Saturday, June 16, 2018

Ἡ πορεία τῆς μετάνοιας ... ( Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ )


Στην αρχή της μετάνοιας επικρατεί θλίψη, σύντομα όμως διαπιστώνουμε ότι μπαίνει μέσα μας ενέργεια νέας ζωής, που προκαλεί θαυμαστή αλλοίωση του νου. Αυτή η κίνηση προς μετάνοια εμφανίζεται ως ανεύρεση του Θεού της αγάπης. Ενώπιον του πνεύματος μας διαγράφεται ευκρινέστερα η μεγαλοπρεπής εικόνα του Πρωτοπλάστου Ανθρώπου. Ατενίζοντας αυτή την ωραιότητα ανακαλύπτουμε ποιά φοβερή διαστροφή έπαθε μέσα μας η πρωταρχική ιδέα του Δημιουργού για μας. 
Η χάρη της μετάνοιας μας αποκαλύπτει την εικόνα του Υιού του Θεού. Ω, πόσο οδυνηρή είναι η πορεία αυτή! Φλογερή ρομφαία διαπερνά την καρδιά μας . Και πώς να μιλήσουμε για τη φρίκη, που νοιώθουμε τότε; Και πώς να περιγράψουμε την πράξη αυτή της αναπλάσεώς μας από το Θεό; Η εικόνα του «Μονογενούς και ομοουσίου τω Πατρί Υιού και Λόγου» ανάβει μέσα μας δυνατό πόθο να ομοιωθούμε με Αυτόν σε όλα. Και βρισκόμαστε ξανά στη παράδοξη θέση:Πάσχουμε, αλλά με άλλο πόνο , που πριν μας ήταν άγνωστος. Είναι πόνος που μας εμπνέει, δεν σκοτώνει. Σ' αυτόν συνυπάρχει άκτιστη δύναμη. Μπαίνουμε στην θεία απειρότητα. Μένουμε εκστατικοί με όσα γεγονότα μας συμβαίνουν. Το μεγαλείο Του μας υπερβαίνει. Σμικρυνόμαστε όταν το συνειδητοποιήσουμε, συγχρόνως δε έρχεται ο Θεός να μας αγκαλιάσει, όπως ο Πατέρας της ευαγγελικής περικοπής. Ο φόβος και ο τρόμος αποχωρούν δίνοντας τη θέση τους στην παρουσία του Θεού. Ο Πατέρας, μας ντύνει με πολύτιμα ρούχα, μας στολίζει με ουράνιες δωρεές, καλύτερη των οποίων είναι η αγάπη που όλα τα σκεπάζει. Ο πρώτος πόνος της μετάνοιάς μας, μεταβάλλεται σε χαρά και γλυκύτητα αγάπης. Τώρα η αγάπη παίρνει νέα μορφή: την ευσπλαχνία σε κάθε κτίσμα που στερείται το θείο Φως.

Ο ενθουσιασμός είναι μεγάλος, και ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι αρχίζουμε να κατανοούμε το θέλημα του Θεού, βλέπουμε τους εαυτούς μας στο δρόμο της δημιουργικής πορείας του Ίδιου του Θεού. Συνεργασθήκαμε μαζί Του για την ανόρθωσή μας από την πτώση και την παραμόρφωση και να , μας κάνει συνεργάτες Του, «εις το Αυτού γεώργιον». Αυτή είναι η πορεία της «εν Πνεύματι» αναγεννήσεώς μας με την μετάνοια.
Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ 

Tuesday, June 12, 2018

"Ποιός είναι αυτός Παναγία μου" και εκείνη μου απάντησε: είναι ο Αγιος Εφραίμ.... ( θαύμα του Άγιου Εφραίμ Νέας Μάκρης )

Πριν 5 χρόνια περίπου, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, είδα ένα όνειρο τόσο "ζωντανό" που δεν πρόκειται να το ξεχάσω μέχρι να κλείσω τα μάτια μου. Εχω άλλα 3 αδέρφια αλλά στον μικρότερο έχω ιδιαίτερη αδυναμία καθ'οτι τον έχω μεγαλώσει εγώ. Να διευκρινήσω εξ' αρχής ότι το όλο θέμα της θρησκείας, εκκλησίας, αγίων κ.λπ. το έβλεπα κάπως αποστασιοποιημένα και αδιάφορα θα έλεγα.
Ετσι λοιπόν στο όνειρο αυτό βλέπω πως βρισκόμαστε (εγώ και ο αδερφός μου ο Γιώργος) σε ένα χώρο εκτός σπιτιού και ξαφνικά γίνεται ένας μεγάλος σεισμός. Σχίζεται η γη στα δύο και "καταπίνει" στην κυριολεξία τον μικρό αδερφό μου. Τον κοιτάζω και δεν μπορώ να κάνω απολύτως τίποτε. Τότε επικαλούμε την Παναγία μας και της λέω: "Παναγία μου, φέρε μου τον αδερφό μου πίσω, σε παρακαλώ", την ικετεύω. Και εκεί που χάνετε από τα μάτια μου ο αδερφός μου μέσα στην γη, εμφανίζεται μπροστά μου μια γυναικεία λευκή φιγούρα σαν σκιά (ήταν η Παναγία) και μου λέει: "Δεν θα στον φέρω εγώ τον αδερφό σου πίσω, αλλά αυτός", και απλώνοντας το χέρι της μου δείχνει έναν ψιλόλιχνο καλόγερο με μαύρη γενειάδα και σκούρα ράσα (όχι μαύρα) που κρατούσε κάτι στο χέρι του και έλαμπε αυτό το κάτι. Σάστισα και την ρώτησα: "Ποιός είναι αυτός Παναγία μου" και εκείνη μου απάντησε: είναι ο Αγιος Εφραίμ. Δεν είχα ξαναακούσει ποτέ αυτό το όνομα. Γύρισα στον Αγιο Εφραίμ και του είπα: Αγιε μου Εφραίμ, φέρε πίσω τον αδερφό μου, τον αδερφό μου και εγώ ότι μου ζητήσεις θα στο φέρω. Υπέθεσα ότι αυτό που κρατούσε στο χέρι του και έλαμπε ήταν για να μου δείξει ότι μου ζητάει κάτι χρυσό σε αντάλλαγμα και του είπα: Χρυσό θέλεις Αγιε μου, θα στο φέρω, θα στο φέρω αρκεί να μου φέρεις τον αδερφό μου πίσω. Τότε ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος και από τα έγκατα της γης εμφανίστηκε μέσα σε ένα συννεφο σκόνης, ζωντανός ο αδερφός μου ο Γιώργος, γεμάτος χώματα τα οποία τίναζε με τα χέρια του. Ηταν ζωντανός. Απότομα ξύνπνησα από αυτό ο όνειρο που ήταν εφιάλτης αλλά περιέργως δεν με τρόμαξε. Καθόλη την διάρκεια της μέρας με απασχολησε έντονα το όνειρο αυτό και ρωτώντας συναδέλφους μου στο γραφείο έμαθα για τον Αγίου Εφραιμ καθώς και την ύπαρξη μοναστηριού στην περιοχή της Νέας Μάκρης. Το συζήτησα με την οικογένεια μου η οποία μένει εκτός Αθηνών και κανονίσαμε οτι με την πρώτη επίσκεψή τους στην Αθήνα θα πάμε όλοι μαζί στο μοναστήρι αυτό. Πράγματι έτσι και έγινε. Με το που φτάσαμε στο μοναστήρι είχε τόσο κόσμο αλλά όλοι αισθανθήκαμε ένα δέος και μια ηρεμία του νου που θα μας μείνει αξέχαστη. Μόλις είδα για πρώτη φορά την εικόνα του Αγιου Εφραίμ έπαθα το πρώτο σοκ γιατί έτσι τον είχα δει στο ονειρό μου, ψιλό, αδύνατο, με σκούρο ράσο και αυτό που κρατούσε στο χέρι και έλαμπε ήταν φως. Το δεύτερο σοκ το έπαθα λίγα λεπτά αργότερα όταν μέσα στον τόσο κόσμο είδα έναν ιερέα να πλησιάζει εμένα και τον αδερφό μου τον Γιώργο και να μας ρωτά τί μας έκανε να πάμε στον Αγιο Εφραίμ. Με συγκίνηση του περιέγραψα το ονειρό μου και και τον ρώτησα τί πρέπει να δώσω στον Αγιο. Τότε ο ιερέας μου είπε: "Ο Αγιος δεν θέλει ούτε χρυσάφια, ούτε ασήμια", θέλει να τον τιμάται με την παρουσία σας. Από δω και στο εξής ο αδερφός σου έχει προστάτη τον Αγιο Εφραιμ και κοιτάζοντας τον αδερφό μου τον σταύρωσε με το λάδι του Αγιου. Του είπε κατ'ιδίαν να επικαλείτε το ονομα του Αγίου στις όποιες δυσκολίες του και αυτός θα τον προστατεύει πάντα. Από τότε πηγαίνουμε στο μοναστήρι του Αγίου Εφραίμ κάθε χρόνο και προσωπικά μετά από αυτό έχω πεισθεί ότι σίγουρα κάτι υπάρχει.........
Δήμητρα Γιαννοπούλου
Αθήνα

Tuesday, June 5, 2018

'Χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επι ενι αμαρτωλώ μετανοούντι''.

 
Καποια στιγμη στον ουρανό ζήτησε ο Θεός απο τους αγγέλους να του φέρουν τα πιο πολύτιμα πράγματα,που υπάρχουν στη γή.

Οι άγγελοι ξεκίνησαν και έψαξαν ολόκληρη τηγή.Πολλοί ομολογουμένως έφεραν πολλά ωραία και πολύτιμα πράγματα.Ξεχώρισαν όμως τρείς.

Ο ένας έφερε και απέθεσε στον θρόνο του Θεού ένα ωραιότατο μαργαριτάρι.Ήτανμια σταγόνα ιδρώτα.Είχε πέσει απο το μέτωπο κάποιου που τίμια προσπαθούσε να ζήσει την οικογένειά του.

-Ωραίο το εύρημα σου,είπε ο Θεός,αλλά υπάρχει και πιο ωραίο απο αυτό

.Ήρθε τότε δεύτερος άγγελος.Αυτός απέθεσε με σεβασμό μπροστά στον Θεό ένα κατακόκκινο ρουμπίνι.Ήταν μια σταγόνα αίματος ενος ήρωα,που είχε πέσει στο πεδίο της τιμής.Οι άγγελοι έμειναν εκστατικοί.Ασφαλώς αυτός θα κέρδιζε το βραβείο.

-Υπάρχει κάτι πιο πολύτιμο ακόμη,είπε ο Θεός. Τότε όλοι στράφηκαν προς το μέρος του τρίτου αγγέλου, που εκείνη την ώρα ερχόταν και με πολλή ευλάβεια άφησε να κυλίσει στον θρόνο του Θεού ένα ασταφτερό διαμάντι,που όμοιο μ'αυτό ποτέ δεν είχαν δεί.Ήταν ένα δάκρυ κάποιου αμαρτωλού,που γονατιστός ομολογούσε τις αμαρτίες του μπροστά στον πνευματικό.

-Αυτό είναι το πιο πολύτιμο πράγμα ,είπε τότε ο Θεός,και το βραβείο δόθηκε στον τελευταίο άγγελο.Αλήθεια,πόσο αξίζει η μετάνοια και η εξομολόγηση.

Αυτό το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος,που λέγει <χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επι ενι αμαρτωλώ μετανοούντι>.(Λουκ.ιε΄10).

Thursday, May 31, 2018

Σκεφθείτε λοιπόν τι αξία έχει να σας μνημονεύσουν στην Αγία Πρόθεση... ( Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης )



Έλεγε ο Γέροντας:
Όταν ο Ιερέας βγάζει μερίδες και μνημονεύει τα ονόματα των πιστών στην Ιερά Πρόθεση κατεβαίνει Άγγελος Κυρίου και παίρνει την μνημόνευση αυτή και την πηγαίνει και την εναποθέτει στο Θρόνο του Δεσπότου Χριστού ως προσευχή γι` αυτούς που μνημονεύθηκαν.
Σκεφθείτε λοιπόν τι αξία έχει να σας μνημονεύσουν στην Αγία Πρόθεση.
Κάποια φορά είχα ξεχάσει να μνημονεύσω στους κεκοιμημένους τη μητέρα μου, που ήταν Αγία γυναίκα.
Όταν τελείωσα την Θεία Λειτουργία, και πήγα στο κελλάκι μου, Εκεί που καθόμουν, ήλθε η ψυχή το πνεύμα της μητέρα μου και μου είπε με παράπονο.
Πάτερ Ιάκωβε δε με μνημόνευσες σήμερα.
Πως μητέρα δεν σε μνημόνευσα.
Κάθε μέρα σας μνημονεύω και μάλιστα την καλύτερη μερίδα σας βγάζω τις είπα.
Όχι παιδί μου, σήμερα με ξέχασες και η ψυχή μου δεν αναπαύεται τόσο όσο τις άλλες μέρες που με μνημονεύεις, μου απάντησε.
Σκεφθείτε τι μεγάλος κέρδος και ωφέλεια δέχεται η ψυχή όταν τη μνημονεύει ο ιερέας.
Είδα και την ψυχή του πατέρα μου, έλεγε ο Γέροντας, να κάθεται έξω από ένα απλό σπιτάκι σαν κελλάκι και του λέω.
Πατέρα μου, εσύ που ήσουν και χτίστης, δεν έχτιζες ένα μεγαλύτερο σπίτι να μένεις άνετα, αλλά κάθεσαι σε ένα τέτοιο σπιτάκι;
Τότε τι μου λέει.
Παιδί μου, εσύ με τις προσευχές σου και τις ελεημοσύνες σου μου έκτισες το σπιτάκι αυτό και το έχω και μένω.
Ένα πνευματικό του παιδί λέει στον Γέροντα. Πήγαμε στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω.
Κι ο γέροντας εντελώς φυσικά του λέει.
Παιδί μου, ο Άγιος Διονύσιος ήταν εδώ πριν λίγες ημέρες και συλλειτουργήσαμε!!
 
Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης

Thursday, May 24, 2018

Σήκωσε τον Σταυρό σου και ακολούθησε τον Χριστό... ( Άγιος Λουκάς ο Ιατρός )


Τι σημαίνει να σηκώσουμε τον σταυρό μας;
Ό Κύριος λέει ότι ό καθένας από μας πρέπει να σηκώσει τον δικό του σταυρό.
Τι σημαίνει αυτό; Ποιος είναι αυτός ό σταυρός; Για τον καθένα ό σταυρός είναι διαφορετικός και αυστηρά προσωπικός, διότι για τον καθένα ό Θεός έχει ετοιμάσει τον δικό του σταυρό.

Έχει μεγάλη σημασία να καταλάβουμε ποιος είναι ό δικός μας σταυρός, να ξέρουμε ότι έχουμε σηκώσει εκείνο ακριβώς τον σταυρό πού μας προτείνει ό Θεός. Είναι πολύ επικίνδυνο να επινοούμε σταυρούς για τον εαυτό μας. Και αυτό δυστυχώς το βλέπουμε συχνά.

Για την πλειοψηφία των ανθρώπων ο Θεός έχει ετοιμάσει τον σταυρό της ζωής μέσα στον κόσμο, τον σταυρό της οικογενειακής και της κοινωνικής ζωής.

Αλλά πολλές φορές άνθρωπος πού αποφάσισε να αρνηθεί τον εαυτό του και να ακολουθήσει στην ζωή του την οδό του Χριστού δεν πετυχαίνει τίποτα επειδή επινοεί για τον εαυτό του σταυρό πού του φαίνεται πιο σωστός. Νομίζει, παραδείγματος χάριν, ότι για να σωθεί πρέπει να γίνει μοναχός ή να πάει στην έρημο.

Αυτόν όμως το δρόμο ό Θεός τον ετοίμασε για πολύ λίγους, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν σταυρό πού οι ίδιοι ούτε καν τον θεωρούν σταυρό και όταν τον σηκώνουν δεν καταλαβαίνουν ποιο βάρος έχουν στους ώμους τους.

Ποιο σταυρό έχουν οι περισσότεροι;

Έναν σταυρό απλό, όχι τέτοιο πού σήκωσαν οι άγιοι μάρτυρες και πού σήκωναν όλη τη ζωή τους οι όσιοι πατέρες στην έρημο. Εμείς έχουμε άλλο σταυρό.

Ή ζωή μας, ή ζωή όλων των ανθρώπων, είναι θλίψη και πόνος. Και όλες αυτές οι θλίψεις στην κοινωνική και την οικογενειακή ζωή μας είναι ο σταυρός μας.

Ό αποτυχημένος γάμος, ή ανεπιτυχής επιλογή του επαγγέλματος, δεν μας προκαλούν αυτά πόνο και θλίψη; Δεν πρέπει ό άνθρωπος πού τον βρήκαν αυτές οι συμφορές να τις υπομένει; Οι σοβαρές ασθένειες, ή περιφρόνηση, ή ατιμία, ή απώλεια της περιουσίας, ή ζήλεια των συζύγων, ή συκοφαντία και όλα γενικά τα κακά πού μας κάνουν οι άνθρωποι, όλα αυτά δεν είναι ό σταυρός μας;

Ακριβώς αυτά είναι ό σταυρός μας, σταυρός για την μεγαλύτερη πλειοψηφία των ανθρώπων. Αυτές είναι οι θλίψεις πού υποφέρουν οι άνθρωποι και όλοι μας πρέπει να τις σηκώνουμε, αν και οι περισσότεροι δεν το θέλουν. Άλλα ακόμα και οι άνθρωποι πού μισούν τον Χριστό και αρνούνται να ακολουθήσουν το δρόμο του και αυτοί ακόμα σηκώνουν το δικό τους σταυρό του πόνου.

Ποια είναι ή διαφορά μεταξύ αυτών και των χριστιανών;

Ή διαφορά είναι ότι οι χριστιανοί με υπομονή σηκώνουν τον σταυρό τους και δεν γογγύζουν κατά του Θεού.

Ταπεινά με χαμηλό το βλέμμα σηκώνουν μέχρι το τέλος της ζωής τους το δικό τους σταυρό ακολουθώντας τον Κύριο Ιησού Χριστό. Το κάνουν για τον Χριστό και το Ευαγγέλιό του, το κάνουν από θερμή αγάπη προς Αυτόν, γιατί όλη την σκέψη τους είχε αιχμαλωτίσει ή διδασκαλία του Ευαγγελίου.

Για να κάνει πράξη τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, για να ακολουθήσει την οδό του Χριστού, ό άνθρωπος πρέπει ταπεινά και ακούραστα να σηκώνει τον σταυρό του, να μην τον βρίζει αλλά να τον ευλογεί. Τότε μόνο τηρεί την εντολή του Χριστού, γιατί είχε, αρνηθεί τον εαυτό του. Σήκωσε τον σταυρό του και ακολούθησε τον Χριστό, τον ακολούθησε σ’ ένα μακρινό δρόμο, σ’ ένα δρόμο για τον οποίο ό Κύριος είπε, ότι στην Βασιλεία των Ουρανών οδηγεί τεθλιμμένη οδός ή αρχή της οποίας είναι ή στενή πύλη. Και εμείς θέλουμε να είναι ή οδός της ζωής μας ευρύχωρη, χωρίς λάκκους, πέτρες, αγκάθια και λάσπη. Θέλουμε να είναι στρωμένη με λουλούδια. Και ό Κύριος μας δείχνει μία άλλη οδό, την οδό του πόνου. Αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι σ’ αυτό το δρόμο, όσο δύσκολος και να είναι, αν με όλη την καρδιά μας στραφούμε στον Χριστό, τότε ό Ίδιος με έναν θαυμαστό και ανεξήγητο τρόπο μας βοηθάει. Μας στηρίζει όταν πέφτουμε. Μας δυναμώνει και μας παρηγορεί.

Όταν ακολουθήσουμε αυτό το δρόμο, ο οποίος στην αρχή μόνο μας φαίνεται δύσκολος, όταν αισθανθούμε τη χάρη του Θεού πού μας δυναμώνει σ’ αυτή την πορεία, τότε με χαρά και ταπείνωση θα σηκώνουμε τον σταυρό μας και θα πορευόμαστε με βεβαιότητα επειδή γνωρίζουμε ότι έτσι μας ανοίγεται ή είσοδος στην Βασιλεία των Ουρανών.

Αυτό λοιπόν σημαίνει να μισήσουμε την ψυχή μας – να μισήσουμε την ακαθαρσία της, να αρνηθούμε τον παλαιό μας άνθρωπο, για να σώσουμε την αθάνατη ψυχή μας πού ό προορισμός της είναι ή κοινωνία με τον Θεό.

Αυτός πού με τέτοιο τρόπο θα χάσει την ψυχή του, θα την σώσει και θα είναι με τον Χριστό;


Να μας αξιώσει όλους ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός της αιώνιας και ένδοξης ζωής μαζί Του, με τον Πατέρα Του και όλους τους αγγέλους.

Monday, May 21, 2018

Το “αλητόπαιδο του Θεού” ( Ἅγιος Πορφύριος )

 
(στιγμιότυπα από τη ζωή του αγίου Πορφυρίου, ειδικά για μαθητές) 

Καθόταν σ΄ένα πάγκο στο αριστερό μέρος του καραβιού της γραμμής Πειραιάς-Θεσσαλονίκη-‘Άγιον Όρος. Κοίταζε το πέλαγος, τους γλάρους, τά κύματα το αγόρι με τά μπαλωμένα ρούχα.

Οι ναύτες του ζήτησαν εισιτήριο. Δέν είχε. Τον μάλωσαν. Εφτασε μεσημέρι. Στο κατάστρωμα είχαν καθίσει παρέες και έτρωγαν. Μιά κυρία πλησιάζει το χωριατόπαιδο καί του προσφέρει ένα κομμάτι ψωμί καί πάνω μαριδούλες τηγανητές. Γυρίζοντας λέει σχεδόν δυνατά:

-Τέτοια παιδιά, άλητόπαιδα, δεν πρέπει να τα κοιτάζει κανείς… αλλά τι νά κάνουμε…είμαστε καί άνθρωποι!

Το φτωχό αγόρι, όταν άκουσε την λέξη “αλητόπαιδο”, σκέφτηκε:





-Όντως αλητόπαιδο είμαι. Έγινα αλήτης της αγάπης του Θεού, είπε και χάρηκε μέσα στην ψυχούλα του.

-Χριστέ μου σώσε με, οδήγησέ με, προσευχόταν μυστικά.

Το όνομά του, Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης.

Μικρός έβοσκε τα πρόβατα στο χωριό του στην Εύβοια και τον φώναζαν Άγγελο. Άγγελο καί στό μεγάλο κατάστημα στη Χαλκίδα πού δούλευε, εφτά χρονών παιδάκι, καί ύστερα στό μπακάλικο του συγγενή του στον Πει­ραιά. Είχε πάει καί στην πρώτη Δημοτι­κού καί ήξερε νά συλλαβίζει. Διάβασε συλλαβιστά τό βίο του αγίου Ιωάννου τού Καλυβίτη, πού έπεσε στά χέρια του, καί άναψε μέσα του ή επιθυμία νά ακο­λουθήσει τήν αγγελική πολιτεία. “Εγινε μοναχός. “Οταν στά εικοσιένα του χει­ροτονήθηκε πρεσβύτερος, πήρε τό όνομα Πορφύριος.

Τό «άλητόπαιδο του Θεού» αναδείχ­θηκε σέ μιά άπό τις μεγαλύτερες όσιακές μορφές τής εποχής μας. Είναι ό Γέροντας Πορφύριος, ό διορατικός, ό στοργικός πνευματικός ό Γέροντας τοΰ πόνου καί τής αγάπης, όπως τόν ονόμασαν, πού ή Εκκλησία μας τόν κατέταξε στους αγίους της καί τιμά τή μνήμη του στίς 2 Δεκεμβρίου. Δώδεκα χρονών, οδηγημένος άπό τήν αγάπη του Χρίστου, ύστερα άπό περιπέτειες καί πισωγυρίσματα έφτασε γιά πρώτη φορά στό ‘Άγιον Όρος στα Καυσοκαλύβια. Μικρός και σχεδόν αγράμματος.

************

Ξέρεις να διαβάζεις; τόν ρώτησε ό παπα- Ίωαννίκιος.

-“Ε, λίγο ξέρω, απάντησε καί άρχισε νά διαβάζει ντροπαλά τόν πρώτο ψαλμό:

–Μα…μα…κά…κά…ρι…ρι…ος άνήρ…

-Καλά, παιδί μου, άσε νά διαβάσω έγώ, καί άλλη μέρα διαβάζεις έσύ. «Μα­κάριος άνήρ, ός ούκ έπορεύθη έν βουλή άσεβων…».

«Πρέπει νά μάθω νά διαβάζω», είπε μέσα του ό έφηβος ασκητής, «νά ξεστρίψει ή γλώσσα μου».

Έβαλε τά δυνατά του. Όταν έβρισκε λίγο χρόνο, διάβαζε. Καί τή νύχτα. Κι έμαθε τό ψαλτήρι άπ’ έξω. Αργότερα έμαθε καί τό κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο καί τό κατά Ίωάννην καί τήν επιστολή του Ιακώβου καί τους Κανόνες.



Τόν Γέροντα τόν χαρακτήριζε μεγάλη φιλομάθεια, σέ όλα, σέ όλη τή ζωή του.

«”Ηθελα όλα νά τά μαθαίνω μέχρι τό βάθος καί τό πλάτος… νά μάθω καί τίς λεπτομέρειες. Ήμουνα πολύ επιμελής», έλεγε.

Στά Καυσοκαλύβια τό εργόχειρο του ήταν τά ξυλόγλυπτα.

«Ό,τι λέγανε οι Γέροντες μου τό ξανασκεφτόμουν καί τό μάθαινα σάν μά­θημα…το βράδυ που έπεφτα να κοιμηθώ, νοερώς έλεγα το μάθημα: παίρνουμε το ξύλο, το κόβουμε, το βάζουμε στο νερό να μουσκέψει…μετά…,όλο τό εργόχειρο σκεπτόμουν μέ τό μυαλό, γιά νά μήν ξεχάσω τό παραμι­κρό», έλεγε μέ ενθουσιασμό!

**************

Αργότερα ό Γέροντας βρέθηκε «αντί γιά τήν έρημο τοΰ Άγιου Όρους, στην έρημο τής Όμόνοιας», όπως έλεγε, στην καρδιά τής Αθήνας, όπου, γιά τριαντατρία χρόνια, υπηρέτησε τους πονεμέ­νους αδελφούς, ώς εφημέριος στον άγιο Γεράσιμο τής Πολυκλινικής Αθηνών.

«Έκεί ερχόντουσαν κι έψαλλαν άνθρωποι επιστήμονες… καί ή χορωδία του Βασιλικού Θεάτρου…, ήταν όμως δύσκολο νά συμβαδίσω μέ τους ήχους. Γι’ αυτό επήγα στό Ώδείο…, μάθαινα μουσικά μέ επιμονή καί ζήλο… γιά νά διευκολύνω τους ψάλτες… νά παίρνω καλά τή βάση. Δεν ήθελα νά στενοχωρώ τή χορωδία».

*************

Ήθελε νά μάθει και αρμόνιο, αλλά δεν είχε τό Ώδείο. “Αρχισε λοιπόν πιάνο με μιά δασκάλα «αγιότατη», όπως τή χα­ρακτήριζε ό Γέροντας.

«Ήθελα όμως κι αυτή νά μήν τή στε­νοχωρώ γιά τά μαθήματα. Όταν τό βράδυ έκανα την ταπεινή μου προ­σευχή, μετά ώσπου νά κοιμηθώ έβαζα τά χέρια μου σάν σέ πιάνο καί έκανα τό μάθημα: ντό-σί-λά-σόλ-σόλ-σόλ-μί… γιά νά μή στενοχωρώ τή δασκάλα μου…».

************

Μιά Κυριακή περνούσε έξω άπ’ τό Αρχαιολογικό Μουσείο. Είχε λίγο χρόνο. Μπήκε. Πλησίασε ένα γκρουπ μπροστά στό άγαλμα του Δία πού έριχνε κεραυνό στους ανθρώπους. “Ακουγε τήν ξενά­γηση μέ ενδιαφέρον.

-Έσείς τί λέτε, παπούλη; ρώτησε τόν Γέροντα ή ξεναγός.

-Έγώ δεν ξέρω άπ’ αυτά… Μόνο έτσι όπως τό βλέπω, θαυμάζω τό έργο του καλλιτέχνη, αλλά καί τό πλάσμα του Θεού, πού τόσο τέλεια τό δημιούργησε.

Ό καλλιτέχνης πού τό έφτιαξε είχε με­γάλη αίσθηση του θείου. Βλέπετε τόν Δία; Ένώ ρίχνει τόν κεραυνό στους ανθρώπους, τό πρόσωπο του είναι γα­ λήνιο. Δέν είναι οργισμένος. Εΐναι απα­θής.

Εύχαριστήθηκε η ξεναγός με την απάντηση και όλο το γκρουπ.

-Τι μας λέει αυτό; συνέχισε ο Γέροντας. Ότι ο Θεός δεν έχει πάθος και όταν ακόμα μας τιμωρεί.

************

Ή ανάγκη γιά όσο τό δυνατόν περισ­σότερη κατανόηση καί συμπαράσταση στους άρρωστους της Πολυκλινικής καί ή φιλομάθεια πού είχε άπό μικρός γιά όλα, τόν οδήγησαν στην Ιατρική Σχολή. Παρακολούθησε γιά ενα διάστημα πα­ραδόσεις στή Σχολή καί αγόρασε βιβλία της Ιατρικής ανατομίας, φυσιολογίας κ.α, γιά νά μελετήσει.

***********



Οι μαθητές ήθελε νά ενθαρρύνονται μέ τίς έξης προτροπές:

«Παιδιά, νά είστε ξύπνιοι γιά τη μόρ­φωση, γιά τό καλό, γιά τήν αγάπη. Μόνο ή αγάπη τά κάνει όλα όμορφα καί γεμίζει ή ζωή μας καί αποκτάει νόημα. Ό κακός εαυτός θέλει τήν τεμπελιά, τήν αδιαφο­ρία. Άλλ’ αυτό κάνει άνοστη τή ζωή, χωρίς νόημα κι ομορφιά».

«Μέ τήν πίστη φεύγει τό άγχος».

«”Ας ανοίξουμε τά χέρια καί ας ριχτούμε στην αγκαλιά του Θεού».



https://antexoume.wordpress.com

Friday, May 18, 2018

Η μετάνοια μιάς τσιγγάνας


Εδώ και επτά χρόνια είμαι ιερέας στο παρεκκλήσι των φυλακών Προύνκου στο Κίσιβο (σ.σ.Δημοκρατία της Μολδαβίας). Επειδή παράλληλα υπηρετώ και στην ενορία μου κάνω εκεί ακολουθίες τις Τετάρτες και τις Παρασκευές.

Με βοηθούν κάποιοι κρατούμενοι ως εθελοντές.Ένα από τα καθήκοντά τους είναι να προετοιμάσουν τους κρατουμένους που θα συμμετάσχουν στην Ακολουθία της επομένης ημέρας δινοντάς τους να διαβάσουν είτε το Ωρολόγιο είτε κάποιο από τα βιβλία που έχουμε στην μικρή μας βιβλιοθήκη.

Θέλω όμως να σας διηγηθώ κάτι που συνέβη το φθινόπωρο του 2008.

Οι φυλακές Προύνκου.είναι οι μοναδικές φυλακές-νοσοκομείο στο οποίο βρίσκονται και άντρες και γυναίκες. Σε ένα κελί του χειρουργικού τμήματος βρισκόνταν και η Ζαμφίρα η τσιγγάνα. Όταν ένας από τους εθελοντές πήγε στο κελί για να ρωτήσει ποιός θα συμμετείχε στην ακολουθία της επομένης ημέρας η Ζαμφίρα του είπε: «Εγώ θα έρθω αλλά δεν έχω ανάγκη τα βιβλία σου». Η Ζαμφίρα ήταν περίπου 36 ετών, όμορφή και απ’όσα είχα καταλάβει ”ελαφρών ηθών”.Ήταν στην φυλακή από τα δεκαέξι της χρόνια επειδή είχε σκοτώσει το παιδί της αλλά και γιά άλλα σοβαρά παραπτώματα.

Την επομένη λοιπόν η Ζαμφίρα ήρθε στην ακολουθία στο παρεκκλήσι. Την ημέρα εκείνη διαβάσαμε τον Ικετήριο κανόνα προς τον Ιησού Χριστό,την Παράκληση της Παναγίας και τον κανόνα της Θείας Μεταλήψεως. Η Ζαμφίρα όμως στο πίσω μέρος του ναού απαντούσε σε κάθε προσευχή κοροιδευτικά και έκανε άσχημες χειρονομίες. Φυσικά ενοχλούσε και εμένα αλλά και τους άλλους κρατουμένους οι οποίοι ήταν περίπου 35, άνδρες και γυναίκες. Κανείς δεν τολμούσε να της κάνει παρατήρηση επειδή είχε ένα κάποιο ”κύρος”στον υπόκοσμο. Παρότι ήταν 36 ετών ήταν ψηλά στην ιεραρχία κάτι που όλοι οι κρατούμενοι σέβονταν απολύτως.Έδωσε ολόκληρη παράσταση και κάποιους τους διασκέδαζε με τα αστεία της. Την άφησα ήσυχη,μόνο την ρώτησα:

«Πώς σε λένε»; «Ζαμφίρα»μου απάντησε.Της είπα να ησυχάσει. «Καλά»μου απάντησε αυτή,συνέχισε όμως τα ίδια.

Μετά την ακολουθία τους εξομολόγησα όλους. Σε μια γυναίκα – η οποία ζούσε στο ίδιο κελί με την Ζαμφίρα – είπα: «Δε μπορώ να σε κοινωνήσω τώρα. Θα κάνεις τον κανόνα που θα σου δώσω και θα έρθεις σε δύο εβδομάδες να κοινωνήσεις». Μόνο η Ζαμφίρα δεν εξομολογήθηκε.

Τότε την ρώτησα: «Εσυ θα εξομολογηθείς;

-Όχι δεν θα εξομολογηθώ, γιατί αν θα εξομολογηθώ θα σου πέσουν οι τρίχες από την μύτη.(σ.σ.αργκώ των φυλακισμένων).

-Τότε γιατί ήρθες στην εκκλησία αφού ούτε εξομολογείσαι, ούτε προσεύχεσαι, ούτε ακούς την ακολουθία.Ήρθες για βόλτα;

-Όχι ήρθα για να δω πόσο όμορφος είσαι.

Σε όλα απαντούσε πολύ απότομα. Τότε είπα : «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου»

Μετά από δύο εβδομάδες έστειλα έναν εθελοντή στην γυναικα στην οποία είχα βάλει κανόνα και η οποία έμενε στο ίδιο κελί με την Ζαμφίρα, για να της θυμίσει ότι θα κοινωνήσει και να ετοιμαστεί. Πάει ο εθελοντής στο κελί και της λεει «Ο ιερέας είπε πως επειδή αύριο θα κοινωνήσετε να ετοιμαστείτε και να διαβάσετε την προσευχή προ της Θείας Μεταλήψεως» Της έδωσε ένα Ωρολόγιο και αμέσως πετάχτηκε η Ζαμφίρα,

-«Θέλω και εγώ να πάω αύριο στην εκκλησία.

-«Όχι δεν θα πας επειδή δεν κάθεσαι ήσυχη» της είπε ο εθελοντής.

-«Σε παρακαλώ, θέλω να πάω» επέμενε η Ζαμφίρα. «Δώσε μου ένα βιβλίο να διαβάσω».

Της έδωσε το Ψαλτήρι. Δεν ξέρω τι διάβασε και πόσο διάβασε αλλά την επόμενη ημέρα ήρθε και με βρήκε μια συγκρατούμενή της και μου είπε:

«Πάτερ η Ζαμφίρα δεν είναι καλά στο μυαλό της»

-«Δηλαδή,τι θέλεις να πεις»; ρώτησα εγώ.

-«Όλη νύχτα έκλαιγε. Διάβαζε και έκλαιγε. Δεν ξέρω τι διάβασε αλλά έκλαιγε πάρα πολύ.

Αφού τους εξομολόγησα όλους πήγα στην Ζαμφίρα.Ήταν γονατισμένη σε μια γωνία.Φαινόνταν κλαμμένη. Δεν έλεγε τίποτα.

-«Θέλεις να εξομολογηθείς;

-«Ναι πάτερ θα εξομολογηθώ, αλλά δεν θα εξομολογηθώ όπως όλοι οι άλλοι.

-«Πες μου πώς θέλεις».

-«Θέλω να εξομολογηθώ με δυνατή φωνή,μπροστά σε όλους.»

Και όπως στεκόμουν εγώ με το πρόσωπο προς την εικόνα του Χριστού, γύρισε προς τους άλλους κρατουμένους και άρχισε να εξομολογείται δημόσια!

Η εξομολόγηση κράτησε 45 λεπτά. Σε κάθε αμαρτία έκλαιγε, έκανε μια μετάνοια και έλεγε: «Παρακαλώ συγχωρέστε με». Αφού τελείωσε σκέφτηκα. ”Να την κοινωνήσω”; Σύμφωνα με τους κανόνες του Αγίου Βασιλείου έπρεπε να μην της επιτρέψω να κοινωνήσει για τριακόσια χρόνια με τόσο βαριές αμαρτίες που είχε κάνει.

Αυτό που κατάφερα να μάθω ήταν πως η γιαγιά της την είχε βαπτίσει όταν ήταν μικρή αλλά ποτέ δεν είχε κοινωνήσει. Συνεπώς θα ήταν η πρώτη φορά.

Δεν είχε φάει τίποτα εκείνο το πρωινό. Σκεφτόμουν τι θα έκανε ο Χριστός μετά από μια τέτοια εξομολόγηση προσευχόμενος ως εξής: «Κύριε εαν την κοινωνώ αναξίως παίρνω εγώ επάνω μου αυτήν την αμαρτία». Την κοινώνησα.Μετά την Θεία Κοινωνία έλαμπε από χαρά και έψελνε ”Αλληλούια”. Βρισκόνταν σε μια τέτοια κατάσταση χαράς που σπάνια συναντάς και σε χριστιανούς που ζουν ελευθεροί στον κόσμο.

Το βράδυ μου τηλεφώνησε ένας φύλακας: «Πάτερ,η Ζαμφίρα πέθανε»μου λέει»!

Στις 9 το βράδυ έφτασα στην φυλακή και ρώτησα μια φυλακισμένη που είχε κοινωνήσει μαζί της,τι συνέβη και μου είπε:

«Πάτερ, ήταν πολύ χαρούμενη που κοινώνησε. Από το πρωί προσευχόνταν στο Θεό, μου μιλούσε για το Θεό, για την μετάνοια, για την πίστη και την αγάπη και έκλαιγε για τις αμαρτίες της. Κατά της οκτώ το βράδυ μου λέει: «Δεν αισθάνομαι καλά,κάτι έχω».

Πήγε στο μπάνιο, πλύθηκε,έβαλε τα πιο καλά της ρούχα και είπε: «Εγώ θα πεθάνω τώρα, δώστε μου ένα κερί» (σ.σ.Σε άλλες ορθόδοξες χώρες όταν κάποιος ξεψυχάει πάντα κρατούν δίπλα του ένα αναμμένο κερί). Της έφεραν το κερί, γύρισε το κεφάλι της προς τον τοίχο και πέθανε!

Την επομένη ημέρα οι γιατροί έκαναν συμβούλιο.Έπρεπε να χειρουργηθεί για κοίλη αλλά δεν έβρισκαν μια αιτία για τον ξαφνικό θάνατό της. Εγώ πιστεύω πως ο Θεός περιμένει τον καθένα να επιστρέψει κοντά Του και όταν αυτό γίνει και είναι καθαρός τότε ο Θεός κρίνει εαν θα τον πάρει δίπλα Του.

Tuesday, May 15, 2018

Το χασμουρητό στην προσευχή είναι από τους δαίμονες! ( Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης )

Διηγείται ο Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης:

«Γνώρισα έναν άνθρωπο συνετό, που όταν κατάλαβε ότι το χασμουρητό στην προσευχή είναι από τους δαίμονες, πήρε απόφαση να μη χασμουρηθεί ποτέ πια.

Μόλις το αντιλήφθηκαν τα πονηρά δαιμόνια, σήκωσαν άγριο πόλεμο εναντίον του. Όμως κι αυτός αμυνόταν μ’ εξυπνάδα και δεν έσκυβε το κεφάλι στο θέλημά τους.

Ε, τί να σου πω! Ήταν να γελάς με τους δαίμονες… Άλλος πήγαινε κι άλλος ερχόταν, πασχίζοντας με μύριους τρόπους να κάνουν τον άνθρωπο να χασμουρηθεί. Φούσκωναν, ξεφούσκωναν, ιδρωκοπούσαν, αλλά τίποτα!

Πώς να μη γελάσεις, αλήθεια, με την αδυναμία τους; Κάθε μέρα άλλαζαν βάρδια ίσαμε τριάντα δαίμονες! Και κανείς τους δεν μπόρεσε να τον νικήσει».

Σημειώνει ο βιογράφος του: Αυτά ο δίκαιος τα παρουσίαζε σαν κατορθώματα κάποιου άλλου. Εγώ όμως υποψιάζομαι πως αφορούσαν τον ίδιο, γιατί από τότε που γύρισε στο δρόμο του Θεού, κανείς δεν τον είδε να χασμουρηθεί ποτέ, αν και πολεμήθηκε σκληρά από τα πνεύματα της πονηρίας.

Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης

Friday, May 11, 2018

Ένας Μοναχός, πολλές αμαρτίες, και ένας Άγιος


Μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Και όπως από κάθε
λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες.
Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιας πόρνης για όλη τη νύχτα.
Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. Τα χρόνια πέρναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή.
Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει. Και πώς να τον αφήσουν χωρίς ταφή
για χριστιανό; Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον
αποχαιρετήσει;
Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! Κάποιος γνώρισε σε
κάποια από αυτές το πρόσωπο μιας πόρνης, που είχε καιρό να δει στο λιμάνι… δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. Κάποιες άλλες, απλά τους θύμιζαν κάτι απόμακρο.
Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μια νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους.
Τότε η πόλη έμαθε, ότι αυτός που νόμιζαν ότι είναι το «σκάνδαλο» ήταν η αγνότητα, η άδολη αγάπη, η αυταπάρνηση, ο άνθρωπος, ο λόγος του Θεού, η προσευχή και η θέωση. Γιατί ο άνθρωπος του
Χριστού δεν κρίνεται στη διάρκεια της ζωής του, αλλά στο τέλος της. Γιατί ακόμη κι όταν ο ίδιος ζει «καθώς πρέπει», πρέπει να μαρτυρήσει, πρέπει να ζήσει την μαρτυρία και το μαρτύριο.
Τελικά ποιος είναι το σκάνδαλο, ο άλλος ή εμείς; Μήπως εγώ είμαι αυτός που θέτω στον άλλο το προσωπείο που μου ταιριάζει να τον βλέπω; Μήπως γιατί φοβάμαι μην αποκαλυφθεί το δικό μου προσωπείο;
Και τελικά τι κάνουμε με το σκάνδαλο, ποιος το κουβαλά, ποιος θα «σώσει» το σκάνδαλο; Το ερώτημα είναι ουσιαστικό, γιατί το σκάνδαλο του άλλου έχει μια θεμελιακή λειτουργία: Γεμίζει τα δικά μας κενά, τα
κενά του εγωισμού μας. Είναι εύκολο να κατηγορήσουμε, είναι εύκολο να γκρεμίσουμε, αλλά είναι δύσκολο να πούμε τον καλό λόγο, να δουλέψουμε για το κοινό καλό!
Υιοθετούμε επιλογές απάνθρωπες καταρχήν για τον εαυτό μας, που οδηγούν στην κάθε μορφής κρίση, η οποία δεν είναι υπόθεση ιδεολογίας, θεωρίας ή δομών, είναι πρωτίστως το αποτέλεσμα της
λειτουργίας χωρίς πραγματικό σκοπό, η είσοδος σε έναν μηχανισμό κατάρρευσης και φθοράς. Σήμερα ζούμε με μοναδική ένταση την ποιοτική απώλεια των εσωτερικών κριτήριων μιας κοινωνίας που δεν
«κοινωνεί», αλλά μόνο «επικοινωνεί» τα αδιάλειπτα κενά της.
Η «πραγματική ζωή» δεν είναι η δική μας, αλλά του αλλού. Εντούτοις οφείλουμε να αναζητήσουμε την δική μας ζωή, γιατί στην τελική Κρίση το δικό μας βιβλίο, της ζωής μας, θα είναι αδειανό.

Πηγή: Ιωάννης Αντ. Παναγιωτόπουλος – Σύγχρονη Άποψη
 http://agiameteora.net/index.php/istories/5285-enas-monaxos-polles-amarties-kai-enas-agios.html

Monday, May 7, 2018

Όταν η Αγία Σοφία της Κλεισούρας συνάντησε την Γερόντισσα Μακρίνα .



Σεπτέμβριος 1983


Μιά φορά πήγαμε σε μία άσκήτρια, στά μέρη τής Κλεισούρας, στήν Καστοριά. Είχε τό προορατικό χάρισμα. Δέν ξέρω, αν έχετε άκούσει γι’ αυτήν. Ήταν ψηλή γυναίκα καί συγκύπτουσα. Είχε άλουσία περίπου σαράντα χρόνια καί είχε μία πλεξούδα, δέν ξέρω πόσες οκάδες ζύγιζε! Πώς τήν σήκωνε αύτή τήν πλεξούδα! Εκανε κρύο, είχε παγωνιά καί τό νερό ήταν κρύο. Ρίγος σ’ έπιανε στο μέρος πού ζούσε- καί κοιμόταν μέσα σε ένα τζάκι.


Αναβε άπό τήν Χάρι τού Θεού πού είχε μέσα της. Είχε τέτοια φλόγα, τέτοιο έρωτα Χριστού στήν καρδιά της, πού δέν μπορώ νά σάς περιγράφω. Τά μαγουλάκια της ήταν κόκκινα, παρ’ όλο πού ήταν γερόντισσα. Είχε σφυγμό μικρού παιδιού· πήγαιναν οί γιατροί καί τήν έβλεπαν καί θαύμαζαν. Ετρωγε μόνο χόρτα, τίποτε άλλο.
Μόλις πήγα, μου λέει:
-Έσύ έχεις Μοναστήρι, καί κοίταξε, θά δώσης λόγο, αν έρχωνται οί άνθρωποι καί δέν τούς μιλάς, γιά νά γνωρίσουν τον Χριστό. Τά βλέπεις αύτά τά
δένδρα;
Ήταν τό ένα όλο κισσό έπάνω, τ’ άλλο είχε ένα φύλλο εδώ καί ένα εκεί.



-Αύτή είναι ή αρετή' εδώ καί ’κεΐ βρίσκεται ή αρετή, τό άλλο πού είναι πυκνωμένο είναι ή αμαρτία, ή μεγάλη αμαρτία πού γίνεται. Αμα έρχεται κανείς θά τούς λές όπως καθαρίζουν τά σπίτια τους, τις γωνιές καί τις τρυπούλες καί βγάζουν τά σκουπίδια, έτσι νά καθαρίζουν καί τήν ψυχή τους. Νά κάνουν καθαρή εξομολόγηση νά τά βγάζουν, νά καθαρίζουν τό σπίτι τής ψυχής τους. Καί νά μή στενοχωριέσαι, όταν έρχωνται στο Μοναστήρι γιά μοναχές καί μετά φεύγουν, γιατί τά σώματά τους είναι στο Μοναστήρι, άλλά τό πνεύμα τους είναι στον κόσμο. Εντρυφούν σε κοσμικά πράγματα καί δεν εντρυφούν στά ούράνια μεγαλεία. Στή θέσι τής μοναχής πού φεύγει, ό Θεός στέλνει άγιο Άγγελο.
Ούτε τήν ήξερα ούτε με ήξερε ούτε μέ σύστησε κανείς. Καί πολλά άλλα μου είπε. Είχα μία σαλπούλα καί τήν έρριξα στήν πλατούλα της. Πολύ τήν χάρηκε! «Όπως μέ σκέπασες, μου λέει, έτσι νά σέ σκεπάση ό Άγγελός σου καί ή Παναγία μέ τήν σκέπη Της».



Είχε πάει ένας ιερέας πού ήθελε νά τή γνωρίση, άλλά καί αύτή δεν τον γνώριζε. Σκέφτηκε ό ιερέας: «Αφού είναι στήν έρημο, ας πάρω Άγιο Άρτο νά τήν κοινωνήσω. Άς κάνω καί ένα Εύχέλαιο». Μόλις τον βλέπει τού λέει:
-Καλώς τον παπα-Γιάννη. Ήρθες νά μου κάνης Εύχέλαιο καί νά μέ κοινωνήσης;
-Ναί, Γερόντισσα, ήρθα νά σέ κοινωνήσω και νά σου κάνω Εύχέλαιο.
-Σ’ ένα πράγμα σφάλλεις.
Αύτός στάθηκε ό καημένος, «μέ αποκαλεί μέ τό όνομά μου καί σφάλλω!», σκέφτηκε μέ άπορία.
-Έρχονται στήν εκκλησία μερικές γυναίκες καί τά φορέματά τους είναι πάνω άπό τά γόνατα καί σύ τίς ανέχεσαι καί δεν παίρνεις τήν βέργα νά τις βγάλης έξω. Δεν τις νουθετείς, νά μή τά φορούν.
Γονάτισε ό καημένος ό ιερέας καί δεν μίλησε.


Μετά τήν έπισκέφθηκε κάποιος άλλος καί είπε σ’ αυτόν: «Νά πλύνης καλά τό πιάτο σου. Τό πρόσωπό σου έχει πολλή μαυρίλα. Κοίταξε τήν ψυχή σου νά πλύνης». Είχε άποκαλύψει πολλά πράγματα.
’Έπειτα ψάλαμε τό «Αξιόν Έστι» καί ’κείνη μάς έψαλε τό «Θεοτόκε Παρθένε». Αυτή είχε καρκίνο καί τήν είχε χειρουργήσει ή άγια Αναστασία ή Φαρμακολύτρια καί ό Αρχάγγελος Μιχαήλ. Είδα τον σταυρό τού είχε σχηματίσει ή τομή πού τής είχαν κάνει. Εκείνοι τήν είχαν ράψει. Δεν θά τό ξεχάσω αύτό τό πράγμα! Σήκωσε τά ρουχάκια της καί βλέπω έτσι σταυροειδώς τήν ουλή. Μάς είπε ότι βγήκε ένα ζωύφιο μέσα άπό τήν κοιλιά της καί αισθάνθηκε σάν νά έφυγε ό καρκίνος. Καί όταν κοιμήθηκε, μάς έλεγε μιά κυρία πού ειχε πάει στήν νεκρώσιμη Ακολουθία της: «Δεν μπορώ νά σάς περιγράφω τί κόσμος παραβρέθηκε, σάν κηδεία υπουργού». Οι άνθρωποι άπό εύλάβεια έπαιρναν πετρούλες από τό τζάκι. Σαράντα πέντε χρόνια μέσα στό τζάκι άσκήτευε, ούτε κελλί είχε ούτε τίποτε.


Τώρα τελευταία ήρθαν κάποιοι προσκυνητές πού είχαν πάει στο Αγιον Όρος και μου έλεγαν γιά τις άγιες καταστάσεις πού έχει ό π. Έφραιμ ό Κατουνακιώτης, όταν λειτουργή. Γονατίζει κάτω άκουμπώντας τό κεφαλάκι του στήν Αγία Τράπεζα. Δεν σηκώνεται από την Αγία Τράπεζα από τά δάκρυα πού χύνει! Μέ κλαυθμό λειτουργεί. Στο σημείο τής Θείας Λειτουργίας όπου εκφωνεί: «Τά σα εκ των σων...» δεν μπορεί νά σηκώση τό κεφάλι από την κατάνυξι καί τά δάκρυα πού έχει.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ. ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ. 
http://apantaortodoxias.blogspot.ca

Friday, May 4, 2018

Δέν πρέπει οὔτε γιά ἀστεῖο νά ἐπικαλούμαστε τόν διάβολο - Τό περιστατικό τοῦ μοναχοῦ Ἰωσήφ


Στην Σκήτη του Αγ. Παντελεήμονος στο Κουτλουμούσι, ο μοναχός Ιωσήφ, θέλησε να επισκευάσει, στο πάτωμα της καλύβας του, ένα σανίδι που είχε σπάσει. Καθάρισε το σάπιο, πήρε με ακρίβεια τα μέτρα, έκοψε το σανίδι και πήγε να το τοποθετήσει. Όταν το έβανε στη θέση του, το σανίδι ήταν μεγαλύτερο. Το πήρε, έκοψε το περίσσιο και πήγε πάλι να το τοποθετήσει. Το είδε πως ήταν μικρότερο απ΄ ότι έπρεπε.
Ο Γέρο – Ιωσήφ, ήταν μαραγκός στο επάγγελμα. Παίρνει για δεύτερη φορά τα μέτρα, κόβει άλλο σανίδι στα μέτρα που χρειάζονταν με ακρίβεια, πήγε να το βάλει στη θέση του, αλλά και πάλι περίσσευε, το έκοψε, κι όταν πήγε να το καρφώσει, έγινε μικρότερο. Τότε έχασε την υπομονή του και με θυμό είπε : «Άει στο διάβολο, διάβολε, τί έχεις, τί να σου κάμω για να ταιριάξεις ; Τέσσερις φορές σε μέτρησα και τέσσερις σε έκοψα, τώρα τί διάβολο έχεις και δεν ταιριάζεις» ;
Ο ταλαίπωρος αυτός μοναχός, αντί να ειπεί την ευχή και να επικαλεστεί τη θεία βοήθεια στην εργασία του, προτίμησε να μνημονεύσει τον διάβολο, ο οποίος δεν άργησε αλλά κάτι τέτοιες ευκαιρίες ζητάει, γι΄ αυτό παρουσιάστηκε μπροστά του, ο διάβολος, μ΄ όλη την αγριωπή μορφή του και του είπε : «Με φώναξες γέροντα, τί είναι, τί θέλεις ; Εδώ είμαι ΄ γω για να σε βοηθήσω».
Ο Γέρο – Ιωσήφ τρομαγμένος έκαμε το σταυρό του, παράτησε το σανίδι κι έτρεξε στον Πνευματικό του να εξομολογηθεί, αλλά από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει περισσότερα από 30 χρόνια και δεν μπορεί να συνέλθει, του έμεινε ο φόβος και μια αφηρημάδα στο μυαλό, σαν αντιμισθία από τον διάβολο.
Τούτο ας γίνει μάθημα σε όλους, μικρούς και μεγάλους, να μη λένε το διάβολο, ούτε για αστεία. Επειδή, ο διάβολος βάνει τον άνθρωπο να θυμώνει και στον θυμό του επάνω, τον βάνει να βρίζει ή να βλασφημεί τα θεία, κι αν δεν κατορθώσει τούτο, τον πείθει να ειπεί στον συνάνθρωπό του, στον αδελφό του, στο παιδί του, ή και στον εαυτό του ακόμη, «Άει στο διάβολο». Τούτο γίνεται κακίστη συνήθεια και πολλοί γονείς στέλνουν τα παιδιά τους στον διάολο.
Ενώ μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει καλές συνήθειες κι αντί να λέει «άει στο διάβολο», να λέει «άει στην ευχή» ή «άει στο καλό σου» ή όπως συνηθίζουν οι πατέρες να λένε «να σε πάρει η ευχή» ή «ο Θεός να σ΄ ελεήσει», που είναι το καλύτερο απ΄ όλα. Έτσι συνηθίζει ο άνθρωπος να εύχεται και να λέει πάντοτε τα καλά, σύμφωνα με την Αγία Γραφή «ευλογείτε και μη καταράσθε» (Ρωμ. 12, 14».

ΠΗΓΗ : ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, τομ. Α΄

Wednesday, May 2, 2018

Αμάρτησες; Μην καθυστερείς. Σήκω.....

Έχεις κάνει ένα λάθος.
Το ότι το κατάλαβες είναι πολύ καλό.

Μην το παιδεύεις όμως πολύ. Μην αρχίζεις να το αναλύεις. Μην μπαίνεις στην διαδικασία συζήτησης με τον λογισμό σου.

Έκανες το λάθος και το κατάλαβες. Τώρα πάνε παρακάτω. Μην μένεις στο λάθος, στην αμαρτία σου. Μην αρχίζεις να μιζεριάζεις. Αυτό δεν είναι μετάνοια.

Η μετάνοια έχει αρχοντιά, όχι μιζέρια. Μετανόησε και άσε το λάθος σου πίσω.

Πολλές φορές δυστυχώς ακόμα και την μετάνοιά μας την κάνουμε επιτηδευμένη. Μπαίνουμε δηλαδή σε μία διαδικασία διεξοδικής ανάλυσης της αμαρτίας με αποτέλεσμα να μένουμε στην αμαρτία, να ασχολούμαστε με την πτώση μας και δεν προχωρούμε στην ανάστασή μας.

Ασχολούμαστε με την πληγή μας, την ξύνουμε, την περιεργαζόμαστε και δεν προχωρούμε στην ίασή της. Πολλοί είναι εκείνοί που ενώ έχουν καταλάβει την αμαρτία τους, ενώ λένε ότι έχουν μετανοήσει δεν επισφραγίζουν την μετάνοιά τους με το Μυστήριο της Εξομολογήσεως.



Και αυτό συμβαίνει διότι ενώ συνειδητοποιούν το σφάλμα τους δεν έχουν την ταπείνωση να ζητήσουν βοήθεια και έλεος.

Προφασίζονται ότι δεν είναι άξιοι να προσέλθουν στο Μυστήριο, ότι είναι τόσες πολλές και βαριές οι αμαρτίες τους που ο πνευματικός δεν θα τις αντέξει, ότι ο Θεός δεν μπορεί να τις συγχωρήσει.

Πλάνη. Εγωισμός.

Είναι κρίμα οι άνθρωποι αυτοί που ενώ κατάλαβαν την αμαρτία τους να μένουν στην αμαρτία τους από ντροπή και εγωισμό απαριθμώντας δικαιολογίες για να μην βγούνε από το σκοτάδι στο φως.

Όταν συνηθίσεις να ζεις μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο είναι επίπονο να βγεις έξω στην ηλιόλουστη φύση. Στην αρχή τα μάτια σου δεν θα αντέχουν το φως, μπορεί να νιώσεις δυσφορία και πόνο όμως μετά από μερικά λεπτά θα δεις τι έχανες τόσο καιρό, θα δεις τα χρώματα της ζωής, θα νιώσεις την θέρμη του φωτός.

Όλοι είμαστε αμαρτωλοί, κάποιοι ταπεινώνονται και ομολογούν την αμαρτία τους και καθαρίζονται δια του Μυστηρίου και κάποιοι άλλοι απλά συνεχίζουν να ζούνε μέσα στην μιζέρια της ταπεινοσχημίας τους, έχοντας αναγάγει την μετάνοια σε μία συναισθηματική κατάσταση.

Αμάρτησες; Μην καθυστερείς. Σήκω.
Έκανες ένα λάθος, χίλια λάθη. Ε, και;

Υπάρχει η μετάνοια και η εξομολόγηση. Υπάρχει ελπίδα.
Ο Θεός πάντα μας δέχεται. Πάντα μας περιμένει. Αρκεί να θέλεις και εσύ να γυρίσεις πίσω σ’ Αυτόν.

Γι’αυτό πάψε να μιλάς για την αμαρτία σου. Πάψε να είσαι κολλημένος στο παρελθόν. Η ζωή σου ανοίγεται μπροστά σου.

Είσαι αυτός που θα γίνεις. Όχι αυτός που ήσουν.

Saturday, April 28, 2018

Ο γερω-Ιωσήφ ο Ησυχαστής διώχνει τον πειρασμό...




Ο γερω-Ιωσήφ διώχνει τον πειρασμό

Εκ του βιβλίου
Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ένας ιερομόναχος σε κάποιο Μοναστήρι που είχε το διακόνημα του κηπουρού και έμενε στο σπιτάκι του κήπου, άκουγε κάθε νύχτα να χτυπά το κουδούνι της πόρτας του κήπου και ξυπνούσε. Στην συνέχεια άκουγε βήματα να κατεβαίνουν τα σκαλιά προς το υπόγειο και ένιωθε κάποιον να σκαλίζη τα εργαλεία και τα φυτοφάρμακα. Τον άκουγε, αλλά και νοερώς τον έβλεπε σαν μία σκιά. Αυτό συνέβαινε κάθε νύχτα και είχε μεγάλη στενοχώρια. Ύστερα άρχιζε να κουνιέται το σπίτι σαν να γινόταν σεισμός. Όπως έμαθε ύστερα, μόνο εκεί συνέβαινε, ενώ στο Μοναστήρι όλα ήταν ήσυχα. Ο Ηγούμενος του είπε να κάνη Λειτουργίες και Αγιασμούς, αλλά πάλι συνεχίζονταν τα ίδια. Εκεί στο σπίτι του κηπουρού προηγουμένως έμεναν εργάτες, έγιναν κάποια σκάνδαλα και ο πειρασμός φαίνεται είχε δικαιώματα. Κατά θεία πρόνοια συνέβη να αποκτήση εκείνο τον καιρό Λειψανάκι του γερω-Ιωσήφ του Σπηλαιώτου. Με ευλάβεια το μετέφερε στον κήπο και παρακάλεσε: «Θέλω να μου το αποδείξης, γερω-Ιωσήφ, αν έχης παρρησία στον Θεό, διότι τόσο καιρό βασανίζομαι με την σκιά που την βλέπω και την ακούω, και με τον σεισμό». Από το πρώτο βράδυ έπαψαν όλα. Από τότε βεβαιώθηκε ο κηπουρός ότι ο γερω-Ιωσήφ έχει παρρησία στον Θεό.

Εκ του βιβλίου
Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

https://www.impantokratoros.gr/iosif-hsihastis-parhsia.el.aspx

Tuesday, April 24, 2018

Ἐπίσκεψη στόν τόπο τῶν κολασμένων! ( Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν Σαλός )



Ὁ χρόνος πού δόθηκε στόν Ἰωάννη (ἔνας κενόδοξος, ἁμαρτωλός νέος πού γνωρίστηκε μέ τόν Ἅγιο Ἐπιφάνιο πνευματικοπαίδι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα) γιά νά μετανοήσει, συμπληρώθηκε. Καί μιά νύχτα ὁ Ἐπιφάνιος εἶδε σέ ὅραμα ὅτι τόν πῆρε ὁ μακάριος Ἀνδρέας καί τόν ὁδήγησε σέ τόπους δύσβατους, ἀπαίσιους καί ζοφερούς.


Κρατοῦσε μιά λαμπάδα, γιά νά φωτίζει τό πυκνό σκοτάδι. Ὁ Ἐπιφάνιος εἶχε τήν αἴσθηση πώς ὅλα αὐτά βρίσκονταν κάτω ἀπό τή γῆ. Ἔβλεπε φυλακές καί ἀμπάρες, δεσμωτήρια ἀποτρόπαια καί σκοτεινά. Σέ ἄλλα ἀπ’ αὐτά ἦταν κλεισμένα ποντίκια, ἀγριόγατες καί ἀλεποῦδες, σέ ἄλλα φίδια, κουροῦνες καί κοράκια, κάθε λογῆς ἀκάθαρτα πουλιά καί ζῶα. Ἦταν πολλά, ἀμέτρητα, σάν τ’ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ.
Ἦρθαν, τέλος, σ’ ἕνα βρωμερό καλύβι, ὅπου δέν ὑπῆρχαν παρά μόνο περιττώματα ἀνθρώπων σκύλων.
-Πές μου, σέ ἱκετεύω, γιατί ἤρθαμε ἐδῶ; ρώτησε ὁ Ἐπιφάνιος τόν ὅσιο. Γι’ αὐτό ἀγνωνιστήκαμε; Γιά νά βρεθοῦμε σέ τέτοια βρωμιά;
-Ὄχι, παιδί μου, ἀλλά γιά νά δεῖς τόν τόπο πού ἑτοίμασε γιά τόν ἑαυτό του ὁ φίλος σου ὁ Ἰωάννης.Οἱ ἀκαθαρσίες, πού βλέπεις, εἶναι τά ἔργα του, ὁ κόπος του καί ὁ ἱδρώτας του. Κοίταξε τί γράφει ἐδῶ!
Ὁ Ἐπιφάνιος εἶδε στόν ἀέρα μιά σκοτεινή ἐπιγραφή πού ἔλεγε: “Αἰώνια κατοικία καί βαριά τιμωρία τοῦ Ἰωάννη, τοῦ γιοῦ τοῦ Κελεστίνου”- αὐτό ἦταν τό ὄνομα τοῦ πατέρα του.
-Ἀλίμονο σ’ ἐμένα, τόν ἁμαρτωλό! ἀναφώνησε ὁ Ἐπιφάνιος. Τέτοια συμφορά οὔτε στούς ἐχθρούς μου! Ἀλλά πῶς μαζεύτηκαν τόσες ἀκαθαρσίες;
-Ὅσοι ἄνδρες καί ὅσες γυναῖκες ἁμαρτάνουν, ὅπως ὁ Ἰωάννης, στοιβάζουν ἐδῶ τίς ἀκαθαρσίες τους, ὥστε, ὅταν πεθάνουν, νά χορτάσουν οἱ ψυχές τους, καθώς θά εἶναι ἁλυσοδεμένες. Ὅταν, ὅμως, γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων, θά παραδοθοῦν στή φωτιά.
-Καί ὅλα ἐκεῖνα τά ζῶα πού εἴδαμε φυλακισμένα, τά ποντίκια, τά θηρία, τά ἑρπετά, τί εἶναι;
-Εἶναι οἱ ψυχές τῶν ἄσωτων καί ἁμαρτωλῶν.
-Πώ πώ! Ἔτσι εἶναι οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων;
-Ὄχι παιδί μου. Ὁ Θεός οἰκονόμησε νά φανοῦν ἔτσι, γιά νά μᾶς δείξει ποιάν ἁμαρτία ἔκανε κάθε ψυχή. Ἄλλες ἀπ’ αὐτές ἀνήκουν σέ φονιάδες, ἄλλες σέ μοιχούς καί πόρνους, ἄλλες σέ σοδομίτες, ἄλλες σέ κλέφτες καί φιλάργυρους, ἄλλες σέ αἱρετικούς, ἄλλες σέ κενόδοξους καί ἄλλες σέ ἄλλους ἁμαρτωλούς. Εἶναι οἱ ψυχές πού “ταυτίστηκαν μέ τά ἄλογα κτήνη καί ἔγιναν ὅμοιες μ’ αὐτά”(Ψαλμ. 48:13). Γι’ αὐτό ὁ Κύριος τίς ἔκανε νά φαίνονται μέ τέτοιες μορφές. Συγκεκριμένα,

οἱ φονιάδες φαίνονται σάν σκορπιοί,
οἱ εἰδωλολάτρες σάν ἀγριοκάτσικα,
οἱ μάγοι σάν φίδια,
οἱ κτηνοβάτες σάν ποντίκια,
οἱ ἀρσενοκοῖτες (ὁμοφυλόφιλοι) σάν βρωμόσκυλα,
οἱ πόρνοι σάν γουρούνια,
οἱ κλέφτες σάν λύκοι,
οἱ ἀπατεῶνες σάν ἀλεποῦδες,
οἱ φιλάργυροι σάν ἀγριόγατες,
οἱ ὀργίλοι σάν πάνθηρες,
οἱ μνησίκακοι σάν ὀχιές,
οἱ γαστρίμαργοι σάν ἄλογα,
οἱ προαγωγοί σάν γαϊδούρια,
οἱ βλάσφημοι σάν κουροῦνες,
οἱ συκοφάντες σάν κοράκια,
οἱ αἰσχροί τραγουδιστές σάν βατράχια,
οἱ χορεύτριες σάν ἐρωδιοί,
οἱ πόρνες σάν κατσίκες…

Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν Σαλός (σελ. 173-175)
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΠΗΓΗ.ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ

Friday, April 20, 2018

Λόγος για το ψέμα ( Αββάς Δωρόθεος )

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Θ΄ Θέλω νά σᾶς θυμίσω, ἀδελφοί μου, λίγα γιά τό ψέμα. Γιατί δέν βλέπω νά πολυφροντίζετε νά κρατᾶτε τή γλώσσα σας καί γι᾿ αὐτό εὔκολα παρασυρόμαστε σέ λάθη. Βλέπετε, ἀδελφοί μου, ὅτι γιά κάθε πράγμα, ὅπως πάντα σᾶς λέω, παίζει ρόλο ἡ συνήθεια καί στό καλό καί στό κακό. Χρειάζεται λοιπόν μεγάλη προσοχή καί ἄγρυπνη φροντίδα, γιά νά μήν μᾶς ξεγελάει τό ψέμα. Γιατί κανένας ἀπ᾿ αὐτούς πού λένε ψέματα δέν ἑνώθηκε μέ τό Θεό. Τό ψέμα δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τό Θεό. Γιατί εἶναι γραμμένο: «Τό ψέμα πηγάζει ἀπό τόν πονηρό». Καί σ᾿ ἄλλο σημεῖο ἔχει γραφτεῖ ὅτι: «Ὁ διάβολος εἶναι ψεύτης καί πατέρας τοῦ ψεύδους» (Ἰωάν. Η΄: 44). βλέπετε λέει τό διάβολο πατέρα τοῦ ψεύδους. Ἡ δέ ἀλήθεια εἶναι ὁ Θεός. Γιατί Αὐτός λέει: «Ἐγώ εἶμαι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (Ἰωάν. Δ΄: 16). Καταλαβαίνετε λοιπόν ἀπό Ποιόν χωριζόμαστε καί μέ ποιόν δενόμαστε μέ τό ψέμα. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι δενόμαστε μέ τό διάβολο. Ἄν πραγματικά θέλουμε νά σωθοῦμε, ἔχουμε ὑποχρέωση μέ ὅλη τή δύναμη καί μέ κάθε φροντίδα ν᾿ ἀγαπᾶμε τήν ἀλήθεια καί νά φυλαγόμαστε ἀπό κάθε εἴδους ψέμα, γιά νά μήν μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀλήθεια καί τή ζωή.

Ὑπάρχουν δέ τρεῖς διαφορετικοί τρόποι γιά νά πεῖ κανείς ψέματα.

Ὁ ἕνας εἶναι τό νά πεῖ κανείς ψέματα μέ τό νοῦ του, ὁ ἄλλος τό νά πεῖ ψέματα μέ λόγια καί ὁ τρίτος τό νά πεῖ ψέματα μέ ὁλοκληρη τή ζωή του. Ἐκεῖνος πού μέ τό νοῦ του λέει: «Γιά μένα λένε». Καί ἄν σταματήσουν νά μιλᾶνε, πάλι ὑποψιάζεται ὅτι σταμάτησαν γι᾿ αὐτόν. Ἄν τοῦ πεῖ κανείς μιά κουβέντα, ὑποψιάζεται ὅτι τήν εἶπε ἐπίτηδες γιά νά τόν στενοχωρήσει. Καί μ᾿ ἕνα λόγο, σέ κάθε πράγμα ἔτσι ὑποψιάζεται τόν ἀδελφό του, λέγοντας: «Γιά μένα τό ᾿ κανε αὐτό, γιά μένα τό ᾿ πε ἐκεῖνο. Γι᾿ αὐτό τό λόγο ἔκανε τοῦτο τό πράγμα».

Αὐτός εἶναι πού μέ τό νοῦ του λέει ψέματα. Γιατί δέν λέει τίποτα ἀληθινό, ἀλλά ὅλα εἶναι βασισμένα στίς ὑποψίες. Ἀπ᾿ αὐτό τό λόγο λοιπόν γενιοῦνται περιέργειες, καταλαλιές, κρυφακούσματα, διαμάχες, κατακρίσεις. Τυχαίνει καμιά φορά νά ὑποψιαστεῖ κάποιος κάτι καί τά πράγματα ν᾿ ἀποδείξουν ὅτι ἦταν ἀληθινό. Καί γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς ἰσχυρίζεται ὅτι, ἐπειδή θέλει νά διορθώσει τόν ἑαυτόν του, πάντοτε κινεῖται μέ καχυποψία καί περιέργεια, κάνοντας τήν ἀκόλουθη σκέψη: «Ἄν μιλάει κανείς ἐναντίον μου κι ἐγώ τόν ἀκούσω, θά καταλάβω ποιό εἶναι τό σφάλμα πού μέ κατηγορεῖ καί θά διορθωθῶ».

Πρῶτα – πρῶτα λοιπόν, αὐτή ἡ προκατάληψη πού δέχεται στήν ψυχή του εἶναι ἔργο τοῦ πονηροῦ. Γιατί ἄρχισε μέ τό ψέμα, δηλαδή, χωρίς νά ξέρει ὑποψιάστηκε αὐτό πού δέν ἤξερε. Πῶς μπορεῖ λοιπόν κακό δέντρο νά κάνει καλούς καρπούς; Ἄν ὅμως θέλει νά διορθωθεῖ ἐντελῶς, ὅταν τοῦ πεῖ ὁ ἀδελφός: «Μήν τό κάνεις αὐτό» ἤ «γιατί τό ἔκανες ἐκεῖνο;» νά μήν ταραχθεῖ, ἀλλά νά βάλει μετάνοια καί νά τόν εὐχαριστήσει καί τότε θά διορθωθεῖ. Καί ἄν δεῖ ὁ Θεός ὅτι εἶναι τέτοια ἡ πρόθεσή του, δέν θά τόν ἀφήσει ποτέ νά πλανηθεῖ, ἀλλά ὁπωσδήποτε θά τοῦ στείλει τόν κατάλληλο ἄνθρωπο γιά νά τόν διορθώσει. Τό νά πεῖ ὅμως ὅτι: «Ἐπειδή θέλω νά διωρθωθῶ, πιστεύω στίς ὑποψίες μου καί κατά συνέπεια, συνηθίζω νά κρυφακούω καί νά περιεργάζομαι», αὐτό εἶναι μιά σκέψη πού τοῦ τή βάζει καί τή δημιουργεῖ ὁ διάβολος, θέλοντας νά τόν καταστρέψει.

Ὅταν κάποτε βρισκόμουνα στό κοινόβιο, εἶχα τόν πειρασμό νά προσπαθῶ νά συμπεράνω τήν ἐσωτερική κατάσταση κάποιου ἀπό τίς κινήσεις του. Μοῦ συνέβη λοιπόν ἕνα σχετικό γεγονός. Μιά φορά, καθώς στεκόμουν, προσπερνάει μιά γυναίκα πού βάσταζε ἕνα σταμνί νερό, καί δέν κατάλαβα πῶς παρασύρθηκα καί πρόσεχα τά μάτια της. Ἀμέσως τότε μοῦ γεννήθηκε ὁ λογισμός ὅτι ἦταν πόρνη. Μόλις λοιπόν μοῦ εἶπε αὐτό ὁ λογισμός, πολύ στενοχωρήθηκα καί τό ἀνέφερα στό Γέροντα, τόν Ἀββά Ἰωάννη, μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο: «Γέροντα, ἄν χωρίς νά θέλω δῶ μιά κίνηση κάποιου καί συμπεράνω μέ τό λογισμό τήν κατάσταση πού βρίσκεται, τί πρέπει νά κάνω;» Καί μοῦ ἀπάντησε ὁ Γέροντας κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο: «Τί λοιπόν, δέν συμβαίνει πολλές φορές νά ἔχει κανείς κάποιο φυσικό ἐλάττωμα καί μέ πολύ ἀγώνα νά τό ξεπεράσει; Δέν μπορεῖς ἀπ᾿ αὐτό νά καταλάβεις τήν κατάστασή του. Ποτέ λοιπόν νά μήν πιστεύεις στίς ὑποψίες σου, γιατί στραβός ὁδηγός καί τά ἴσια τά κάνει στραβά. Οἱ ὑποψίες εἶναι ψεύτικες καί βλάπτουν».

Ἀπό τότε καί ἄν ἀκόμα μοῦ ἔλεγε ὁ λογισμός γιά τόν ἥλιο ὅτι εἶναι ἥλιος, ἤ γιά τό σκοτάδι ὅτι εἶναι σκοτάδι, δέν τό πίστευα. Ἐπειδή δέν ὑπάρχει τίποτα βαρύτερο ἀπό τίς ὑποψίες. Εἶναι τόσο πολύ βλαβερές, γιατί μένουν πολύ καιρό μέσα μας καί ἀρχίζουν νά μᾶς πείθουν νά νομίζουμε ὅτι βλέπουμε καθαρά, πράγματα πού οὔτε ὑπάρχουν οὔτε ἔχουν γίνει.



Καί ἄλλα παρόμοια σέ διάφορες περιστάσεις μᾶς εἶπαν οἱ Πατέρες γιά νά μᾶς προφυλάξουν ἀπό τό κακό πού φέρνουν οἱ ὑποψίες. Ἄς φροντίσουμε λοιπόν, ἀδελφοί μου, μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις νά μήν δίνουμε ἐμπιστοσύνη ποτέ στίς ὑποψίες μας. Τίποτα δέν ἀπομακρύνει τόσο πολύ τόν ἄνθρωπο ἀπό τό νά παρακολουθεῖ καί νά ἐλέγχει τίς ἁμαρτίες του, καί τίποτα δέν τόν κάνει τόσο πολύ ν᾿ ἀσχολεῖται μ᾿ ὅσα δέν τόν ἀφοροῦν ὅσο αὐτές. Ἀπ᾿ αὐτό τό πάθος δέν μπορεῖ νά προκύψει τίποτα καλό, ἀπ᾿ αὐτό συμβαίνουν μυριάδες ταραχές, μυριάδες στενοχώριες, ἀπ᾿ αὐτό ποτέ δέν βρίσκει καιρό ὁ ἄνθρωπος ν᾿ ἀποκτήσει τό φόβο τοῦ Θεοῦ. Λοιπόν κι ἄν ἀκόμη ἡ δική μας ἡ κακία σπείρει ὑποψίες στήν ψυχή μας, ἀμέσως ἄς τίς μετατρέψουμε σέ καλές σκέψεις καί τότε δέν θά μᾶς βλάπτουν. Γιατί εἶναι καταστρεπτικές οἱ ὑποψίες καί δέν ἀφήνουν τήν ψυχή ποτέ νά βρεῖ τήν εἰρήνη της. Νά, αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό ψέμα πού ζοῦμε μέ τό μυαλό μας.

Ἐκεῖνος δέ πού ψεύδεται μέ λόγια εἶναι αὐτός πού, ὅταν, ἄς ὑποθέσουμε, βαριέται νά σηκωθεῖ γιά τήν ἀγρυπνία, δέν λέει: «Συγχώρεσέ με, γιατί βαρέθηκα νά σηκωθῶ», ἀλλά λέει: «Εἶχα πυρετό, ἤμουνα ζαλιζμένος, δέν μποροῦσα νά σηκωθῶ, δέν εἶχα κουράγιο».

Καί λέει δέκα λόγια ψεύτικα, γιά νά μήν βάλει μιά μετάνοια καί ταπεινωθεῖ. Ἄν ὅμως κάποιος τόν κατηγορήσει γιά κάτι, προσπαθεῖ ἐπίμονα μέ τίς ἀντιρρήσεις του καί τίς ψευτοευγένειές του νά ἀνασκευάσει τήν κατηγορία μόνο καί μόνο γιατί δέν τήν σηκώνει. Παρόμοια συμβαίνει, ἄν τύχει καί λογομαχήσει μέ τόν ἀδελφό του. Δέν σταματάει τότε νά δικαιολογεῖται καί νά λέει: «Ἐσύ ὅμως εἶπες, ἐσύ ἔκανες, ἐγώ δέν εἶπα, ἐκεῖνος εἶπε, αὐτό, ἐκεῖνο», μόνο καί μόνο γιά νά μήν ταπεινωθεῖ.

Πάλι, ἄν ἐπιθυμήσει κάποιο πράγμα, δέν ἀνέχεται νά πεῖ: «Ἐπιθυμῶ αὐτό», ἀλλά γυροφέρνει τά λόγια του λέγοντας: «Ὑποφέρω ἀπ᾿ αὐτό, καί χρειάζομαι ἐκεῖνο» ἤ «μοῦ εἶπαν νά κάνω αὐτό», καί λέει τόσα ψέματα μέχρι νά πραγματοποιήσει τήν ἐπιθυμία του.

Γιατί κάθε ἁμαρτία γίνεται ἤ ἀπό φιληδονία ἤ ἀπό φιλαργυρία ἤ ἀπό φιλοδοξία. Παρόμοια καί τό ψέμα, γι᾿ αὐτούς τούς τρεῖς λόγους λέγεται. Ἤ γιά νά μήν κατηγορηθεῖ κανείς καί ταπεινωθεῖ ἤ γιά νά μήν κάνει κάποιο θέλημα ἤ γιά νά κερδίσει κάτι. Καί δέν σταματάει αὐτός πού ψεύδεται ἀπό τό νά γυροφέρνει ἐδῶ καί ἐκεῖ καί νά μηχανεύεται πάντοτε τί νά πεῖ μέχρι νά καταφέρει τό σκοπό του. Αὐτός ποτέ δέν γίνεται πιστευτός, ἀλλά καί ἄν ἀκόμα πεῖ κάτι ἀληθινό, κανείς δέν μπορεῖ νά τό πιστέψει, ἀλλά καί γιά τήν ἀλήθεια πού λέει, ἀμφιβάλλουν οἱ ἄλλοι.



Νά λοιπόν, εἴπαμε ποιός εἶναι αὐτός πού ψεύδεται «κατά διάνοιαν» καί ποιός εἶναι αὐτός πού ψεύδεται μέ λόγια. Θέλουμε ὅμως ν᾿ ἀναφέρουμε καί ποιός εἶναι αὐτός πού ψεύδεται καί μ᾿ αὐτή τήν ἴδια τή ζωή του.

Ἐκεῖνος πού ψεύδεται μέ τήν ἴδια τή ζωή του, εἶναι αὐτός πού, ἐνῶ εἶναι ἄσωτος, προσποιεῖται ὅτι ἔχει ἐγκράτεια, ἤ εἶναι πλεονέκτης καί μιλάει γιά ἐλεημοσύνη καί ἐπαινεῖ τή συμπάθεια ἤ εἶναι ὑπερήφανος καί θαυμάζει τήν ταπεινοφροσύνη. Καί τή θαυμάζει ὄχι βέβαια γιατί θέλει νά ἐπαινέσει τήν ἀρετή. Γιατί, ἄν τό ἔλεγε μ᾿ αὐτό τό σκοπό, πρῶτα – πρῶτα θά ὁμολογοῦσε μέ ταπείνωση τήν ἀσθένειά του λέγοντας: «Ἀλλοίμονο σέ μένα τόν ἄθλιο, γιατί δέν ἔχω κάνει τίποτα καλό στή ζωή μου».

Καί ἀφοῦ πρῶτα θά ὁμολογοῦσε τήν ἀδυναμία του, τότε θά ἔπρεπε νά θαύμαζε καί νά ἐπαινοῦσε τήν ἀρετή. Ἀλλά ἐγκωμιάζει τήν ἀρετή, χωρίς νά ἔχει κύριο σκοπό ν᾿ ἀποφύγει νά σκανδαλίσει τούς ἄλλους. Γιατί σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση, θά ἔλεγε: «Ἐγώ βέβαια, εἶμαι ἄθλιος καί ἐμπαθής, γιατί νά σκανδαλίσω καί ἄλλον; Γιατί νά βλάψω καί ἄλλη ψυχή, καί νά φορτωθῆ καί ἄλλο βάρος;»

Μ᾿ αὐτό τό λογισμό – καί ἄν ἀκόμα ἁμάρτανε – θά εἶχε πλησιάσει κάπως τό καλό. Γιατί εἶναι χαρακτηριστικό συμπάθειας νά φροντίζουμε τόν πλησίον. Ἀλλ᾿ αὐτός δέν θαυμάζει γιά τούς λόγους πού ἀνέφερα τήν ἀρετή, ἀλλά καταπιάνεται καί μιλάει γι᾿ αὐτήν καί τή θαυμάζει ἤ γιά νά σκεπάσει τήν ἀσχήμια του – ἀφήνοντας νά ἐννοηθεῖ ὅτι δῆθεν καί αὐτός ἔχει κάποια σχέση μ᾿ αὐτήν – ἤ πολλές φορές γιά νά κάνει κακό καί νά παραπλανήσει τόν ἀδελφό του. Γιατί καμιά κακία, καμιά αἵρεση, οὔτε καί αὐτός ὁ ἴδιος ὁ διάβολος δέν μπορεῖ νά ξεγελάσει τόν ἄνθρωπο παρά μόνο ἄν τοῦ παρουσιαστεῖ σάν ἀρετή, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος: «Ὁ ἴδιος ὁ διάβολος μεταμορφώνεται σέ φωτεινό ἄγγελο» (Β΄ Κορ. ια΄ : 14). Δέν εἶναι λοιπόν παράξενο ἄν καί οἱ ὑπηρέτες του μεταμορφώνονται σέ ὑπηρέτες κάθε ἀρετῆς.

Ἔτσι ἀκριβῶς καί ὁ ψεύτης, εἴτε γιατί ντρέπεται καί φοβᾶται νά μήν ταπεινωθεῖ, εἴτε, ὅπως εἶπα, γιατί θέλει νά παρασύρει καί νά ξεγελάσει κάποιον, μιλάει γιά τίς ἀρετές, καί τίς παινεύει καί τίς θαυμάζει, σάν νά ᾿ ναι δικές του καί νά τίς ἔχει ζήσει. Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού ψεύδεται μέ ὁλόκληρη τή ζωή του. Αὐτός δέν εἶναι ἄνθρωπος ἁπλός, ἀλλά διπλοπρόσωπος. Ἄλλος εἶναι μέσα του καί διαφορετικός φαίνεται. Διπλή εἶναι καί ἐντελῶς ἀξιοπεριφρόνητη ὁλόκληρη ἡ ζωή του.

Νά λοιπόν, εἴπαμε καί γιά τό ψέμα ὅτι προέρχεται ἀπό τό διάβολο. Μιλήσαμε καί γιά τήν ἀλήθεια, ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ Θεός. Ἄς ἀποφύγουμε λοιπόν, ἀδελφοί μου, τό ψέμα γιά νά γλυτώσουμε ἀπό τή μερίδα τοῦ πονηροῦ, καί ἄς ἀγωνιστοῦμε ν᾿ ἀποκτήσουμε τήν ἀλήθεια, γιά νά ἑνωθοῦμε μ᾿ Αὐτόν πού εἶπε: «Ἐγώ εἶμαι ἡ ἀλήθεια» (Ἰωάν. Ιδ΄:6). Ὁ Θεός νά μᾶς κάνει ἄξιους τῆς ἀλήθειάς Του.


[Ἀπό τό βιβλίο: «Ἀββᾶ Δωροθέου ἔργα ἀσκητικά» (ΕΠΙΣΤΟΛΗ Θ΄ σελ. 237), Ἐκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ἱερά Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα]

(Πηγή ηλ. κειμένου: hristospanagia3.blogspot.gr)

Monday, April 16, 2018

Στις 10….ραντεβού με τον Θεό ! ( Άγιος Πορφύριος )

Ο Παππούλης προσηύχετο πολύ. Και ήθελε και τα δικά του πνευματικά παιδιά να κάνουν το ίδιο. Ιδιαίτερα σε εμένα ήθελε, με κάθε τρόπο, να με πείσει να το κάνω. Γι” αυτό συνεχώς μου μιλούσε, για την δύναμη της προσευχής.
-Προσευχή, παιδί μου, Ανάργυρε, έλεγε, σημαίνει συνομιλία με τον ίδιο τον Θεό, που είναι ο Πλάστης, είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος! Είναι Εκείνος που έπλασε τον άνθρωπο κατ” εικόνα και ομοίωση Του. Είναι Εκείνος που έφτιαξε αυτά που βλέπουμε, αλλά και εκείνα που δεν βλέπουμε με τα ανθρώπινα μάτια μας.
Τέλος είναι εκείνος που δεν αρνιέται ποτέ να συνομιλήσει μαζί μα, αρκεί να του το ζητήσουμε εμείς, όποτε θέλουμε και όσες φορές θέλουμε. Δεν πρόκειται να μας πει ποτέ όχι. Αντίθετα, είναι πάντα πρόθυμος να μας ακούσει με προσοχή και με αγάπη όπως κάνει κάθε καλός Πατέρας, όταν του το ζητά το παιδί του.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά και να μας δώσει ότι του ζητήσουμε, αρκεί να είναι αυτό που του ζητάμε προς το συμφέρον της ψυχής μας. Αλήθεια αναλογίστηκες ποτέ παιδί μου να συνομιλήσεις έστω και μια φορά με κάποιον από τους σημερινούς άρχοντες της Πατρίδας μας και να έγινε η επιθυμία σου; αν όχι σου συνιστώ να το τολμήσεις. Θα διαπιστώσεις ότι η επιθυμία σου θα παραμείνει απλώς επιθυμία!
Ουδέποτε θα δεχτούν να μιλήσουν μαζί σου. Το πολύ-πολύ να σε παραπέμψουν σε κανένα παρακατιανό, για να σε ξεφορτωθούν … Αντίθετα ο Κύριος μας που είναι ο Βασιλεύς των Βασιλέων, δεν πρόκειται ποτέ να σε παραπέμψει σε κανέναν και δεν πρόκειται ποτέ να αρνηθεί να συνομιλήσει μαζί σου, δια της προσευχής και πρόσθεσε: τα καταλαβαίνεις αυτά που σου τα λεω;
- Ασφαλώς ναι, Παππούλη μου, του απάντησα.
- Και, όμως εμένα κάτι μου λεει, πως δεν θέλεις να τα καταλάβεις.
Γιατί, εάν τα καταλάβαινες, θα έκανες πιο πολύ προσευχή.
- Μα, προσεύχεστε εσείς για μένα, προσέθεσα.
-Και όταν τρώγω εγώ, χορταίνεις εσύ; με ρώτησε!
Οπότε με αφόπλισε τελείως!
- Άκουσε Ανάργυρε, μου λεει. Θα σου κάνω μια πρόταση, αλλά θέλω εξ αρχής να μου υποσχεθείς, ότι θα την δεχτείς, και θα την τηρήσεις.
-Σας το υπόσχομαι, Παππούλη. Είμαι έτοιμος να κάνω ότι μου πείτε.
-Ε! τότε σου προτείνω να προσευχόμεθα την ίδια ώρα ακριβώς, και οι δυο μαζί. Και ο ένας θα προσεύχεται για τον άλλο.
Συμφωνήσαμε και υποσχεθήκαμε. Καθορίσαμε, μάλιστα και την ώρα της προσευχής. Ήταν η 10 μ.μ. Ο Παππούλης, όπως μου εξήγησε, πίστευε πάρα πολύ σ’; αυτό το είδος της προσευχής. Τα αποτελέσματα, μου έλεγε, της κοινής προσευχής, είναι καταπληκτικά. Θα το διαπιστώσεις και μόνος σου. Θέλω όμως, ακριβώς στις 10 μμ. Να είσαι πιστός στο ραντεβού μας. Να μην παραλείψεις, ούτε μία φορά να τηρήσεις την υπόσχεσή σου. Και εγώ θα κάνω το ίδιο.

Προχωρώντας με τον Παππούλη, φτάσαμε στην αφετηρία των λεωφορείων του Πολυγώνου. Αυτήν την φορά δεν με άφησε να τον ακολουθήσω μέχρι το σπίτι του, όπως συνήθως έκανα. Όχι, μου λέει, δεν θα έρθεις μαζί μου. Θα πας σπίτι σου. Προ ολίγου υποσχεθήκαμε κάτι. Πρέπει να αρχίσεις αμέσως. Από απόψε.
Το γοργόν και χάριν έχει. Υπάκουσα. Ο Παππούλης επιβιβάστηκε στο λεωφορείο και εγώ περίμενα την αναχώρηση του. Μόλις ξεκίνησε το λεωφορείο, θυμάμαι καλά, μου χτύπησε το τζάμι και μου είπε: Στις 10 ακριβώς! Νομίζω πως αυτή την στιγμή βλέπω την μορφή του και ακούω την φωνή του! Το πρόσωπο του έλαμπε και ομοίαζε με αγγελικό! Ήταν βέβαια, και κατά 30 χρόνια νεώτερος. Στην πιο δημιουργική ηλικία.
Περίμενα στην αφετηρία μέχρι την στιγμή που το λεωφορείο χάθηκε μέσα στο χάος της απέραντης Αθήνας κουβαλώντας μαζί του και έναν άγνωστο, μέχρι τότε, Άγιο της Εκκλησίας του Δεσπότου χριστού και αμέσως μετά έφυγα τροχάδην για το σπίτι μου, προκειμένου να είμαι απόλυτα συνεπής στο ραντεβού της προσευχής.
Πράγματι! Στις 10 μ.μ. κλείστηκα στο δωμάτιο μου και άρχισα να προσεύχομαι. Όμως, από το πρώτο κιόλας λεπτό, άρχισαν να διαπερνούν το σώμα μου έντονα ρεύματα , που άρχιζαν από τα κάτω άκρα και έφθαναν μέχρι την κεφαλή μου και τανάπαλιν(!), ενώ ένα ισχυρό άπλετο φως πλημμύρισε όλο το δωμάτιο μου και μου έδινε την εντύπωση, ότι βρισκόμουν μέσα σε φλόγες, οι οποίες, όμως δεν με έκαιγαν! Στην αρχή τρόμαξα πολύ και λίγο έλειψε να καταληφθώ από πανικό ! αμέσως όπως συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά τα φαινόμενα απέρρεαν από την δύναμη της προσευχής του Παππούλη και όχι μόνο ηρέμησα, αλλά καταλήφθηκα από μια πρωτοφανή αγαλλίαση, που μου έδινε την εντύπωση ότι δεν πατούσα καθόλου στην γη!
Όλα αυτά συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος της προσευχής. Την άλλη μέρα η πρώτη μου δουλειά ήταν να επικοινωνήσω με τον Παππούλη. Ήμουν αποφασισμένος να μην του πω τίποτα. Ήθελα πρώτα να μιλήσει ο παππούλης. Και έτσι έγινε.
Μόλις ζήτησα την ευχή του, ο παππούλης με ιδιαίτερη ικανοποίηση και με τρανταχτά γέλια, μου είπε: Τρόμαξες ε! Και λίγο έλειψε να το βάλεις στα πόδια …; Όμως εγώ σε έβλεπα μέσα σε έντονο φως, που πλημμύριζε όλο το δωμάτιο σου και εσύ περιχαρής ανέβαινες -;ανέβαινες σαν να ήθελες να φτάσεις στο Θρόνο του Κυρίου! Βλέπεις τι δύναμη έχει αυτού του είδους η προσευχή; Συνέχισε και θα με θυμηθείς. Πράγματι! Τον θυμάμαι. Και θα τον θυμάμαι όχι μόνον σ’; αυτή, αλλά και στην άλλη ζωή. Γιατί τα φαινόμενα αυτά προϊόντος του χρόνου, έγιναν τόσο έντονα ώστε να μην μπορώ να τα περιγράψω!

Μακάρι να προσεύχεται και τώρα μαζί μου. Δεν θα ήθελα τίποτε άλλο. Γένοιτο!
Ανάργυρος Ι. Καλιάτσος

Ο Πατήρ Πορφύριος: Ο Διορατικός, ο Προορατικός, ο Ιαματικός
Επτάλοφος 1996


Αναδημοσίευση από: Ψήγματα Ορθοδοξίας

Thursday, April 12, 2018

Να αποφεύγουμε πολύ την αργολογία ( Γερόντισσα Μακρίνα )

Να αποφεύγουμε πολύ την αργολογία γιατί είναι σαν την πυρκαγιά που καίει ολόκληρα δάση, έτσι και η αργολογία αποβάλλει κάθε καλό μέσα από την ψυχή μας, το απομακρύνει από την καρδιά μας και μένουμε ένας τενεκές ξεγάνωτος.



Γερόντισσα Μακρίνα

Monday, April 9, 2018

Ψάχνω τον Θεό να μου πει… ( συγκλονιστική ιστορία )


Κάποτε ένας χωρικός άκουσε στην εκκλησία ότι αν δώσεις ελεημοσύνη θα λάβεις εκατονταπλάσια από τον Θεό. Είπε λοιπόν στην γυναίκα του να δώσουν ως ελεημοσύνη το μοναδικό βόδι που είχαν και ο Κύριος θα τους επέστρεφε 100 βόδια για την καλή τους πράξη. Δεν δίστασε δε καθόλου να δώσει το βόδι του, έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στον Κύριο. Έδωσε λοιπόν το βόδι και περίμενε την ανταπόδοση από τον Θεό. Περνούσε ο καιρός και τα 100 βόδια δεν ερχόταν. Ένα πρωί λοιπόν αποφάσισε να ανέβει στο γειτονικό βουνό για να βρει τον Θεό και να τον ρωτήσει πότε θα του έδινε τα 100 βόδια που άκουσε στο κήρυγμα του ιερέα. Ανεβαίνοντας στο βουνό συνάντησε έναν ασκητή. 
«Πού πηγαίνεις;» ρώτησε ο ασκητής. «Πάω να βρω τον Θεό να τον ρωτήσω πότε θα μου στείλει τα εκατό βόδια , για την ελεημοσύνη που έκανα». «Όταν Τον συναντήσεις», είπε ο ασκητής, «ρώτησέ Τον και για μένα. Είμαι στο βουνό και ζω ασκητικά εδώ και σαράντα χρόνια. Κέρδισα τελικά την Βασιλεία των Ουρανών;». «Ευχαρίστως να Τον ρωτήσω» αποκρίθηκε ο χωρικός και συνέχισε τον δρόμο του. Λίγο πιο πάνω συνάντησε έναν γέρο άντρα με λευκή γενιάδα. «Ποιόν ψάχνεις;» ρώτησε ο γέροντας. «Άκουσα στην εκκλησία ότι αν κάνω ελεημοσύνη, θα πάρω εκατονταπλάσια από τον Θεό. Ψάχνω λοιπόν τον Θεό να μου πει πότε θα με ανταμείψει για την ελεημοσύνη μου». «Γύρνα στο σπίτι σου και σκάψε κάτω από το δέντρο στην αυλή σου. Θα βρεις ένα τσουκάλι με λίρες. Μη το πεις πουθενά, μόνο συνέχισε να βοηθάς τον κόσμο και δεν θα στερηθείς τίποτα στη ζωή σου». «Σε ευχαριστώ γέροντα. 
Και κάτι ακόμα. Ερχόμενος να σε βρω, συνάντησα έναν ασκητή και μου ζήτησε να σε ρωτήσω αν μετά από σαράντα χρόνια πνευματικών αγώνων και άσκησης, κέρδισε τελικά την Βασιλεία των Ουρανών». «Να πεις σε αυτόν τον ασκητή ότι κι άλλα σαράντα χρόνια να κάτσει στο βουνό δεν θα κερδίσει την Βασιλεία των Ουρανών. Τον ασκητή αυτόν του δίνω κάθε μέρα ένα παξιμάδι εδώ και σαράντα χρόνια. Σήμερα , ξέροντας ότι θα έρθεις του έδωσα δύο παξιμάδια , ένα για αυτόν και ένα για σένα. Αυτός όμως αντί να σου δώσει το ένα , τα κράτησε και τα δύο για τον εαυτό του , χωρίς να έχει εμπιστοσύνη σε μένα. Εσύ όμως χωρίς δισταγμό έδωσες το βόδι σου πιστεύοντας σε αυτό που άκουσες στην εκκλησία».
π. Μελέτιος

Saturday, April 7, 2018

Διάφορα ονόματα του Χριστού .... ( Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος )


Γιατί ὁ Χριστὸς μέσα στὸ Εὐαγγέλιο λέγεται Ὁδός; Γιὰ νὰ μάθεις ὅτι μέσῳ Αὐτοῦ ἀνεβαίνουμε στὸν Πατέρα.

Γιατί λέγεται Θεμέλιος Λίθος; Γιὰ νὰ μάθεις ὅτι Αὐτὸς ὅλα τὰ βαστάει.

Γιατί λέγεται Ρίζα; Γιὰ νὰ μάθεις ὅτι χάρη σ’ Αὐτὸν ἀνθίζουμε.

Γιατί λέγεται Ποιμήν; Γιὰ νὰ μάθεις ὅτι Αὐτὸς μᾶς τρέφει.

Γιατί λέγεται Ἀμνός; Γιὰ νὰ μάθεις ὅτι θυσιάστηκε γιά μᾶς καὶ μᾶς ἔσωσε.

Γιατί λέγεται Ζωὴ ; Γιατί ἐνῶ εἴμαστε νεκροὶ στὴν ἁμαρτία, μᾶς ἀνέστησε.

Γιατί λέγεται Φῶς; Γιατί μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸ σκοτάδι.

Γιατί λέγεται Ἱμάτιο; Γιατί Τὸν ντυθήκαμε μὲ τὸ Βάπτισμα.

Γιατί λέγεται Τράπεζα; Γιατί Τὸν ἐσθίουμε μὲ τὰ Ἅγια Μυστήρια.

Γιατί λέγεται Οἶκος; Γιατί ζοῦμε μέσα σ’ Αὐτόν.

Γιατί λέγεται Ἔνοικος; Γιατί εἴμαστε ναοί Του.

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Tuesday, April 3, 2018

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ, ΤΗΝ ΑΛΕΙΨΑΣΑΝ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΜΥΡΩ ΚΑΙ ΕΙΣ ΦΑΡΙΣΑΙΟΝ




Ἅγ. Ἀμφιλόχιος ἐπίσκοπος Ἰκονίου

Α’ Πολύ ωφέλησε την ψυχή μας ο Χριστός, σαν παρακάθησε στο τραπέζι του Ζακχαίου. Γιατί όπου ο Χριστός φιλοξενείται, και κάμνει συντροφιά με τους ανθρώπους, και το πιοτό και το τραπέζι μας καταδέχεται, εκεί κατοικεί η ευφροσύνη. Γιατί ποιος τελώνης ή πόρνη ή απ’ εκείνους που έπραξαν όσα δε λέγονται κακά, βλέποντας τον Ποιητήν του ουρανού και της γης να εισέρχεται στο σπίτι του Τελώνη, ή εκείνον που μας δίδει τα στάχυα, να λαβαίνει με τα χέρια του ανθρώπινο ψωμί, ή των τσαμπιών τον χορηγό να πίνει απ’ το κρασί και να ευλογεί τα πατητήρια, και στο μυαλό του δε θάβαζε την πράξη τούτη για μεγάλη γιορτή και λαμπρό πανηγύρι; Αληθινά γιορτή. Ευφροσύνη αγγελικής φιλοξενίας, να βλέπεις το Δεσπότη με τους δούλους· το Θεό με τους ανθρώπους· τον Κριτήν τέλος να βλέπεις μ’ εκείνους που θα κρίνει, να κάθεται το ίδιο τραπέζι. Μα για τούτον το λόγο ήρθε στη γη, χωρίς να εγκαταλείψει τον ουρανό ορφανό από τη θεϊκή δόξα· γιατί και τέλειος γενόμενος άνθρωπος, δεν έπαυσε να είναι Θεός.
Και ήρθε επί της γης και πέρασε θάλασσες για να βγάλει τους χειμαζομένους στο πέλαγος των βιοτικών φροντίδων από το βυθό της αμαρτίας, και σε πόλεις και κώμες περιόδευσε και περπάτησε στα στενά τα μονοπάτια και στ’ απόκρημνα πατήματα, και σε γκρεμνούς στάθηκε κι αναζήτησε τους πλανεμένους για να τους επαναφέρει στην ποίμνη των, σαν ακυβέρνητα πρόβατα. Γιατί Αυτός είναι εκείνος που αναζητεί το «απολωλός πρόβατον», εκείνος που εγκαταλείπει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και πάσχει για το ένα. Κι επειδή ζητούσε το ένα, δε σημαίνει πως καταφρονούσε τα επίλοιπα, μα κι ούτε πάλιν θυσίαζε για τα πολλά το ένα· γιατί άφηνε τα ενενήντα εννέα στη μάντρα ασφαλισμένα και σίγουρα, και τότε έτρεχε για το ένα να το σώσει απ’ την πλεκτάνη του διαβόλου. Πρόβατο χωρίς ποιμένα είναι έτοιμο δείπνο στα θηρία, και ψυχή ασφράγιστη από αρετή και χωρίς ταπείνωση και φόβον Θεού είναι στα χέρια του διαβόλου. Όθεν και τον Ζακχαίον άρπαξε σαν πρόβατο από το στόμα του λύκου και στη λογικήν αυλήν των προβάτων επανέφερε και με θεία χαρίσματα και αρετήν τον εκόσμησε. Και όπως ο ποιμήν που επιθυμεί να ξαναβρή το πλανεμένο αρνί, αφήνει φρόνιμο και πιστό του ζώο ελεύθερο να βόσκει, μη τυχόν το απαντήσει και συντροφιαστά επιστρέψουνε στη μάντρα, έτσι και ο Λόγος του Θεού τη σάρκα που δανείστηκε από την Παρθένον, σαν πρόβατο σε βοσκοτόπι, άφησε στο τραπέζι του Ζακχαίου, όπως, ένεκεν της φιλοξενίας και της συντροφιάς, τον τραβήξει προς την ποίμνην.

Β’ Αλλά τούτο δεν το καταλάβαιναν οι Φαρισαίοι και σχολίαζαν με τις απαίσιές τους γλώσσες και διέβαλλαν το Χριστό που τον έβλεπαν να τρώγει με τους τελώνες. Μα σαν τα ασκιά τα παληά ανοίξανε γιατί δεν μπορούσαν να δεχτούν τον καινούριο δυνατό λόγο της διδασκαλίας. Εμείς όμως, αδελφοί, ας ακολουθήσουμε το μέγα φιλάνθρωπο στην πορείαν του. Εκείνος λοιπόν που τον Ζακχαίον τον τελώνην έφερε στο δρόμο τον καλό και στη λογική μάντρα των Αποστόλων συγκατέλεξε, εκείνος είναι που και την πόρνην την αμαρτωλήν, την εργάτιδα τόσων κακών, ετράβηξε από το φαράγγι του διαβόλου και στην ασφαλισμένη μάντρα την απέδωσε.
Για να γνωρίσετε όμως τη φιλανθρωπία του Χριστού κι από την άλλην των Φαρισαίων την παραφροσύνην και για να μάθετε της αμαρτωλής την επιστροφή, παραθέτω τούτες τις ευαγγελικές ρήσεις, και αν ακούσετε καλά και προσέξετε το ύφος, εύκολα πολύ θα βγάλετε και το νόημά τους. Ηρώτησε, λέγει, τις των Φαρισαίων τον Ιησούν, ίνα φάγη μετ’ αυτού. Και εισελθών εις τον οίκον του Φαρισαίου ανεκλίθη. Ω ανείπωτη χάρις! Ω πρωτάκουστη φιλανθρωπία που δε γνωρίζεις όρια! Και με Φαρισαίους παρακάθεται χωρίς ν’ αποδιώχνει τους τελώνες· και τις πόρνες ελεεί και με τη Σαμαρείτιδα διαλέγεται· και στη Χαναναίαν απαντά και στην αιμορροούσα το κράσπεδον του ιματίου του παραχωρεί και δεν ντρέπεται. Είναι γιατρός για όλα τα πάθη και τα θεραπεύει για να ωφελήσει όλους, τους πονηρούς και τους αγαθούς, τους αχάριστους και τους ευγνώμονες. Έτσι λοιπόν και τώρα που τον προσκαλεί ο Φαρισαίος, δέχεται, και εισέρχεται στην οικίαν του, πλην οικίαν γιομάτη με αμαρτίες. Γιατί όπου Φαρισαίος εκεί είναι η πονηρία, ο τόπος της αμαρτίας, της υπερηφανίας το «καλωσόρισες». Και σε τέτοιο σπίτι ο Κύριος δεν αρνιέται να υπάγει. Και φυσικά, γιατί ως ο ήλιος δε χάνει τη λάμψη του ακόμα και στο βόρβορο σα ρίχνει τις ακτίνες του αλλά τουναντίον τον καθαρίζει, έτσι και ο Χριστός κάθε τόπον αισχύνης και βέβηλον διαλέγει και τη βρωμερήν αμαρτία με τις ακτίνες του διαλύει, κι άσπιλος μένει πάντα ο λόγος της θεότητος.

Γ’ Έτσι ευθύς επήγε στον Φαρισαίον· ήρεμος, σιωπηλός, χωρίς να ελέγξει τη ζωή του. Πρώτα για να αγιάσει τους καλεσμένους, εκείνον που τον κάλεσε, την οικίαν και της πολιτείας τα βρώματα· έπειτα για να δείξει πως δεν ήταν φάσμα η ενανθρώπησή του μα κάτι πραγματικό, πως γίνηκε δηλαδή τέλειος άνθρωπος, κάθισε στο τραπέζι γιατί εκεί έμελλε να έρθει η πόρνη και να δείξει το θερμόν και φωτεινόν τρόπο της μετανοίας. Γι’ αυτό σαν τον κάλεσε ο Φαρισαίος, ευθύς συγκατανεύει για να διδάξη παρουσία των Γραμματέων και Φαρισαίων. Όταν η πόρνη θα ομολογεί τα σφάλματά της, πώς πρέπει να ζητούν συγχώρεση οι αμαρτωλοί από το Θεό και να δέχονται τη χάρη του. Ιδού γαρ, λέγει, γυνή εν τη πόλει, ήτις ην αμαρτωλός. Γυναίκα· η ανερμάτιστη φύση, το πρώτο δίχτυ του διαβόλου, η εισαγωγή της πλάνης, η διδασκάλισσα της παραβάσεως και της ανομίας. Αυτή που γίνηκε για βοήθεια του αντρός, μα πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε εχθρόν του, που δημιουργήθηκε και είναι εκ φύσεως καλή, μα που με την ίδια της τη βούληση γίνηκε κακή· αυτή που έδειξε την ωραιότητα του ξύλου και τον παράδεισον έχασε. Και ιδού γυνή, εν τη πόλει, ήτις ην αμαρτωλός, και της Εύας έφερνε τις αμαρτίες και κατάμεστη ήταν από τις δικές της. Και θα ειπώ πρώτα για την προηγούμενή της συμπεριφορά και πώς σκορπούσε σπάταλα τους τρόπους της, για να αντιληφθήτε καλλίτερα την πολυτέλεια της μετανοίας.

Δ’ Ο Θεός έλαβεν οστούν από την πλευράν του Αδάμ, του προσέθηκε σάρκα και έτσι έκαμε την Εύα, που και γι’ αυτό γυναίκα την κάλεσε, και την έδωσε στον Αδάμ για σύντροφό του. Αλλά μετά που αμάρτησαν και παρέβηκαν τον νόμο και διωχθήκανε από τον Παράδεισον, σαν τιμωρία τους ήρθε και ο θάνατος. Μα για να μη χαθεί ολότελα το ανθρώπινο γένος με τη φθορά του θανάτου, έρχεται ο γάμος ν’ αναχαιτίσει το θάνατο. Για να σπέρνει ο ένας κι ο άλλος να θερίζει· ο ένας να κόβει κι ο άλλος να βλασταίνει. Κι ότι μετά την εισέλαση του θανάτου δόθηκε η χάρη του γάμου, καταφάνερο είναι από το ότι ο Αδάμ μετά την έξοδο από τον Παράδεισο βρέθηκε με την Εύα. Κι έχει γραφτεί ότι σαν βγήκανε από τον Παράδεισο, τότε εγνώρισε ο Αδάμ τη γυναίκα του· προ της αμαρτίας λοιπόν ήταν η παρθενία, που διατηρούσε αμόλυντο και καθαρό το χιτώνα της φύσεως. Μετά λοιπόν από την ανομία, ύστερα από την τιμωρία του θανάτου εισέλασε ο γάμος για να εξασθενήσει το θάνατο με την άνθησή του και να τον νικήσει με την αρχοντική του βλάστηση. Και για να μη χαθή το ανθρώπινο γένος αλλά τουναντίον να πληθυνθεί ψηφίστηκε ο νόμος του γάμου. Και στον άνδρα χάρισε την ηδονή και στη γυναίκα τη θωπεία και την ωραιότητα, ωραιότητα πρόσκαιρη, όχι για να ερεθίζωνται ανάμεσά τους και να ωθούνται σε άνομες μίξεις, αλλά για να ενώνονται έννομα με το θεσμό του γάμου. Όθεν η μίξις ύστερα από νόμιμον γάμον είναι τίμια και ευλογημένη από το Θεό. Αλλά εκείνη που γίνεται για να κερδίσει η σάρκα την ηδονή, έχει μέσα της το θάνατο. Τίμιος γαρ ο γάμος εν πάσι, και η κοίτη αμίαντος· πόρνους δε και μοιχούς κρινεί ο Θεός. Όσες λοιπόν νόμιμα γνώρισαν τους άνδρες για να κάμουν παιδιά, είναι αψεγάδιαστες· όπως η Σάρρα, και η Ραβέκκα, και η Ραχήλ. Και οποιαδήποτε άλλη. Εκείνες όμως που διεγείρουν τους νέους, και τους σπρώχνουν στην ακολασία για να χαρούν την άνομη ηδονή, αυτές είναι καταδικασμένες για τη φθορά, γιατί τον ναόν του Θεού καταστρέφουν. Ει τις γαρ, λέγει, φθείρει τον ναόν του Θεού, φθερεί τούτον ο Θεός. Και από τούτες ήτανε η αμαρτωλή που λέγουμε. Κι αφού τόσον αισχρά εκμεταλλεύτηκε τη φύση, με το να χρωματίζει με φτηνή βαφή το πρόσωπό της, και με επιδεξιότητα να προσπαθεί πώς να φανεί ελκυστική, έσερνε τυφλά τους νέους στην ακολασία και τους έσπρωχνε στο βάραθρο της πορνείας.

Ε’ Και δεν τα λέγω αυτά, για να περιγελάσω εκείνα που έκαμε· αλλά τουναντίον για να την επαινέσω, με το να ξέρετε από πού ξεκίνησε και πού έφτασε. Και λέγω ποια ήτανε πρώτα, για να σας δείξω τι γίνηκε τώρα. Και όλα τα αμαρτήματά της καταλεπτώς τα ιστορώ, για να δείξω τα κατορθώματα της μετανοίας. Αλλά αυτή, που δε μεταχειρίστηκε ως έπρεπε το σώμα της· μα άλλους σαγήνευε με τις πλεξούδες των μαλλιών της, άλλους εμάγευε με τα δάκρυά της κι άλλους με τη θρασύτητά της και όλους από παντού τους ωδηγούσε στο βάραθρο της ακολασίας, αυτή τώρα τον αισχρό και σαρκικόν έρωτά της αλλάζει σε θεία και ουράνια στοργή.
Σαν είδε τον Ιησού άλλοτε να μιλά με τη Σαμαρείτιδα κι άλλοτε να σιμώνει τη Χαναναία, κι άλλη φορά να διαπιστώνει την κλοπή της αιμορροούσης, και πότε να τρώγει με τους τελώνες και πότε να επισκέπτεται τους Φαρισαίους, σκέφτηκε. Αφού τις πόρνες και τους αμαρτωλούς και τους τελώνες καταδέχεται, ως πότε θα σπαρταράω σαν ψάρι για την ηδονή και θα βυθίζομαι συνεχώς στα πελάγη της αμαρτίας; Δε θα μείνω για πάντα στον κόσμο, ούτε ωραία θα μείνω, γιατί το καθένα έχει στον καιρό του το θάνατο και όλα μαραίνονται· και τα άνθη και τα κρίνα κι οι ομορφιές του προσώπου. Και τι θα πάθω για τα έργα μου; Αρχίζω τώρα και εννοώ τη φωτιά της κολάσεως και η ψυχή μου μετανοεί, γιατί προσπαθώντας με κάθε μέσο πώς να φανώ ωραιότερη για την καταστροφή των νέων, έβγαινα στους δρόμους της πολιτείας και στην αγορά κι έτρεχα στις μαζώξεις των ανθρώπων κι είχα για δίχτυ μου τα πόδια κι ως δόλωμα τις ωραίες μου κουβέντες.
Ω πόσους νεαρούς κατέστρεψα με τις ματιές μου, τις γιομάτες αναίδεια και πάθος. Κι έκαμνα πολλά φτιασίδια κι αυτό για βλάβη πάλιν εκείνων που με κυτούσαν, και πότε ύψωνα τα μαλλιά μου σε σειρές απανωτές σαν πύργο, και πότε άφηνα από ψηλά πολλές πλεξούδες αφρόντιστα να χαλούν στο μέτωπό μου. Και τα μάγουλά μου έβαφα και τα μάτια μου τα είχα πάντα με μαυράδια. Και πότε με δάκρυα ψεύτικα έκαμνα τους νέους να πέφτουνε μπροστά μου. Ω, τι θα καταντήσω για τούτα, και ποιο γιατρό θα βρω σε όλα τούτα τα πάθη; Αν εξομολογηθώ τις ανομίες μου στους ανθρώπους, ανώφελη θα είναι η εκμυστήρευσή μου· να κρύψω τα αμαρτήματά μου δε μπορώ. Κι από πού να τα κρύψω μιας που το Θεό δε μπορώ να ξεγελάσω; Και πού να πάω που παντού το δικαστή βρίσκω μπροστά μου; που ναι μεν δε φαίνεται μα παντού με ελέγχει; Μια ελπίδα σωτηρίας μου απομένει, μια ευκαιρία για τη ζωή· να βρω τον Ιησού και να τρέξω κοντά του. Αυτός που τους Τελώνες δέχεται δεν απαρνιέται την πόρνη. Αυτός που δειπνεί μαζί με τους Φαρισαίους δε διώχνει τα δάκρυα της αμαρτωλής. Κι επειδή ξέρω πως βρίσκεται στου Σίμωνα του Φαρισαίου, εκεί θα πάω. Μα τι να του ζητήσω σαν πάω; Την υγεία των ματιών μου; Μα είναι πρόσκαιρο το χάρισμα. Ν’ απαλλαγώ από την αρρώστεια; Μικρό το κατόρθωμα, γιατί ο αιώνιος θάνατος είναι πιο μεγάλος από τη σύντομη τούτη ζωή. Απ’ όλα θα παραιτηθώ λοιπόν, τα σωματικά, και την υγεία της ψυχής μου θα ζητήσω. Και μια λύση στα κακά και τις αμαρτίες που σώρεψα είναι να δω το Δικαστή και να προλάβω την κόλαση. Θα μιμηθώ την πόρνη τη Ραάβ, και θα ζηλέψω την ενάρετη ζωή της γυναικός. Και τίποτε άλλο δε ζητεί ο Θεός πλην της μετανοίας.

Ϛ’ Και σα σκέφτηκε τούτα, που είπαμε, με ευσέβεια, και σαν μετάστρεψε τον νου της στην πίστη, έρχεται στον Ιησού με παρρησία να ομολογήση την αναίδειά της. Και δε λέγει τίποτε· δεν τολμούσεν· ήξερε πως εκείνος που εποπτεύει τους λογισμούς δεν έχει ανάγκη από λόγια. Και τι θα του έλεγε αφού όλα τα γνωρίζει! Πως αμάρτησε κι εργάστηκε την ανομία; Πώς ερωτεύονταν κι απολάμβανε τις σαρκικές ηδονές; Αυτά τα ήξερε καλά ο Θεός, όχι γιατί γίνηκαν αλλά γιατί γνωρίζει και τους λογισμούς στα μύχια της καρδιάς μας. Επειδή λοιπόν εγνώριζε πως όλα είναι φανερά στο Θεό και δε μπορεί να τον ξεγελάση, σφάλησε το στόμα της κι άνοιξε τα δάκρυά της να μιλήσει. Στάσα γαρ, λέγει, παρά τους πόδας του Ιησού, κλαίουσα ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσιν. Και δε μιλούσε με το στόμα της, αλλά με στεναγμούς και με καρδιά συντετριμμένη έλεγε την άβυσσο των αμαρτιών της· τους άσεμνους στοχασμούς, και τις αισχρές μνήμες, τις βέβηλες πράξεις και τις άνομες ομιλίες ομολογούσε. Και δεν υπήρξε τίποτα που να έκαμε και που δεν το πλήρωσε με δάκρυα. Κι ήξερε καλά πως για ότι έλεγε ελάβαινε την συγχώρεση. Είπα γαρ, λέγει, εξαγορεύσω κατ’ εμού την ανομίαν μου, και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου. Και όχι μόνον χωρίς να ομιλεί, ομολογούσε ζητώντας την εξιλέωση του Κυρίου με τους στεναγμούς της καρδιάς της· αλλά εξεπλήρωσε και το ωραίο σχήμα της μετανοίας. Εδάκρυσε γιατί γέλασε πολύ· και με τα καλά δάκρυα λούζει το κακό της γέλιο· με τις σταγόνες των ματιών της ξεπλένει την αμαρτία από τα μάγουλά της· ήγουν με εκείνα που αμάρτησε με τούτα και απολογιέται· με όσα έπραξε τις ανομίες, με αυτά ζητεί να εξιλεώσει το νομοθέτη. Όπως ακριβώς ο Δαβίδ, το στρώμα που μόλυνε με εναγκαλισμούς το ξέπλυνε με τα δάκρυα…….

(Μετάφρ. Θεοδόση Νικολάου, Κυπρίου, "ΚΙΒΩΤΟΣ", ΕΤΟΣ Α', ΜΑΡΤΙΟΣ 1952, ΑΡΙΘΜ. ΦΥΛΛ. 3)
 
http://agapienxristou.blogspot.ca/2015/04/blog-post_7.html