σπίτι του πατέρα του. Στο κατώτερο επίπεδο είναι σαν «το αίμα που τρέχει από τις πληγές της ψυχής μας», όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Στο ανώτερο επίπεδο, δηλώνουν τις κεκαθαρμένες αισθήσεις και διαμορφώνουν μιαν όψη της καθολικής μεταμόρφωσης του ανθρώπινου προσώπου από την θεούσα Χάρη. "
Λυπούμενοι, αεί δε και χαίροντες.

(Από την ΕΝΤΟΣ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ του Κάλλιστου Ware)

Monday, October 22, 2018

Η Ελλάδα έχασε τον δρόμο της, αλλά μας αγαπά ο Θεός καί περιμένει την μετάνοιά μας



Ο Γέροντας Παΐσιος, αγαπούσε την Πατρίδα καί έλεγε: «Καί η Πατρίδα είναι μια μεγάλη οικογένεια». Δεν επεδίωκε το εθνικό μεγαλείο, την δόξα καί την ισχύ με την κοσμική έννοια, αλλά την ειρήνη, την πνευματική άνοδο και την ηθική ζωή των πολιτών, για να μας βοηθά και ο Θεός. Ούτε επιζητούσε την ασφάλεια για να απολαμβάνουν οι άνθρωποι τις ανέσεις τους.
Σέ κάποιον Έλληνα θερμό πατριώτη που ζούσε στην Αμερική καί προσπαθούσε να προβάλλει την Ελλάδα, συνέστησε ν’ αγωνισθεί για να αγιάσει καί υστέρα να προβάλλει σωστά καί πνευματικά και την Ελλάδα… 




Στά θέματα της Πατρίδος δεν ήθελε οι Χριστιανοί να είναι αδιάφοροι. Πολύ λυπόταν που έβλεπε πνευματικούς ανθρώπους να επιζητούν να βολευθούν οι ίδιοι και να μην ενδιαφέρονται για την Πατρίδα. Έλεγε: «Σέ μια εποχή που ο σατανάς οργιάζει καί οι άνθρωποί του οργανώνονται, οι Έλληνες βρίσκονται σε νάρκη. Τον εαυτό του μόνο κοιτάζει να βολέψει ο καθένας καί τίποτε περισσότερο. Καί ότι να τους κάνεις, όσο κι αν τους κουνήσεις, με τίποτε δεν ξυπνούν». Ο καημός του καί η απορία του ήταν πώς οι υπεύθυνοι δεν αντιλαμβάνονται που οδηγούμαστε. Ο ίδιος από παλαιά διέβλεπε την σημερινή κατάσταση καί ανησυχούσε, αλλά δεν διέσπειρε τις ανησυχίες του στον κόσμο. Έδινε ελπίδα καί αισιοδοξία. Έλεγε: «Από το κακό που επικρατεί σήμερα, θα βγει μεγάλο καλό…» 

Πονούσε για την πνευματική κατάπτωση των πολιτών. Έλεγε: «Η Ελλάδα έχασε τον δρόμο της. Η αμαρτία καί η ασωτία βασιλεύουν στους ανθρώπους, αλλά μας αγαπά ο Θεός καί περιμένει την μετάνοιά μας». Μιλούσε αυστηρά γι’ αυτούς που ψήφιζαν αντιχριστιανικούς νόμους. Λυπήθηκε για την αλλαγή της γλώσσας και είπε: «Η επόμενη γενεά θα φέρει Γερμανούς να μας μάθουν την γλώσσα μας, καί τα παιδιά μας θα μας φτύνουν»… 

Ο Γέροντας ήταν άνθρωπος της ειρήνης καί της ενότητος. Δεν άνηκε σε κανένα κόμμα. Ήταν υπεράνω κομμάτων. Απέρριπτε άθεα πολιτικά κόμματα καί πολιτικούς για την αθεΐα τους καί την πολεμική τους προς την Εκκλησία. Έλεγε: «Τί να το κάνω το δεξί ή το αριστερό χέρι, αν δεν κάνει σταυρό;», απορρίπτοντας έτσι τους άθεους πολιτικούς ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση… Ιδιαίτερα μιλούσε εναντίον της μασονίας. Στο Σινά τον επισκέφθηκε κάποιος από την Ελληνική Παροικία του Καΐρου συνοδευόμενος από Σιναΐτη ιερομόναχο. Ενώ συνομιλούσαν φιλικά, ο συνομιλητής ανέφερε ότι είναι μασόνος. Τότε απότομα ο ήρεμος Γέροντας εξανέστη και του είπε με αγανάκτηση: «Α, να χαθείς» καί αμέσως τον εγκατέλειψε και έφυγε. Ήθελε να δείξει με την συμπεριφορά του τον αποτροπιασμό του προς την μασονική ιδιότητα. 

Άλλος μασόνος τον επεσκέπτετο καί παρουσιαζόταν σαν γνωστός καί φίλος του. Όταν ο Γέροντας πληροφορήθηκε -καί αφού διασταύρωσε την πληροφορία ότι είναι μασόνος-, τον έλεγξε καί διέκοψε κάθε σχέση μαζί του…
Γενικώς συμβούλευε όλους να έχουν σεβασμό καί αγάπη προς την Πατρίδα, να ενεργούν για το κοινό καλό ευσυνείδητα καί να μην παρασύρονται από το γενικό πνεύμα της αδιαφορίας, της ισοπεδώσεως των πάντων, του βολέματος καί της καταχρήσεως. 

Κυρίως όμως ο Γέροντας βοήθησε την Πατρίδα αφανώς με την προσευχή του. Αυτό φαίνεται από το τυπικό που αναφέρθηκε, αλλά καί από το ποίημα πού έστειλε στην μητέρα του. Στό τέλος γράφει ότι γίνεται καλόγηρος για να προσεύχεται «καί για όλη την Πολιτεία». Έδινε πρώτος το παράδειγμα καί παρακινούσε, λέγοντας: «Να κάνουμε προσευχή ο Θεός να φωτίζει τους υπευθύνους που έχουν θέσεις μεγάλες στην Πολιτεία, γιατί αυτοί μπορούν να κάνουν μεγάλο καλό»… 

Κάποτε διηγήθηκε: «…Καθόμουν στο ξυλοκρέβατο στο Αρχονταρίκι καί έλεγα την ευχή. Ξαφνικά παρουσιάστηκε ο διάβολος με την μορφή του... (ανωτάτου πολιτικού προσώπου της εποχής εκείνης του οποίου απεδοκίμαζε ενέργειες καταστρεπτικές) και με απειλούσε. Αλλά δεν μπορούσε να πλησιάσει. Ήταν σαν δεμένος, κάτι τον κρατούσε και σφιγγόταν».
Το ίδιο βράδυ ο Γέροντας παρουσιάσθηκε σ’ έναν έγγαμο ιερέα στον ύπνο του. Του είπε αυστηρά: «Παπα... τι κοιμάσαι; Σήκω να κάνεις προσευχή, γιατί η Πατρίδα κινδυνεύει».
Την σωτηρία του Έθνους την περίμενε από τον Θεό. Έλεγε: «Αν ο Θεός άφηνε την τύχη του Έθνους στους πολιτικούς θα καταστρεφόμασταν. Αλλά αφήνει λίγο τα πράγματα για να φανούν οι διαθέσεις του καθενός».
Για τους πολιτικούς που έκαναν κακό στο Έθνος έλεγε: «Με αναπαυμένη συνείδηση παρακαλώ τον Θεό να τους δίνει μετάνοια και να τους παίρνει, για να μην κάνουν μεγαλύτερο κακό, και να αναστήσει Μακκαβαίους».
Πίστευε ότι ένας μοναχός μπορεί να βοηθήσει ολόκληρο το Έθνος. «Άλλον ο Θεός τον κάνει μοναχό για να βοηθήσει μια οικογένεια καί άλλον για να βοηθήσει ολόκληρο Έθνος. Το Άγιον Όρος πολλά μπορεί να προσφέρει. Μπορεί να δημιουργήσει πάλι το Βυζάντιο από το οποίο προήλθε». 

Από το βιβλίο: «Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου» του Ιερομονάχου Μωϋσή
http://agapienxristou.blogspot.com/2013/04/blog-post_9402.html

Thursday, October 18, 2018

Από την...ταβέρνα στο Μοναστήρι - Αληθινή Ιστορία


«...Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (κατά Ματθαίον δ')


Έριξε μια γρήγορη, τελευταία ματιά στο χάρτη πριν ξεκινήσει. Ασυναίσθητα κοίταξε το αγιορείτικο κομποσχοίνι που κρεμόταν στον καθρέφτη του παρμπρίζ κι έκανε τον σταυρό του.

Μόλις είχε ξεκινήσει για μία ακόμα εξόρμηση, από αυτές που ονόμαζε «χαρούμενη εργασία». Ήταν φωτογράφος και, μετά από αρκετές αναβολές, αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα από τα μεγάλα του όνειρα: Να εκδώσει ένα βιβλίο με φωτογραφίες από τα σπουδαιότερα Μοναστήρια του ιδιαίτερου τόπου καταγωγής του, την Πελοπόννησο.

Έτσι λοιπόν, εδώ και λίγες εβδομάδες είχε δώσει σάρκα και οστά στο μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο. Οι δυσκολίες μεγάλες: Πολλά έξοδα, δύσκολη αναζήτηση πληροφοριών για ξεχασμένες Ιερές Μονές, ακόμα δυσκολότερη επικοινωνία με τους μοναχούς και πρόσβαση σε αυτά τα Προσκυνήματα που, παρότι ξεχασμένα από τους ανθρώπους, έστεκαν ακλόνητα εκεί, για να δοξολογούν τον Θεό.

Ήταν, με λίγα λόγια, μια «τρέλα» το όλο εγχείρημα. «Ποιος θ' ασχοληθεί με Μοναστήρια στην εποχή μας;», του έλεγαν διάφοροι «λογικοί». «Άλλη δουλειά δεν έχεις να κάνεις μ' αυτή την κρίση, παρά να τρέχεις να βρεις τους καλόγερους;», συμπλήρωναν άλλοι. Όμως αυτός, εκεί. Είχε μια παλαβή επιμονή πως τελικά θα τα καταφέρει, παρά τις αντιξοότητες.

Έτσι σκεφτόταν και τώρα, ενώ διέσχιζε την Εθνική Οδό στο ύψος των Μεγάρων, με κατεύθυνση την Ορεινή Κορινθία. Όλες τις δυσκολίες που αναφέρθηκαν, τις είχε υπόψη του. Έλα όμως που παρουσιάστηκε και μία ακόμα, που δεν είχε υπολογίσει! Η Νηστεία της Σαρακοστής, που αποφάσισε να τηρήσει φέτος για πρώτη φορά μετά από χρόνια, «δοκιμαστικά» όπως έλεγε δίνοντας κουράγιο στον εαυτό του, μην πιστεύοντας πως τελικά θα φτάσει μέχρι το Πάσχα νηστεύοντας.

Άλλο όμως είναι να νηστεύει κανείς στο σπίτι του κι άλλο όταν ταξιδεύει. Στη δεύτερη περίπτωση, οι δυσκολίες και οι πειρασμοί είναι απείρως περισσότεροι και παραμονεύουν σε κάθε...χιλιόμετρο. Έτσι και τώρα, «οδοιπόρος» καθώς ήταν - έστω και μέσα στην άνεση του αυτοκινήτου - δεν πίστευε πως θα καταφέρει να νηστέψει και σήμερα. Το είχε δεδομένο πως, όλο και σε κάποια ταβέρνα στα χωριουδάκια της Ορεινής Κορινθίας θα γευόταν τα φρέσκα κρεατικά, τις τοπικές νοστιμιές και άλλες λιχουδιές που είχε στερηθεί - αλλοίμονο! - για 5-6 μέρες...

Άλλωστε, είχε ήδη έτοιμη την δικαιολογία: Δεν μπορείς να δουλεύεις, να κάνεις εκατοντάδες χιλιόμετρα μέσα σε μία μόνο ημέρα και να μένεις νηστικός! Δεν το χωράει ούτε η νοοτροπία της σύγχρονης εποχής αυτό, ούτε το αντέχει το στομάχι! Καλά ήταν όσο νήστεψε μέχρι τώρα, του χρόνου πάλι και βλέπουμε...

Με αυτές τις σκέψεις, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε τον Ισθμό κι άρχισε σιγά - σιγά να ανηφορίζει προς τα ορεινά του Νομού Κορινθίας. Η φύση δεν ήταν ακόμα ανοιξιάτικη, παρότι βρισκόμασταν στις αρχές Απριλίου. Ο καιρός, του προκαλούσε ιδιαίτερο εκνευρισμό, καθώς δεν επιβεβαίωνε τις μετεωρολογικές προβλέψεις για ηλιοφάνεια και πυκνά, μαύρα σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους στο βάθος, εκεί στην οροσειρά που βρισκόταν το παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου.

Μετά από αλεπάλληλες στροφές και οδήγηση σε στενούς επαρχιακούς δρόμους, έφτασε στον προορισμό του. Ήταν εκνευρισμένος, γιατί η ώρα ήταν μία παρά και στις 1 η Μονή έκλεινε. Πότε θα προλάβαινε να βγάλει φωτογραφίες;

Στα γρήγορα έτρεξε και μπήκε μέσα. Στο Καθολικό με τις παλιές τοιχογραφίες, άρχισε να φωτογραφίζει βιαστικά. Ένας μοναχός τον καλωσόρισε. Ήξερε τον σκοπό της επίσκεψής του και τον εξυπηρέτησε σε ό,τι του ζήτησε: Ιστορικά στοιχεία, αδιάκριτες ερωτήσεις και συνεχείς φωτογραφίες, δεν πείραζαν το καλοκάθαγο γεροντάκι, το αντίθετο μάλιστα.

«Ελάτε να σας πάω στον Ηγούμενο», πρότεινε στο τέλος της περιήγησης.

Ο φωτογράφος δέχτηκε. Τον ανέβασαν μέσω μιας ξύλινης σκάλας - που ένιωθες πως θα σπάσει από τα πολλά τριξίματα - στον Γέροντα της Μονής, έναν πρόσχαρο και σεβάσμιο Ιερομόναχο. Έναν λεβεντόπαπα, από αυτούς που κρατάνε ακόμα ζωντανά τα Ιερά Προσκυνήματα αυτού του τόπου, παρά την εγκατάλειψη από τους ανθρώπους, ακόμα και τους «πιστούς Χριστιανούς».

Εκείνος τον καλοδέχτηκε. Ζήτησε να μάθει για τα βιβλία του και του έδειξε μερικές εκδόσεις της Μονής. Αμέσως προσφέρθηκε λουκουμάκι και κρύο νερό, παραδοσιακό μοναστηριακό κέρασμα. Η ώρα περνούσε και το στομάχι...διαμαρτυρόταν. Με αφέλεια αλλά και θράσος, ρώτησε έναν καλόγερο «αν ξέρει καμιά ταβέρνα εδώ γύρω».

«Ναι, βέβαια», απάντησε εκείνος γελώντας. «Θα την βρείτε ευθεία στα 20 μέτρα και δεξιά, στη δεύτερη πόρτα». Μέχρι ο φίλος μας να καταλάβει τι γινόταν, τον είχε αρπάξει από το μπράτσο ο Ηγούμενος, λέγοντάς του «ελάτε να φάτε μαζί μας, είναι καλύτερα από την ταβέρνα!»

Διστακτικά ακολούθησε. «Δεν είναι κακό να τσιμπήσω κάτι για ορεκτικό πριν τα κοψίδια», σκέφτηκε ο...κολλημένος με τα παϊδάκια και τα άλλα κρεατικά «οδοιπόρος». Θα έτρωγε λοιπόν κάτι «ψιλό» εδώ και μετά...γραμμή για την ταβέρνα!

Ο Γέροντας τον οδήγησε σ' ένα μικρό δωματιάκι με ένα τραπεζάκι και 4-5 καθίσματα γύρω. Δεν θύμιζε σε τίποτα τις ωραίες τράπεζες που έβλεπε στο Άγιον Όρος. Εδώ όλα ήταν τελείως λιτά, φτωχικά θά' λεγε κανείς.

Έκαναν προσευχή και κάθησαν στο τραπέζι. Παρατήρησε πως συνολικά 5 άτομα έπρεπε να φάνε, αλλά τι; Από μια μικρή κατσαρόλα ένας Δόκιμος έβαζε κάτι λαδερό στα πιάτα, σε μικρές μερίδες. Ήταν αρακάς με λάδι - «είστε τυχερός, γιατί ήρθατε Σάββατο που γίνεται κατάλυση ελαίου», τόνισε ο Ηγούμενος - σε ποσότητες που πιθανόν να έφταναν για κάποιο παιδάκι 5 ετών, αλλά όχι για πεινασμένους ενήλικες!

Το τραπέζι είχε στρωθεί. Με έκπληξη παρατήρησε πως η δική του μερίδα ήταν τουλάχιστον η διπλάσια, μπορεί και τριπλάσια, από αυτές των μοναχών! Πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Γέροντας Γεννάδιος διαβάζοντας τη σκέψη του, τον έκοψε: «Έχετε δρόμο μπροστά σας, πρέπει να φάτε».

Το «μενού» περιελάμβανε, εκτός του αρακά, μαύρο ψωμί, άγρια χόρτα με απίστευτη πικράδα που δεν έφευγε με κανέναν τρόπο και υπολείμματα ταραμοσαλάτας που είχαν μείνει σ' ένα μικρό μπολ. Μάταια αναζήτησε ο επισκέπτης λίγο τυρί ή έστω κανονικό, άσπρο ψωμάκι, μιας και αυτό της ολικής άλεσης ήταν πικρό, περίπου όπως τα χόρτα.

Ξεκινώντας ανόρεχτα να φάει, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε μισή ώρα στο τραπέζι. Ο Γέροντας ελάχιστα είχε ακουμπήσει το φαγητό του, αφού έλεγε ιστορίες της Μονής από τα παλιά, τις οποίες διάνθιζε με συμβουλές για τη νηστεία, την εγκράτεια και την ταπείνωση.

Έτσι, όταν το γεύμα αυτό τελείωσε, οι σκέψεις της ταβέρνας και των κρεατικών είχαν απομακρυνθεί ολότελα από τον κακομαθημένο προσκυνητή. Τόση ώρα, είχε χορτάσει όχι βέβαια με τον παραβρασμένο αρακά και τις άγριες βρούβες, αλλά με τα λόγια του Γέροντα που δημιουργούσαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, ακόμα και την ώρα του φαγητού!


Ολόκληρη η διάθεσή του είχε αλλάξει. Σκέφτηκε πόσο γελοία ήταν όσα υπολόγιζε πριν για ταβέρνες και...κοψίδια. Ο παπα - Γεννάδιος, βλέποντάς τον σκεφτικό, τον προσκάλεσε για καφεδάκι στον εξώστη της Μονής, που έβλεπε στην όμορφη λιμνούλα που βρισκόταν από κάτω.

Η ώρα περνούσε και ο επισκέπτης δεν χόρταινε να ακούει τα πνευματικά θησαυρίσματα της σοφίας του Γέροντα. Έπρεπε όμως να βγάλει ακόμα μερικές φωτογραφίες και να κατέβει και στη λίμνη, όπου βρισκόταν το «Παλαιομονάστηρο», δηλαδή ένα εκκλησάκι που εγκαταλείφθηκε παλιά από τους μοναχούς προκειμένου να αναζητήσουν ασφαλέστερο καταφύγιο ψηλότερα.

Ζήτησε επιπλέον πληροφορίες, ασπάστηκε το αγιασμένο χέρι του Γέροντα και αποχαιρέτησε τους μοναχούς που τον είχαν φιλοξενήσει εγκάρδια και αβραμιαία, με την υπόσχεση κάποια στιγμή να επιστρέψει και να τους ξαναδεί.

Η διάθεσή του ήταν ευχάριστη και ούτε ο θόρυβος των δεκάδων προσκυνητών που ήρθαν εκείνη την ώρα με πούλμαν την μετέβαλε. Κατηφόρησε προς τη λίμνη, όπου διάφοροι ντόπιοι πουλούσαν τα προϊόντα τους. «Κύριε, θέλετε να δοκιμάστε την γραβιέρα μας; Ορίστε, πάρτε και το παξιμάδι μαζί, δικά μας είναι όλα!», του είπε ένας νεαρός. Εκείνος, πήρε μόνο το παξιμάδι που όντως ήταν πεντανόστιμο.

Η φωτογραφική εργασία και στο παλιό εκκλησάκι είχε ολοκληρωθεί. Ήταν αργά το μεσημέρι, όταν ο ιδιότροπος προσκυνητής - φωτογράφος αποφάσισε πως έφτασε η ώρα του γυρισμού στην Αθήνα. Μάλιστα, θα ακολουθούσε άλλη διαδρομή, λίγο πιο μακρινή, για να θαυμάσει από κοντά και μια εκκλησιά με 17 τρούλους, όπως του είχαν πει οι καλόγεροι του Αγίου Γεωργίου.

Ξεκίνησε πάλι να οδηγεί. Περνώντας από τα διάφορα ορεινά χωριουδάκια, οι μυρωδιές των φρεσκοψημένων κρεατικών του προκαλούσαν όχι πείνα, όπως θα περίμενε, αλλά ένα μειδίαμα αυτοσαρκασμού, ίσως και απογοήτευσης, για την αξία που είχε δώσει πρωτύτερα σε αυτά.

Ευτυχώς, τέλειωσε τις φωτογραφικές του περιπέτειες πριν ξεκινήσει να ψιλοβρέχει. Βρισκόταν τώρα στον δρόμο του γυρισμού, με χίλιες σκέψεις να κατακλύζουν το μυαλό του. Θυμήθηκε τη γκρίνια του, την απροθυμία να νηστεύσει, την έτοιμη δικαιολογία του «οδοιπόρου» που είχε για να κάνει κατάλυση κρέατος. Με νοσταλγία ξανάζησε, έστω νοερά, την ζεστή φιλοξενία στον Άγιο Γεώργιο και - αν είναι δυνατόν! - χάρηκε με τη σκέψη πως από το πρωί ως τώρα το βράδυ, είχε φάει μονάχα ένα πιάτο αρακά και άγρια χόρτα.

Ένιωσε μια περίεργη γαλήνη και αισθάνθηκε πληρότητα μέσα του. Όχι στο στομάχι, που ακολουθεί πάντα τους δικούς του...ρυθμούς, αλλά στην ψυχή του. Μάλλον ήταν αυτό το «Ουκ επ' άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος», που του είχε πει ο παπα - Γεννάδιος αποχαιρετώντας τον. Σοφές κουβέντες, από το στόμα του ίδιου του Χριστού...

Τόσο ευχαριστημένος ήταν, που αποφάσισε να κρατήσει τη νηστεία μέχρι το Πάσχα. Και τα κατάφερε με ευκολία! Περισσότερο δύσκολη υπόθεση ήταν η έκδοση του βιβλίου του, που όμως κι αυτή - συν Θεώ - πραγματοποιήθηκε.

Έτσι, ένα χρόνο μετά, τέτοιες ημέρες στην αρχή της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, θυμήθηκε αυτό το περιστατικό στο παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, στο Φενεό Κορινθίας. Κι αποφάσισε να γράψει δυο λόγια για το μεγάλο μάθημα που πήρε τότε...
http://agiameteora.net

Tuesday, October 9, 2018

Το Σήμερα είναι ένα δώρο


Μια ιστορία που θέλει ένα λεπτό για να την διαβάσετε και να αλλάξετε τον τρόπο σκέψης σας.

Δύο άνδρες , και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου .Του ενός άνδρα του επιτρεπόταν να σηκώνεται όρθιος στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα για να κατέβουν τα υγρά από τα πνευμόνια του .

Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου . Ο άλλος άνδρας έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του ξαπλωμένος .Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες. Μιλούσαν για τις γυναίκες και τις οικογένειές τους,τα σπίτια , τις δουλειές τους , τη συμμετοχή τους στη στρατιωτική θητεία , πού ήταν σε διακοπές.

Κάθε απόγευμα , όταν ο άνδρας στο κρεβάτι με το παράθυρο μπορούσε να σηκωθεί , περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον συγκάτοικό του όλα τα πράγματα που έβλεπε έξω από το παράθυρο.Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους μίας ώρας όπου ο κόσμος του διευρυνόταν και ζωντάνευε με όλη τη δραστηριότητα και το χρώμα από τον κόσμο εκεί έξω.

Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια όμορφη λίμνη. Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια και μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης μπορούσε να ιδωθεί στο βάθος. Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλα αυτά με θεσπέσια λεπτομέρεια , ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό. Ένα ζεστό απόγευμα , ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραψε μία παρέλαση που περνούσε…

Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική – μπορούσε να τη δει στο μάτι του μυαλού του καθώς ο κύριος δίπλα στο παράθυρο το απεικόνιζε με παραστατικές λέξεις.


Μέρες , βδομάδες και μήνες πέρασαν . Ένα πρωί , η πρωινή νοσοκόμα ήρθε να τους φέρει νερό για το μπάνιο τους και είδε το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο , ο οποίος είχε πεθάνει ειρηνικά στον ύπνο του. Ξαφνιάστηκε και κάλεσε τους θεράποντες ιατρούς να πάρουν το νεκρό σώμα .

Μόλις θεωρήθηκε πρέπον, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί δίπλα στο παράθυρο . Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή , και αφού σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο .

Σιγά, επώδυνα , στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα για να δει για πρώτη φορά του τον έξω κόσμο . Πάσχισε να γείρει να δει έξω από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι. Αντίκρισε ένα λευκό τοίχο .

Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα τι θα μπορούσε να κάνει το συχωρεμένο συγκάτοικό του να περιγράφει τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο. Η νοσοκόμα αποκρίθηκε πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο. Είπε , “ Ίσως ήθελε απλώς να σου δώσει θάρρος . “

Επίλογος : Υπάρχει τεράστια ευτυχία στο να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους , παρά τη δική μας κατάσταση. Η μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη , αλλά η ευτυχία όταν μοιράζεται, διπλασιάζεται. Αν θέλεις να νιώσεις πλούσιος , απλώς μέτρησε όλα τα πράγματα που έχεις που τα χρήματα δεν μπορούν να αγοράσουν .

Το Σήμερα είναι ένα δώρο.

https://agapienxristou.blogspot.com