Saturday, June 27, 2015

Μεγάλος φόβος, την ώρα του θανά­του ( Οσίου Εφραίμ του Σύρου )



Μεγάλος φόβος, αδελφοί, θα μας κυριεύσει την ώρα του θανά­του, όταν η ψυχή χωρίζεται από το σώμα με φόβο και οδύνες. Διότι την ώρα του χωρισμού στέκονται μπροστά στην ψυχή τα έργα της, όσα έκανε τη νύχτα και τη μέρα, καλά και κακά, και οι Άγγελοι σπεύδουν βιαστικά να την βγάλουν έξω από το σώμα˙ αλλά η ψυχή παρατηρώντας τα έργα της δειλιάζει να βγει.



Η ψυχή μάλιστα του αμαρτωλού με φόβο χωρίζεται από το σώμα και με τρόμο αναχωρεί για να παρουσιασθεί στον αθάνατο Βασιλιά˙ και καθώς αναγκάζεται να βγει από το σώμα, βλέποντας τα έργα της, λέει σ’ αυτά με φόβο˙ «Δώστε μου προθεσμία μια ώρα, να βγω». Απαντούν σ’ αυτή τα έργα της· «Εσύ μας έκανες· γι’ αυτό ας πάμε εμείς στον Θεό μαζί μ’ εσένα».



Ας μισήσουμε, αδελφοί, αυτή τη μάταια ζωή, και ας ποθήσου­με μόνο τον Χριστό, τον άγιο. Δεν ξέρουμε, αδελφοί, σε ποια ώρα θα συμβεί ο θάνατός μας. Κανείς από μας δε γνωρίζει την ώρα η τη μέρα του χωρισμού. Ξαφνικά μάλιστα, καθώς εμείς βαδίζουμε και χαιρόμαστε αμέριμνα τις απολαύσεις στη γη, έρχεται το πρόσταγμα να πάρουν την ψυχή από το σώμα˙ και αναχωρεί ο αμαρτωλός άπ’ αυτό τον κόσμο τη μέρα που δεν το περιμένει, ενώ η ψυχή του είναι γεμάτη αμαρτίες και δεν έχει παρρησία. Γι’αυτό παρακαλώ, αδελ­φοί, ας γίνουμε ελεύθεροι και ας μη διατηρούμε τη δουλεία αυτής της ματαίας ζωής. Ας δώσουμε φτερά στην ψυχή μας, για να πετά­ει καθημερινά προς τον Θεό, μακριά από τιςπαγίδες και τα σκάνδα­λα. Ο Πονηρός κρύβει συνεχώς τις παγίδες του μπροστά στην ψυχή μας, ώστε, αφού πρώτα την σκανδαλίσει, να την παρασύρει με τις παγίδες του στην αιώνια κόλαση.

Βαδίζουμε ανάμεσα στα σκάνδαλα και στις παγίδες, αγαπητοί˙ ας προσευχόμαστε να μην πέσουμε σ’ αυτές. Είναι γεμάτες γλυκύτη­τα οι παγίδες του θανάτου. Ας μη δεθεί η ψυχή μας στη γλυκύτητά τους. Η γλυκύτητα των παγίδων τού θανάτου είναι η μέριμνα για τα γήινα πράγματα και για ταχρήματα και τους λογισμούς και τις πονηρές πράξεις. Μη γλυκαθείς εσύ, αδελφέ, με τη γλυκύτητα της παγίδας του θανάτου. Μη χαλαρώσεις τον εαυτό σου, ούτε να παρα­δοθείς στη μελέτη των πονηρών λογισμών. Αν ο ρυπαρός λογισμός βρει είσοδο να μπει μέσα στην ψυχή σου, την κάνει να νιώσει γλυκύ­τητα με την πονηρή μελέτη, για να την θανατώσει, και γίνεται ο πονηρός λογισμός σαν μια παγίδα μέσα στην ψυχή, αν συμβεί να μη διωχθεί με την προσευχή και τα δάκρυα, με την εγκράτεια και την αγρυπνία.


Γίνε συνεχώς ελεύθερος από όλα τα γήινα πράγματα, για να γλυτώσεις από τις παγίδες και τους λογισμούς και τις πονηρές πράξεις. Μη χαλαρώσεις τον εαυτό σου ούτε στιγμή στη μελέτη τού πονηρού λογισμού. Ας μην παρατείνει ο πονηρός λογισμός την πα­ραμονή του στην ψυχή σου, αδελφέ. Να καταφεύγεις πάντοτε στον Θεό με προσευχή και νηστεία και δάκρυα, για να γλυτώσεις από όλες τις παγίδες και τα σκάνδαλα και τα πάθη.



Μη νομίσεις, αδελφέ, ότι πρόκειται να ζήσεις πολύ χρόνο επά­νω στη γη, και χαλαρώσεις τον εαυτό σου στη μελέτη των πονηρών λογισμών και πράξεων, και έρθει ξαφνικά η προσταγή του Κυρίου και σε βρει να αμαρτάνεις χωρίς να έχεις πια καιρό μετάνοιας, ούτε επίσης συγχώρηση. Και τι θα πεις κατά την ώρα του χωρισμού, αδελφέ; Διότι συμβαίνει να μη σου επιτρέπει η προσταγή τού Κυρίου να παραμείνεις ούτε στιγμή επάνω στη γη. Πολλοί είναι που νομί­ζουν ότι πρόκειται να ζήσουν πολύ χρόνο στη γη, αλλά ήρθε ξαφνι­κά ο θάνατος, έθαψε τη μάταια προσδοκία. Ήρθε ξαφνικά ο θάνατος και βρήκε τον άνθρωπο, τον αμαρτωλό και πλούσιο, που λογάριαζε να ζήσει πολλά χρόνια με άνεση στη γη, να μετρά με τα δάχτυλα τα κεφάλαια και τους τόκους, και να διαιρεί με τη σκέψη τα άφθονα πλούτη του και να τα αναλογεί σε πολλά χρόνια.Ήρθε ξαφνικά ο θάνατος και σε μια στιγμή εξαφάνισε συγχρόνως όλο τον υπολογι­σμό και τον πλούτο και τη μέριμνα τού μάταιου λογισμού. Ήρθε επίσης ο θάνατος και βρήκε τον δίκαιο και όσιο άνθρωπο να μαζεύει τον πλούτο των ουρανών με την προσευχή και τη νηστεία.



Να έχεις πάντοτε μπροστά στα μάτια σου το θάνατο, αδελφέ μου, και να μη φοβάσαι το χωρισμό από το σώμα σου. Έτσι να προσμένεις και συ πάντοτε, σαν συνετός και πνευματικός άνθρωπος, καθημερινά το θάνατο και την παρουσία σου στο βήμα τού Κυρίου.

Ετοίμασε κάθε μέρα το λυχνάρι σου, σαν φρόνιμος και πρόθυμος άνθρωπος˙ πρόσεξέ το κάθε ώρα, με δάκρυα και προσευχές. Όσο χρονικό διάστημα, αδελφέ, είσαι ελεύθερος, βιάσου. Διότι έρχεται ο καιρός, γεμάτος δειλία και φόβο και θόρυβο, ο οποίος εξαιτίας της σύγχυσής του δεν επιτρέπει να συλλογίζεσαι αυτά που είναι ανώτερα.



Προσέχετε, αγαπητοί μου, πως αναπτύσσονται όλα τα πονηρά και πως προοδεύουν κάθε μέρα τα κακά και πως προχωρεί η πονη­ρία. Αυτά περιμένουν τη σύγχυση που έρχεται, και τη μεγάλη θλί­ψη που πρόκειται να έρθει σε όλα τα πέρατα της γης. Από τις αμαρτίες μας και από τη χαυνότητά μας προχωρούν τα πονηρά. Ας γίνουμε άγρυπνοι κάθε μέρα, φιλόθεοι πολεμιστές˙ ας νικήσουμε στον πόλεμο τού Εχθρού, φιλόχριστοι˙ ας διδαχθούμε τις συνήθειες τού πολέμου˙ διότι είναι αόρατος. Συνήθειες αυτού τού πολέμου είναι πάντοτε η απαλλαγή από τα γήινα πράγματα. Αν έχεις μπρο­στά στα μάτια σου κάθε μέρα το θάνατο, δε θα αμαρτάνεις. Αν απαλλαγείς από τα γήινα πράγματα, δε θα νικηθείς στον πόλεμο. Αν μισήσεις τα γήινα, καταφρονώντας τα προσωρινά, θα μπορέσεις να πάρεις, σαν γενναίος πολεμιστής, το βραβείο της νίκης. Επειδή δηλαδή τα γήινα έλκουν τον άνθρωπο κάτω, προς τον εαυτό τους, γι’ αυτό και τα πάθη σκοτίζουν στον πόλεμο τα μάτια της καρδίας.



Γι’ αυτό το λόγο μας πολεμά και μας νικά ο Πονηρός, επειδή είμα­στε γεμάτοι από γήινα και υπηρετούμε σαν δούλοι τα πάθη των γήι­νων μερίμνων διότι όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, αγαπούμε τα γήινα, αδελφοί, και ο νους μας είναι καρφωμένος στη γη εξαιτίας της χα­λαρότητάς μας. Η μέρα τελειώνει πια και ο χρόνος μας πλησίασε προς το βράδυ, αλλά εμείς, αγαπητοί, εξαιτίας της απιστίας μας νο­μίζουμε ότι είναι πρωί.

Ας φοβηθούμε, αγαπητοί. Είναι ενδέκατη ώρα της μέρας, και το μάκρος του δρόμου είναι μεγάλο. Ας φροντίσουμε να βρεθούμε στο σταθμό μας. Ας γίνουμε άγρυπνοι και ας φυλάξουμε τους εαυ­τούς μας από τον ύπνο, όπως οι άυπνοι. Δε γνωρίζουμε ποια ώρα θα έρθει ο Δεσπότης. Ας ελαφρύνουμε τους εαυτούς μας από το βά­ρος των γήινων πραγμάτων. «Μη μεριμνάτε εντελώς», είπε ο Κύ­ριος. Το να αγαπάμε όλους παραγγέλλει σ’ εμάς ο Θεός, εμείς όμως μάλλον διώξαμε την αγάπη, και αυτή έφυγε από τη γη. Δε βρίσκεις επάνω στη γη την αγάπη τέλεια, σύμφωνα με το θέλημα τού Θεού. Από όλους διώχθηκε˙ από όλους μισήθηκε η αγάπη˙ πε­ρισσότερο βασιλεύει ο φθόνος˙ οι φιλονεικίες και οι συγχύσεις επάνω στη γη πληθύνουν οι αδικίες κάλυψαν όλους, χωρίς εξαίρεση˙ ο κα­θένας ζητά με πόθο τα γήινα και καταφρονεί τα ουράνια˙ ποθεί τα προσωρινά, και κανείς δεν αγαπά τα μέλλοντα.



Ποθείς να είσαι ουράνιος; Μη ζητάς αυτά που είναι επάνω στη γη, αλλά μίσησέτα και δείξε αποστροφή και αγωνίσου, ως τέλειος, και πόθησε, ως τέλειος, τη βασιλεία των ουρανών. Μη συλλογίζεσαι λέγοντας˙ «Είναι πολύς ο χρόνος της ασκήσεως και βαρύς, και εγώ, είμαι αμελής και αδύνατος και δεν μπορώ να αγωνισθώ». Άκουσε με προσοχή τα λόγια της ωραίας και καλής συμβουλής˙ μάθε καλά τι σου λέω, φιλόχριστε αδελφέ. Αν θελήσεις να αναχωρήσεις σε άλλη μακρινή χώρα, δεν μπορείς να διανύσεις την απόσταση όλου του δρόμου σε μια ώρα, αλλά υπολογίζοντας το περπάτημα σου καθη­μερινά κάνεις στάση και αναχωρείς, και μετά από καιρό και κόπο φθάνεις στη χώρα που ζητάς.



Έτσι είναι η ουράνια βασιλεία και η τρυφή του παραδείσου. Ο καθένας φθάνει εκεί με νηστείες και εγ­κράτεια και αγρυπνίες και αγάπη. Αυτοί είναι οι δρόμοι που οδη­γούν στον ουρανό, προς τον Θεό. Μη φοβηθείς να βάλεις αρχή του κάλου δρόμου, που φέρνει στη ζωή. Να θέλεις μόνο να βαδίσεις στο δρόμο, και αν βρεθείς ολοπρόθυμος, αμέσως ο δρόμος γίνεται ίσιος μπροστά σου. Και βαδίζοντας με χαρά κάνεις στάσεις, τερπόμενος σ’ αυτές· διότι δυναμώνουν τα βήματα της ψυχής σου στην κάθε στάση. Και για να μη βρεις δυσκολία στο δρόμο που οδηγεί στη ζωή, ο Κύ­ριος ο ίδιος έγινε δια μέσου του εαυτού του δρόμος της ζωής, για όσους θέλουν να αναχωρήσουν και να έρθουν με χαρά στον Πατέρα των φώτων.


  Οσίου Εφραίμ του Σύρου

Thursday, June 25, 2015

Η πνευματική εἰρήνη τῆς καρδιᾶς ( Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης)


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ΄ Ἡ πνευματική εἰρήνη τῆς καρδιᾶς

Η καρδιά σου, αγαπητέ, κτίσθηκε από τον Θεό μόνο για τον σκοπό αυτόν, δηλαδή για να αγαπάται και να κατοικήται από αυτόν. Γι αυτό καθημερινά σου φωνάζει να του την δώσης: «Υιε, δος μου την καρδιά σου» (Παρ. 23,26). Επειδή όμως ο Θεός είναι η ειρήνη που είναι ανώτερη από κάθε νού, πρέπει η καρδιά που πρόκειται να τον δεχθή, να είναι ειρηνική και ατάραχη, όπως είπε ο Δαβίδ: «Εγενήθη ο τόπος σου εν ειρήνη» (Ψαλμ. 75,2). Γι αυτό πρέπει πρώτα από όλα να στερεώσης την καρδιά σου σε μία ειρηνική κατάστασι, ώστε όλες σου οι εξωτερικές σου αρετές να γεννιώνται από την ειρήνη αυτή και από τις άλλες εσωτερικές αρετές, όπως είπε εκείνος ο μέγας ησυχαστής Αρσένιος: «Φρόντισε ώστε όλη σου η εσωτερική εργασία να είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και να νικήσης τα εξωτερικά πάθη».

Διότι κι αν οι σωματικές σκληραγωγίες και όλες οι ασκήσεις με τις οποίες ασκείται το σώμα είναι άξιες επαίνου, όταν είναι με διάκρισι και μέτριες, όπως αρμόζει στο πρόσωπο που τις κάνει, όμως εσύ ποτέ δεν θα αποκτήσης καμία αληθινή αρετή μόνο δια μέσου των αρετών που αναφέρθηκαν προηγουμένως, παρά ματαιότητα και κενοδοξία, αν και οι ασκήσεις αυτές δεν παίρνουν δύναμι και ζωή και δεν κυβερνούνται από τις εσωτερικές και ψυχικές αρετές.


Η ζωή του ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας πόλεμος και πειρασμός συνεχής, όπως είπε και ο Ιώβ: «Δεν είναι ένα πειρατήριο η ζωή του ανθρώπου πάνω στη γη;» (7,1). Λοιπόν εξ αιτίας του πολέμου αυτού εσύ πρέπει πάντοτε να είσαι άγρυπνος και να προσέχης πολύ και να παρατηρής την καρδιά σου να είναι πάντοτε ειρηνική και αναπαυμένη. Και όταν σηκώνεται οποιοδήποτε κύμα ταραχής στην ψυχή σου, να παραμένης πρόθυμος για να ησυχάζης και να ειρηνεύης αμέσως την καρδιά σου μη αφήνοντάς την να αλλάξη πορεία και να καταστραφή από την ταραχή εκείνη. Γιατί η καρδιά του ανθρώπου είναι όμοια με το βαρίδι του ωρολογιού και με το τιμόνι του καραβιού. Και όπως όταν κάποιο βαρίδι του ωρολογιού ξεκρεμασθή από την θέσι του αμέσως κινούνται και όλοι οι τροχοί, και όταν το τιμόνι δεν πάρη καλή στροφή, τότε όλο το καράβι φεύγει από την κανονική του πορεία, το ίδιο συμβαίνει και με την καρδιά: όταν μία φορά ταραχθή, αμέσως συγκινούνται όλα τα εσωτερικά και εξωτερικά όργανα του σώματος και ο ίδιος ο νους βγαίνει από τη σωστή του κίνησι και τον ορθό λόγο του. Γι αυτό πρέπει πάντοτε να ειρηνεύης την καρδιά σου, κάθε φορά που τύχει κάποια ενόχλησι και σύγχυσι εσωτερική, είτε την ώρα της προσευχής, είτε σε κάθε άλλον καιρό.

Και να γνωρίζης το εξής· τότε ξέρεις να προσεύχεσαι καλά, όταν γνωρίζης να εργάζεσαι καλά και να παραμένης ειρηνικός, διότι και ο απόστολος παραγγέλλει να προσευχώμαστε ειρηνικά, χωρίς οργή και διαλογισμούς (Α΄ Τιμ. 2,8). Έτσι σκέψου ότι κάθε εργασία σου πρέπει να γίνεται με ειρήνη, γλυκύτητα και χωρίς βία. Μέ συντομία, όλη γενικά η άσκησις της ζωής σου πρέπει να γίνεται για να έχης ειρήνη στην καρδιά σου και να μη συγχίζεται και στη συνέχεια με την ειρήνη αυτή να εκτελής όλα σου τα έργα με ειρήνη και πραότητα, όπως έχει γραφή: «Τέκνο μου με πραότητα να εκτελής τα έργα σου» (Σείρ. 3,17), για να αξιωθής του μακαρισμού των πράων που λέγει: «Μακάριοι όσοι φέρονται με πραότητα στους άλλους, διότι αυτοί θα κληρονομήσουν την γη της επαγγελίας» (Ματθ. 5,5).


Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
 

Απόδοση στη νέα Ελληνική: Ιερομόναχος Βενέδικτος 
Έκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ ( Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς )




Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.


Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.


Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/06/blog-post_4885.html

Wednesday, June 24, 2015

"Χαιρετιστήριοι Οίκοι εις τον Άγιο Νικόλαο τον Νέο τον εν Βουνένοις"



Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.

Τὸν ἐξ Ἑῴας ἀνατείλαντα ὡς ἥλιον, Μαρτύρων κλέος καὶ Ὁσίων ἀκροθίνιον, καταυγάσαντα συνέσει τε καὶ ἀνδρείᾳ, τῶν Βουνένων τοὺς δρυμοὺς νῦν μελῳδήσωμεν, καὶ τὴν ἄθλησιν αὐτοῦ ἐν ὕμνοις στέψωμεν, ἀνακράζοντες· Χαῖρε Μάρτυς Νικόλαε.


Ἄγγελος φωτοφόρος, ἀληθῶς ἀνεδείχθης, Νικόλαε Βουνένων λαμπρότης· (ἐκ γ΄) ἀρετῆς γὰρ ἐκλάμψας βολαῖς, καὶ ἀνδρείας νέε ἀθλητὰ ηὔγασας, πιστοὺς ἀνευφημοῦντάς σε, καὶ ὕμνοις μελιχροῖς βοῶντας·


Χαῖρε βολὶς ἀρετῶν καλλίστων· χαῖρε κρηπὶς ἀθλητῶν ἀρίστων.

Χαῖρε τῆς ἀγάπης ἀστὴρ ὁ ἀνέσπερος· χαῖρε τῆς ἀπάτης πρηστὴρ ὁ ὀλέθριος.

Χαῖρε ὅτι καθηγίασας τῶν Βουνένων τὰς κλιτῦς· χαῖρε ὅτι κατεφώτισας σαῖς αὐγαῖς τοὺς εὐσεβεῖς.

Χαῖρε ὅτι καθεῖλες τῶν Ἀράβων τὰ στίφη· χαῖρε ὅτι ἀνεῖλες τῶν ἀπίστων τὰ πλήθη.

Χαῖρε βροτῶν ταχεῖα ἀντίληψις· χαῖρε πολλῶν νοσοῦντων ἡ ἴασις.

Χαῖρε καρπῶν ζηλωτὰ ἀιωνίων· χαῖρε ναπῶν πεζοπόρε τιμίων.

Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.

Βλάστημα τῆς Ἑῴας, εὐανθὲς καὶ εὐῶδες, ἀνέθηλας σοφίας τὰ ῥόδα, ἐν λειμῶνι γὰρ θείῳ Χριστοῦ, ἐξανθήσας πίστεως καρποὺς ἤνεγκας, ἀνδρείαν καὶ εὐσέβειαν, Χριστὸν ἀξιοχρέως μέλπων·

Ἀλληλούϊα.



Γνώμονα σωφροσύνης, εὐψυχίας καὶ τόλμης, οἰόμενός σε εἶναι ὁ Λέων, τῶν ἡθῶν δὲ ἰδὼν εὐσταθές, καὶ τῆς γνώμης σου τὸ ἐμβριθὲς ὥρισε, Λαρίσης σὲ ταξίαρχον, καὶ ἔσπευσεν βοᾶν σοι ταῦτα·


Χαῖρε ἠθῶν χρυσοῦν ἐκμαγεῖον·

χαῖρε κανὼν ὁπλιτῶν ἀνδρείων.

Χαῖρε ἀπαθείας ὡραῖον θησαύρισμα·

χαῖρε ἀριστείας τὸ ἔμπνουν ἐκτύπωμα.

Χαῖρε ὁ τῷ θείῳ γάλακτι εὐσεβείας ἐκτραφείς·

χαῖρε ὁ χλαμύδα πίστεως τῆς ἀμώμου ἐνδυθείς.

Χαῖρε ὁ τῆς σοφίας τοὺς καρποὺς ἀγαπήσας·

χαῖρε ὁ τὴν μωρίαν παιδιόθεν μισήσας.

Χαῖρε υἱὲ τῆς χάριτος γνήσιε·

χαῖρε ναὲ ἁγνείας πολύφωτε.

Χαῖρε Σταυροῦ ὁ τῷ σθένει ἰσχύσας·

χαῖρε, τὸν ῥοῦν μαρτυρίου ὁ πλεύσας.

Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.

Δῶρον τοῖς Λαρισαίοις, τιμαλφὲς ἀπεστάλης, Νικόλαε τῆς πίστεως βάθρον. Τὴν σὴν ὄθεν βροτῶν οἱ χοροί, εὐτολμίαν ἅμα καὶ βουλὴν βλέποντες, ἐθαύμαζον καὶ ἔψαλον, εὐσχήμως τῷ Χριστῷ βοῶντες·

Ἀλληλούϊα.



Ἔλαμψας ὥσπερ ἄλλος, φωταυγὴς καὶ φωσφόρος, ἀστὴρ ἐν Θετταλίᾳ τρισμάκαρ. Τῶν πιστῶν οὖν εὐφράνας τὸν νοῦν, καὶ ψυχὰς φαιδρύνας σῶν ἀνδρῶν πράξεσι, καὶ ῥήμασιν ἐνθέοις σου, συνήγειρας αὐτοὺς βοᾶν σοι·


Χαῖρε κρατὴρ χαρισμάτων θείων·

χαῖρε λαμπτὴρ δωρεῶν τιμίων.

Χαῖρε εὐρωστίας τὸ κρίνον τὸ εὔοσμον·

χαῖρε εὐκοσμίας στρουθίον τὸ εὔλαλον.

Χαῖρε τύπος ἐνθεώτατος εὐκλεῶν στρατιωτῶν·

χαῖρε πύργος ἀδιάσειστος στεῤῥοψύχων ἀθλητῶν.

Χαῖρε ὅτι Ἀράβων καταπαύεις μανίαν·

χαῖρε ὅτι ἀφρόνως ἐκδιώκεις σκοτίαν.

Χαῖρε σεπτῶν μαρτύρων ὡράϊσμα·

χαῖρε πολλῶν στενόντων διάσωσμα.

Χαῖρε λαμπρὸς θησαυρὸς Λαρισαίων·

χαῖρε πυρσὸς ὁπλιτῶν παναλκίμων.

Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.

Ζῆλον ἔνθεον ἔχων, εὐσεβοῦς πολιτείας, ἐπτέρωσας τὸν νοῦν πρὸς λειμῶνας, τῆς ἐν πόλῳ ἀλήκτου χαρᾶς, πρὸς ἥν καὶ ἀνδρῶν σου τὰς ὁδοὺς ἴθυνας, Νικόλαε πανένδοξε, τῶν πίστει ἐκ ψυχῆς βοώντων·

Ἀλληλούϊα.



Ἤγαγες σοῦς ὁπλίτας, καὶ ἀμάχων τὸ πλῆθος, πρὸς ὄρη τοῦ Τυρνάβου αἰσίως, τῶν θηρῶν γὰρ φυγὼν τὰς ὀρδάς, τοῦ λαοῦ τὸ πόθον εἰς Χριστὸν ηὔξανες, νηστείαις καὶ ἐντεύξεσι. Διό σοι εὐθαρσῶς βοῶμεν·


Χαῖρε ἐσθλῶν αἰωνίων βῆμα·

χαῖρε πολλῶν θαυμασίων σῆμα.

Χαῖρε θεϊκῶν χαρισμάτων ὁ ἔμπλεως·

χαῖρε ψυχικῶν ἀρετῶν ὁ ἀνάπλεως.

Χαῖρε ὅτι κατεπάτησας τῶν ἀπίστων τὰς ὁρμάς·

χαῖρε ὅτι κατηγλάϊσας εὐσεβούντων τᾶς ψυχάς.

Χαῖρε τῆς Θετταλίας πολυδόξαστον γέρας·

χαῖρε τῆς Ἐκκλησίας θεοτίμητον κέρας.

Χαῖρε βροτῶν Ἁγίων ὑπόδειγμα·

χαῖρε στεῤῥῶν ἀρχόντων ὡράϊσμα.

Χαῖρε εἰκὼν εὐλαβοῦς πολιτείας·

χαῖρε λειμὼν ευθαλὲς σωτηρίας.

Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.

Θεοφόβως σχολάζων, ὦ Νικόλαε θεῖε, ἐν ἄλσεσι Τυρνάβου σὺν πάσῃ, συνοδείᾳ τῇ σῇ ὡς δεκτήν, τῷ Θεῷ θυσίαν παννυχὶ ἔφερες, δακρύων σου τὰ χεύματα, Χριστῷ ἀδιαλείπτως ψάλλων·



Ἀλληλούϊα.



Ἰσουράνιον ὕμνον, τῷ Δεσπότῃ προσῇδεν, Χριστῷ ἡ γεραρὰ λεγεών σου, ἀναμένουσα τὴν προσβολήν, τῶν ἐχθρῶν πρὸς ἄθλους ἑαυτὴν ἔνδοξε, ἀσμένως προηυτρέπιζε, καὶ σοὶ τῷ ἀρχηγῷ ἐβόα·



Χαῖρε ὀλκὰς εὐσεβοῦς ἀνδρείας·



χαῖρε λαμπὰς τῆς Θεοῦ σοφίας.



Χαῖρε ὁ φαιδρύνας πιστῶν τὴ διάνοιαν·



χαῖρε ὁ αἰσχύνας Ἀράβων τὴν ἄνοιαν.



Χαῖρε στῦλε θεοστήρικτε Λαρισαίων εὐλαβῶν·



χαῖρε Νεῖλε καλλιρεέθρε θεοσδότων ἀρετῶν.



Χαῖρε ὅτι ἡγήσω ἀθλητῶν παναλκίμων·



χαῖρε ὅτι ἀπώσω τὰς ὀρδὰς τῶν ἀνόμων.



Χαῖρε πυρᾶς ἁγίας ζωπύρημα·



χαῖρε λιβὰς ψυχὰς καταρδεύσουσα.



Χαῖρε δι’ οὗ ὁ Χριστὸς ἀνυμνεῖται·



χαῖρε δι’ οὗ ὁ Βελίαρ τροποῦται.



Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.



Κῆρυξ τῆς τρισακτίνου, καὶ πανσόφου Τριάδος, ἐπώφθης διαπρύσιος ὄντως, ἀκλινῶς γὰρ κηρύσσων Χριστοῦ, τὴν ἁγίαν πίστιν ἐκ ψυχῆς ἄριστε, τὰς τρίβους ἐπεπόθησας, Μαρτύρων διοδεῦσαι ψάλλων·

Ἀλληλούϊα.



Λάμψας ὡς ἑωσφόρος, τηλαυγὴς ἀσθενίας, ἐν τῷ κατὰ βαρβάρων πολέμῳ, τῶν ἐν ὄρει Τυρνάβου ἀκμήν, ζοφερὰν μάχαιραν ἀθλητὰ ἔφυγες, καὶ ἔδραμες ὡς ἔλαφος, χωρῆσαι μονασταῖς βοῶσι·


Χαῖρε σεπτὸν ἀθλοφόρων κλέος·

χαῖρε τερπνὸν μονοτρόπων ἄνθος.

Χαῖρε τῆς φθορᾶς τοῦ σατὰν ἡ κατάλυσις·

χαῖρε τῆς χαρᾶς τῆς ἀλήκτου ἐκτύπωσις.

Χαῖρε δόξα καὶ ὡράϊσμα ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ·

χαῖρε καύχημα καὶ στήριγμα τοῦ πιστεύοντος λαοῦ.

Χαῖρε ἄρουρα θείας ἀρετὰς γεωργοῦσα·

χαῖρε μάχαιρα πάντας τοὺς ἐχθροὺς ἀναιροῦσα.

Χαῖρε ὀσμὴ λαμπρᾶς ἐναθλήσεως·

χαῖρε τομὴ Ἀράβων πλανήσεως.

Χαῖρε ὀφρῦν πονηροῦ ὁ πατήσας·

χαῖρε ἀχλὺν σκοτασμοῦ ὁ σκεδάσας.

Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.

Μέγας ἐν τῇ ἀζύγων, ὁμηγύρει ἐπώφθης, Νικόλαε δρυμοῦ τῶν Βουνένων, ἐνασκήσει γὰρ σῇ γεραρᾷ, ὑπερέβης πάντας ἀρετῇ ὄλβιε, καὶ στάσεσι παννύχοις σου, τῷ Κτίστῃ καὶ Θεῷ ἐβόας·



Ἀλληλούϊα.



Νίκην ἔνδοξον Πάτερ, κατ’ ἐχθρῶν ἀοράτων, ἐπήνεγκας καὶ κράτος τοῦ πλάνου, ἀντιχρίστου ἀόκνοις εὐχαῖς, ἀσιτίᾳ καὶ ὑπομονῇ ἔθραυσας. Διό σε μακαρίζοντες, ἐκθύμως σοι βοῶμεν ταῦτα·


Χαῖρε πιστῶν Ὀρθοδόξων κλέος·

χαῖρε πολλῶν κακοδόξων μένος.

Χαῖρε τῶν ἀπίστων ὀρδῶν μέγα σύντριμμα·

χαῖρε τῶν ἁγίων ὁρμῶν θεῖον ἔναυσμα.

Χαῖρε τεῖχος καὶ ὀχύρωμα εὐσεβῶν χριστιανῶν·

χαῖρε δόξα καὶ ἀπαύγασμα ἀθλητῶν καὶ μοναστῶν.

Χαῖρε ὁ τῆς ψυχῆς σου ἐκκαθάρας εἰκόνα· χαῖρε ὁ Θετταλίας ἁγιάσας τὴν χθόνα.

Χαῖρε Χριστοῦ ἀγάπη ὑπέρβασις·

χαῖρε πιστοῦ λαοῦ ὑποτύπωσις.

Χαῖρε Ὁσίων λαμπρὸν συμπολίτης·

χαῖρε Μαρτύρων Χριστοῦ ἡ ἡδύτης.

Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.



Ξενωθεὶς τῶν ἐν κόσμῳ, γεηρῶν καὶ ἡδέων, βασάνων ἐξενίσθης οὐδόλως, ἀλλ’ ὑπέμεινας πάντα ψυχῇ, ἀπτοήτῳ ὄντως Ἀθλητῶν καύχημα, Νικόλαε πρὸς Κύριον, κραυγάζων ἀῤῥυπώτῳ γλώττῃ·



Ἀλληλούϊα.



Ὄλβον ἄσυλον ἔχων, τὴν ἁγίαν σου πίστιν, ἐπάταξας Ἀράβων μανίαν, ἐκμιμούμενος γὰρ τὸ σεπτόν, τοῦ Σωτῆρος πάθος Ἀθλητὰ πάντιμε, ἐτρώθης τῇ ἰδίᾳ σου, τῇ λόγχῃ ὄθεν σοὶ βοῶμεν·


Χαῖρε σεμνὸς ἐραστὴς τοῦ Λόγου·

χαῖρε ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ Ποιμένος.

Χαῖρε ὁ σπορεὺς τῆς ἀγάπης τῆς κρείττονος·

χαῖρε ὁ τομεὺς τῆς ἀπάτης τῆς χείρονος.

Χαῖρε ἥδυσμα παρήγορον τῶν ἐν θλίψεσι πιστῶν·

χαῖρε ἔρεισμα στεῤῥότατον κλονουμένων καρδιῶν.

Χαῖρε ὅτι τῇ λόγχῃ τὴν πλευρὰν ἐκεντήθης·

χαῖρε ὅτι τῇ τόλμῃ ἀθλητὰς ἐμιμήθης.

Χαῖρε κανὼν τιμίας ἀθλήσεως·

χαῖρε εἰκὼν ἐνθέου φρονήσεως.

Χαῖρε πηγὴ ἀειῤῥόων θαυμάτων·

χαῖρε στάχτη μυριπνόων καμάτων.

Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.

Πλήρης ὦν τῆς ἰσχύος, τοῦ Θεοῦ τὴν σὴν λόγχην, ἀντέταξας κατὰ τῶν βαρβάρων, καὶ Βουνένων τοὺς θείους δρυμούς, σαῖς ῥοαῖς αἱμάτων εὐσταλὲς Ἅγιε, ἡγίασας τῶν θείων σου, Κυρίῳ τῷ Χριστῷ κραυγάζων·

Ἀλληλούϊα.



Ῥωσιν εὗρες αὐτίκα, ὡς ἐκλάμποντα εἶδε, σὲ κάτωθεν δρυὸς ὁ ἐκ λέπρας, πάσχων δοὺξ καὶ πλησθεὶς παντελοῦς, ὑγεῖας θεῖόν σοι ναὸν ἤγειρε, γηθόμενος Νικόλαε, καὶ πίστει σοι ἐβόα ταῦτα·


Χαῖρε χρωστὴρ χαρισμάτων θείων·

χαῖρε λαμπτὴρ ἀρετῶν παντοίων.

Χαῖρε τῶν πιστῶν ὁ λιμὴν ὁ πανεύδιος·

χαῖρε τῶν λεπρῶν ὀ πυθμὴν τῆς ἰάσεως.

Χαῖρε αὔρα ἀναψύχουσα ἀθλουμένων τοὺς χορούς·

χαῖρε λύρα ἡ εὐφραίνουσα ὕμνοις τόλμης τοὺς πιστούς.

Χαῖρε ὅτι ᾐκίσθης καὶ δρυΐ προσεδέθης·

χαῖρε ὅτι ἐδείχθης ἰατρῶν ἡ ἀκρότης.

Χαῖρε σφραγὶς χαρᾶς ἀνεξίτηλος·

χαῖρε παγὶς τοῦ πλάνου ἀλάστορος.

Χαῖρε δι’ οὗ δυσσεβεῖς πυρπολοῦνται·

χαῖρε ὑφ’ οὗ εὐσεβεῖς φρυκτωροῦνται.

Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.

Σύσσωμος Ὀρθοδόξων, ἡ ὁμήγυρις ᾄδει, Νικόλαε θαυμάτων σου πλῆθος, ἀομμάτους γὰρ βλέπειν ποιεῖς, καὶ χωλοὺς τοῦ Πνεύματος ἰᾷ χάριτι. Διόπερ σε γεραίροντες, Κυρίῳ ἐκβοῶμεν πάντες·



Ἀλληλούϊα.



Τῆς ἐν πόλῳ παστάδος, ἀπολαύων νῦν αἴγλης, ὠς Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ στεφηφόρος, ἀνεδείχθης ψυχῶν ἰατρός, καὶ φθαρτῶν σωμάτων γεραρὲ Ἅγιε, ἀφθόνως βρύων ἅπασιν, ἰάματα τοῖς σοὶ βοῶσι·


Χαῖρε τὸ ᾄσμα τῶν Ἀρχαγγέλων·

χαῖρε τὸ ψάλμα τῶν Ἀσωμάτων.

Χαῖρε πενομένων ἡ θεία παράκλησις·

χαῖρε ἀσθενοῦντων ταχεῖα ἀνάῤῥωσις.

Χαῖρε σῆμα γενναιότητος τὸ ἐν μάχαις ἐκπεμφθέν·

χαῖρε θῦμα ἱερώτατον τῷ Κυρίῳ προσαχθέν.

Χαῖρε ὅτι ἐδέξω στέμμα τῆς εὐποιΐας·

χαῖρε ὅτι ἐδρέψω ἀγλαΐας τιμίας.

Χαῖρε θνητῶν ἁγίων ὑπόδειγμα·

χαῖρε λαμπρῶν Μαρτύρων ὡράϊσμα.

Χαῖρε δι’ οὗ ἐκλαμπρύνεται πίστις· χαῖρε δι’ οὗ μεγαλύνεται Κτίστης.

Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.

Ὑμνοις χρὴ ἁρμονίοις, καὶ ᾠδαῖς σου γεραίρειν, Νικόλαε τρισμάκαρ τὸν βίον, ἐνδυθεὶς γὰρ χιτῶνα φωτός, ὡς ἀστὴρ φωσφόρος ἐν τῇ γῇ ἤστραψας, καὶ πάντας σὺ κατέπιθες, κραυγάζειν τῷ Χριστῷ εὐτόλμως·

Ἀλληλούϊα.



Φλέγει πᾶσαν δαιμόνων, τὴν μανίαν ἡ χάρις, ἡ ἄνωθεν δοθεῖσά σοι Μάρτυς, καὶ πιστοὺς ἀναψύχει ταχύ, τοὺς τῇ σῇ ἐνθέρμῳ ἀρωγῇ σπεύδοντας, Νικόλαε πανένδοξε, ἐκθύμως δὲ ἀναβοῶντας·


Χαῖρε καρπῶν ἡδυβόρων μῖγμα·

χαῖρε βροτῶν ἀκηράτων δεῖγμα.

Χαῖρε Ἀθλητῶν ἀγλαότατον δώρημα·

χαῖρε γηγενῶν ἐνθεώτατον στόλισμα.

Χαῖρε γέννημα πανθαύμαστον ἐξ Ἑῴας προελθόν·

χαῖρε ἄτλημα ἡδύτατον πρὸς ἀνάψυξιν πιστῶν.

Χαῖρε ἀθανασίας ἀῤῥαγέστατος οἶκος·

χαῖρε τῆς εὐτολμίας ὁ λαμπρότατος τύπος.

Χαῖρε Χριστοῦ τῆς πίστεως ἔσοπτρον·

χαῖρε ἐχθροῦ μωρίας τὸ δρέπανον.

Χαῖρε πολλῶν ἀσθενῶν θεραπεία·

χαῖρε βροτῶν ἀγλαὴς θυμηδία.

Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.

Χόρευε τῶν Βουνένων, ἡ περίχωρος πᾶσα, καὶ σκίρτησον τερπνῶς ὅτι μέγα, καὶ λαμπρὸν ἄστρον πάντας πιστούς, καταυγάζον πόνων ταῖς βολαῖς ἔλαμψε, Νικόλαος ὁ ἔνδοξος, ὅν μέλποντες φαιδρῶς βοῶμεν·

Ἀλληλούϊα.



Ψάλοντές σου τοὺς ἄθλους, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς πίστεως γενναῖον ὁπλίτην. Σὺ γὰρ νὺν τῷ Κυρίῳ συνών, ἱκετεύεις δοῦναι τοῖς πιστοῖς ἔλεος, καὶ χάριν ὦ Νικόλαε, τοῖς πόθῳ ἐκβοῶσι ταῦτα·


Χαῖρε ὁπλῖτα Χριστοῦ γενναῖε·

χαῖρε πολῖτα Ἐδὲμ ὡραῖε.

Χαῖρε λεγεῶνος Λαρίσης ὁ πρώταρχος·

χαῖρε ἀμπελῶνος Κυρίου ὁ σύμφυτος.

Χαῖρε τεῖχος ἀκλινέστατον προτειχίζον τοὺς πιστούς·

χαῖρε νῖκος θεοβράβευτον κατευφραῖνον τοὺς λαούς.

Χαῖρε ὅτι σωμάτων ἀλγηδόνας κουφίζεις·

χαῖρε ὅτι μερόπων τὰς αἰτήσεις ξενίζεις.

Χαῖρε λαμπὰς τῆς θείας ἐλλάμψεως·

χαῖρε δορκὰς τῆς ἄνω λαμπρότητος.

Χαῖρε σαρκὸς παριδὼν τὰς κακώσεις·

χαῖρε πιστῶς ὑπομείνας στρεβλώσεις.

Χαίροις Μάρτυς Νικόλαε.

Ὤ Νικόλαε μάκαρ, ἀθλητῶν ὡραιότης, καὶ πάνσεπτον Ὁσίων πυξίον (ἐκ γ΄), κλῖνον τάχος εὐήκοον οὖς, ταῖς ἡμῶν ἀόκνοις προσευχαῖς πάνσοφε, καὶ τῆς γεέννης ἅπαντας, ἐκλυτρώσαι τοὺς ἐκβοῶντας·

Ἀλληλούϊα.

Οι κατηγορίες κατά του μοναχισμού


Δια μέσου των αιώνων πολλοί εκ των μοναχών ανεδείχθησαν πραγματικοί κοινωνικοί εργάται πού προσέφεραν ό,τι είχαν στην υπηρεσία του συνανθρώπου, που ανήκε είτε στην μεγάλη οικογένεια της ανθρώπινης κοινωνίας, είτε στην μικρή του κοινοβίου. Συμπληρωματικά θα ηθέλαμε να πούμε πως όσοι προκρίνουν κι ακολουθούν τον μοναχικό βίο δεν είναι απαραίτητα εχθροί του κόσμου. Δεν παραδεχόμαστε πως οι μοναχοί εμίσησαν τούς ανθρώπους του κόσμου.


Μπορεί να εμίσησαν την αμαρτία του κόσμου, τις ψυχοκτόνες συνήθειές του, τις παγίδες του, τη βαβυλωνιακή του βοή. Όμως δεν μπόρεσαν ποτέ να μισήσουν τον άνθρωπον, πού πάντα τον είδαν σαν αδελφό τους και σαν παιδί του Επουρανίου Πατέρα.

Άλλωστε, αν μισούσαν τούς ανθρώπους οι μοναχοί δεν θα προσηύχοντο γι’ αυτούς. Δεν θα εγονάτιζαν για να ζητήσουν του Θεού το έλεος γι’ αυτούς πού ζουν κι εργάζονται μέσα στις κοινωνίες. Δεν θα ανελάμβαναν ευρείας κλίμακος Ιεραποστολές ήδη από τον Δ´ αιώνα, δεν θα αγρυπνούσαν σε δεήσεις και ικεσίες για τη σωτηρία του κόσμου από απειλές, καταστροφές και δυστυχίες, δεν θα έψαλλαν παννυχίδες «όπερ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας...» των χριστιανών. Αναρωτιέμαι στ' αλήθεια ποιος είναι πραγματικός φιλάνθρωπος, αυτός πού αδίστακτα προσφέρει το δηλητήριο της διαφθοράς πού οδηγεί στον ψυχικό και σωματικό εκφυλισμό, ή ο μοναχός που έχει βρη τον αληθινό δρόμο που έχασαν οι πολλοί και από τη σκοπιά του πασχίζει να βοηθήση όσο γίνεται τούς ταλανισμένους ναυαγούς της ζωής ; Ο Πασκάλ έγραφε πως «ο άνθρωπος ψάχνει με τι να γεμίση το μεγάλο κενό πού εδημιούργησε βγαίνοντας από τον εαυτό του». Και σκέφτομαι αν δεν θα έκανε καλά να ξαναγύριζε στον εαυτό του, να ξαναεύρισκε το κέντρο του βάρους, μια και δεν έχει άλλο κανένα καταφύγιο πιο σίγουρο απ' την ψυχή. Αυτή όμως τη λύση την βρήκαν πρώτοι οι μοναχοί. Ακολουθώντας το σωστό δρόμο βρέθηκαν στις Ιερές τους επάλξεις με όλη τους την αγάπη για τον περιπλανώμενο συνάνθρωπο, με όπλο κυρίως την πανίσχυρη προσευχή γι' αυτόν.

Βέβαια οι επικριταί δεν βρίσκουν ικανοποιητική αυτή την προσφορά για να δικαιώσουν την ύπαρξη των μοναχών, γιατί δεν μπόρεσαν να συλλάβουν της προσευχής την δύναμη την υπερκόσμια, και την αξία. Δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πώς με την καθημερινή ηθική άσκηση στην προσευχή, πούνε μαζί κι' ενας αυτοέλεγχος, παίρνει δύναμη ο άνθρωπος για ν' αντιμετωπίση με γαλήνη και θάρρος τις χίλιες δύο αντιξοότητες και τους μύριους πειρασμούς, στους οποίους εκθέτει τον άνθρωπο ο εγκόσμιός του βίος. Όταν είναι κανείς μέσα στην μανιασμένη θάλασσα και πνίγεται από τα αφρισμένα κύματα είναι δύσκολο να δη κατά που πέφτει το σωτήριο σταθερό σημείο. Απ' έξω απ' τα κύματα αν βρίσκεται κάποιος, μπορεί εύκολα να οδηγήση τον ναυαγό. Να του υποδείξη την πορεία της σωτηρίας, να τον κατευθύνη λυτρωτικά. Αυτό κάνουν με την προσευχή και με το παράδειγμά τους οι μοναχοί.

Δεν μισούν λοιπόν τον κόσμο. Δεν απεχθάνονται τον άνθρωπο, έστω κι' αν είναι αμαρτωλός. Την αμαρτία μισoύν κι' απεχθάνονται. Κι' έπειτα δεν είναι λίγες οι φορές που και με πιο πρακτικά μέσα φανερώνουν στον άνθρωπο την αγάπη τους αυτή οι μοναχοί. Όταν άλλος υπηρετή τους οδοιπόρους, άλλος ξεκουράζη βασανισμένες ψυχές μέσα στο λουτρό της μετανοίας, άλλος συγγράφη βιβλία ψυχωφέλιμα, διαφωτιστικά, οικοδομητικά, άλλος ομιλή σε πυκνά ακροατήρια, μήπως όλα αυτά δεν είναι εκδηλώσεις αγάπης στον ταλαιπωρημένο άνθρωπο; Είναι σφάλμα να συγκρίνωμε την προσφορά του μοναχού με την προσφορά του οιουδήποτε κοινωνικού συντελεστού, γιατί οι διάφορες προσφορές δεν μετριούνται με το υποδεκάμετρο, μετριούνται στο ποιόν τους και στην εσωτερική, τη βαθύτερη αξία τους.

Συναφής είναι και η συχνά εκτοξευομένη κατηγορία πώς οι Μοναχοί είναι οκνηροί και αργόσχολοι. Ο «απράγμων βίος» τους είναι κάρφος στα μάτια πολλών. Αλλά δεν ξέρω αν αυτοί που κατηγορούν έτσι τους μοναχούς έτυχε ποτέ να παρακολουθήσουν για ένα μόνο 24ωρο τη ζωή τους μέσα στη Μονή. Είμαι βέβαιος πώς την άλλη μέρα, μη αντέχοντας στο εξοντωτικό πρόγραμμα, θα απεφάσιζαν να επιστρέψουν στις ανέσεις της πόλεως. Θα έφευγαν προτροπάδην για τα σπίτια τους, όπου τους περιμένει κάθε ευκολία. Χάριν της αληθείας πρέπει να αναφέρωμε εδώ μερικές απ' τις καθημερινές ασχολίες των μοναχών. Στο Άγιον Όρος και αλλού, διαιρούν το ημερόνυκτο σε τρία 8ωρα που αφιερώνονται σε προσευχή, εργασία κι' ανάπαυση. Εκεί σηκώνονται τα μεσάνυκτα, γιατί πιστεύουν στη βαθύτερη υψοποιό αξία της ασκήσεως. Εκεί τις ώρες που οι άνθρωποι τών πόλεων κοιμούνται ή αμαρτάνουν, οι μοναχοί αγρυπνούν και προσεύχονται. Έπειτα αποσύρονται για λίγη ανάπαυση για να σηκωθούν πάλι τα ξημερώματα πιάνοντας ο καθείς μετά από νέα προσευχή την εργασία του. Άλλος θα κάνη χειρωνακτική δουλειά στο περιβόλι, στο δάσος, στην κουζίνα, στην καθαριότητα, στην φροντίδα των ζώων, σε έργα οικοδομής ή συντηρήσεως κτιρίων, στα εργαστήρια ξυλουργικής ή αγιογραφίας. Και άλλος θα αναλάβη να ξεναγήση τους επισκέπτες, να τούς εξασφαλίση τη φιλοξενία, να τούς πει δύο λόγια καλά. Ο άλλος θα γράψη κάτι τι, άλλος θα ασχoληθή με τη βιβλιοθήκη, με τα χειρόγραφα, με τούς κώδικες. Κι' ή εργασία αυτή συνεχίζεται αδιάκοπα, μέχρι το μεσημέρι, και πάλι το απόγευμα, διακοπτομένη από τακτές ώρες προσευχών και μικρής αναπαύλας. Κι' όταν το βράδυ απoσυρθoύν στα κελλιά τους οι μοναχοί, δεν θα κοιμηθούν αμέσως, γιατί θα πρέπει να κάνουν τις μετάνοιές τους, άλλος 100, άλλος 200, 300 ή και περισσότερες ακόμη. Και θα κοιμηθούν σε κρεββάτι σκληρό, χωρίς στρώμα συνήθως, χωρίς καμμία άνεση. Κι' έπειτα είναι και οι νηστείες, πού με τόση ευλάβεια τηρούνται στις Μονές, κι' οι οδοιπορίες και ή γενική λιτότητα, κι' ελλείψει κάθε «κοσμικής» ψυχαγωγίας που τώρα μπορεί να βρεθή ή τεμπελιά, απορώ κι' εγώ.

Σ' όσους δεν πείθονται θα είχαμε να προτείνωμε ένα ταξιδάκι είτε στο Άγιον Όρος, είτε στα Μετέωρα, στην Πάτμο και όπου αλλού υπάρχει αξιόλογο μοναστήρι. Θα συνέβαλλε αποφασιστικά στη διάλυσι κάθε προκαταλήψεως.

Βέβαια δεν αγνοούμε πώς, στη δημιουργία αυτής της κατηγορίας, την αιτία έδωσαν μερικοί ανάξιοι μοναχοί, επιλήσμονες της βαρειάς απoστoλής των, πού βρέθηκαν κατά λάθος μέσα στην ευλογημένη στρατεία της μοναχικής ζωής κι' έγιναν «σκάνδαλο» στα μάτια του κόσμου. Αν θέλωμε να είμαστε αληθινοί και δίκαιοι δεν πρέπει να αποσιωπήσωμε τη σκοτεινή αυτή κηλίδα μέσα στο πάγκαλο σώμα του Μοναχισμού μας. Με στρουθοκαμηλισμό δεν διορθώνονται τα κακώς κείμενα. Κι' υπάρχουν πολλά κακώς κείμενα στον Μοναχισμό μας. Θα τα πούμε παρακάτω. Διορθώνονται με ειλικρινή αυτοκριτική, με βαθειά θεολογική μελέτη και με δραστικά μέτρα.

Η άλλη κατηγορία κατά των μοναχών είναι πως εγκαταλείπουν τα εγκόσμια από δειλία μπροστά στις δυσκολίες της ζωής. Δεν τα βγάζουν πέραλένε οι άνθρωποιμε τη βιοπάλη, είναι οι αποτυχημένοι της κοινωνικής κονίστρας, γι' αυτό καταφεύγουν για σωτηρία κι' ασφάλεια στα μοναστήρια. Μάλιστα πολλοί φέρνουν εις επίρρωσι των λεγομένων τους συχνά παραδείγματα από τη μοναστηριακή άνθησι του Βυζαντίου, που την αποδίδουν στην αθρόα προσέλευσι νέων με σκοπό να αποφύγουν τη στράτευσι και όλα τα δεινά των πολέμων. Ανεξάρτητα από το ότι ή υπόθεση αυτή είναι ιστορικά συζητήσιμη, γιατί αναφέρεται σε συγκεκριμένη περίοδο ουσιαστικής παρακμής του θεσμού, θα είχαμε να παρατηρήσωμε τα εξής: Είναι αλήθεια πως κατά καιρούς συνέβη να καταφύγουν στα Μοναστήρια άτομα που αμάρτησαν βαρειά στην κοινωνία. Δεν μπορώ όμως να δεχθώ a priori πως το έκαναν αυτό από δειλία μπροστά στις συνέπειες της βιοτής των.

Δικαιότερο είναι να δεχθούμε πως ή φυγή τους οφείλεται σε συναίσθηση της ενοχής των και σε διάθεση να εξιλεωθούν με τη μόνωσι και περισυλλογή που χαρίζει ή μοναχική ζωή και με την αναφορά τους στο Θεό που συγχωρεί τις αμαρτίες, αφού Εκείνος είπε πως «τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω». Αυτό είναι το πνεύμα του Θεού και της Εκκλησίας. Να ξεκουράζη τους τσακισμένoυς, να διορθώνη τους κακούς, να συμπαρίσταται στους πονεμένους. Που αλλού θα βρή ο ταλαιπωρημένος από την αμαρτία άνθρωπος την ανάπαυσή του; Που αλλού; Ο μοναχισμός ποτέ δεν αρνήθηκε να πάρη στους κόλπους του τους ειλικρινώς μετανοούντας και επιστρέφοντας, αντιθέτως άνοιξε διάπλατα τις πύλες του και δέχθηκε κάθε παραστρατημένο, που θέλησε εκεί σ' αυτόν να βρή ό,τι έχασε στη ζωή. Κι' ομολογώ πως είναι δείγμα ηρωϊσμού το να απαρνιέται κανείς τη ζωή της αμαρτίας και να ζη τον, ασυμβίβαστο μ' αυτή, βίο των μοναχών. Τι είναι πιο εύκολο; ένας πρώην αμαρτωλός να ζήση εφεξής μέσα στην κοινωνία την αμαρτωλή, ή να απoσυρθή σε μοναστήρι όπου θα αγωνίζεται νύκτα και μέρα εναντίον του κακού; έπειτα ας μη μας διαφεύγη της προσοχής κι' ένα άλλο σημείο. Στα μοναστήρια δεν καταφεύγουν μόνο οι απογοητευμένοι της ζωής. Στα μοναστήρια υπήρξαν και υπάρχουν και σήμερα σπάνιες προσωπικότητες που δεν έχουν κανένα λόγο να φοβούνται τη ζωή. Διέθεταν και διαθέτουν όλα τα προσόντα για μια λαμπρά σταδιοδρομία στην κοινωνία. Έχουμε σήμερα και γιατρούς και δικηγόρους και θεολόγους και συγγραφείς και επιστήμονες, αλλά και τεχνικούς και επαγγελματίες που έγιναν μοναχοί. Αυτοί όλοι από «κοσμική» πλευρά μπορεί να πη κανείς πως «έχασαν» με το να γίνουν μοναχοί. Έχασαν πλούτη, έχασαν δόξα, έχασαν τιμές που θα είχαν αν ασκούσαν στον κόσμο την επιστήμη ή το επάγγελμά των. Κι' όμως επροτίμησαν τον ταπεινό βίο του μοναχού. Όχι από δειλία. Άλλα από πίστη σε κάτι ανώτερο, σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό και πιο ωφέλιμο απ' την απλή κοσμική ζωή. Δεν αρνούμαι πως υπάρχουν και μέσα στις κοινωνίες ήρωες. Ό τίμιος οικογενειάρχης, ο δίκαιος βιοπαλαιστής, ο ενάρετος έμπορος, ο φιλότιμος ύπάλληλος είναι ήρωες στη σημερινή κοινωνία.

Όπως αυτοί, έτσι και σε μεγαλύτερο βαθμό, είναι ήρωες οι μοναχοί. Ο ηρωισμός δεν υπάρχει μόνο στις κοινωνίες των κοσμικών. Υπάρχει και στα καταφύγια του Μοναχισμού. Κι' εδώ, κι' εκεί. Με λίγα λόγια: οι μοναχοί είναι οι «αγγελικώς βιοτεύοντες». Κι' όποιος ζη εδώ κάτω στη γη τη ζωή των αγγέλων είναι ένας απαράμιλλος ήρωας. Σ' αυτό δεν χωρεί καμμιά αντίρρησις. Το να λέμε πως από δειλία άφησαν τον κόσμο οι μοναχοί, είναι μια δεινή παραχάραξη της αληθείας και μία τρομερή πλάνη. Δειλούς μπορούμε να λέμε αυτούς που αυτοκτονούν κι' ακόμα αυτούς που δεν μπορούν να ξεκoλλήσoυν απ' τις αμαρτωλές ηδονές. Τους μοναχούς μόνον ήρωες μπορούμε να τους λέμε. Γιατί είναι.

Άλλοι πάλιν είπαν πως οι μοναχοί σκέπτονται εγωιστικά, μόνο τη σωτηρία τους, κι' άδιαφορούν για τη σωτηρία των άλλων. Ναι για τη σωτηρία τους ενδιαφέρονται οι μοναχοί. Τούτο είν’ αλήθεια. Μα δεν είναι εγωιστικό. Για τη σωτηρία του έπρεπε να σκέπτεται ο καθένας. Γιατί ο Χριστός είναι ο προσωπικός Σωτήρας του καθενός μας. Έπειτα για τη σωτηρία των άλλων είναι άλλοι τεταγμένοι: ή Εκκλησία με τα Ιεραποστολικά της σώματα, τους ιεροκήρυκας, τους συγγραφείς κ.λπ. Γιατί πρέπει τάχα όλα να τα κάμουν οι μοναχοί; Γιατί δεν έχομε την απαίτηση ο γιατρός να είναι και δικηγόρος και διδάσκαλος και μπακάλης; Γιατί δεν θέλομε τον Ιεροκήρυκα και αστυνομικό; Και γιατί θέλομε τον μοναχό, που απ' τή φύση του είναι «μοναχός», να δρα μέσα στις κοινωνίες, τη στιγμή που υπάρχουν τόσοι άλλοι για να τον αντικαταστήσουν; Παρά τη μόνωσή του όμως ο μοναχός δεν ξεχνά την κοινωνία. Και τον βλέπομε και σαν ιεροκήρυκα, και σαν συγγραφέα, και σαν ομιλητή, και σαν δουλευτή, και σαν Ιεραπόστολο. Που είναι τώρα ο εγωισμός του;

Ούτε τον ευδαιμονισμό του κοιτάζει ο καλός μοναχός. Είναι μυημένος στην κατά Θεόν φιλοσοφία. Και προσπαθεί να συλλάβη την ιδιότυπη τελείωσή του με τά μέσα που ή Εκκλησία έχει εγκρίνει και αιώνες πείρας ευλογημένης έχουν επικυρώσει. Ζητεί την ευτυχία στον ορθό δρόμο. Στη θέωσι την αναζητεί. Δεν τρέχει ξοπίσω στο «φάγωμεν, πίωμεν», αλλά λαχταρά τα δάκρυα και τους «αλαλήτους στεναγμούς». Δεν βλέπει την ύπαρξή του στα στενά πλαίσια της παρούσης ζωής. Με το πνεύμα του πετά σ' άλλους κόσμους, οραματίζεται την άλλη, την αιώνιο, ζωή. Αυτή είναι ή φιλοσοφία του.

«Δεν έχομε ανάγκη από μοναχούς» λένε όσοι αγνοούν την υφή της μοναχικής πολιτείας, νομίζοντας πως ή ευημερία ενός λαού και η ευτυχία ενός Έθνους στηρίζεται πάνω στις τεχνολογικές κατακτήσεις μόνο, και στις επιστημονικές εμπειρίες. Πλανώνται όσοι σκέπτονται έτσι. Γιατί η ευτυχία ενός Έθνους εξαρτάται κυρίως από τις αιώνιες αλήθειες στις οποίες πιστεύει, που μένουν αναλλοίωτες στο διάβα του χρόνου, και υπέρκεινται της ροής των πραγμάτων. Μόνον όσοι φυλάττουν πίστι σ' αυτά τα ιδεώδη δικαιούνται να επιβιώνουν στον Ιστορικό στίβο. Είναι αυτό πικρό μάθημα της Ιστορίας. Γι' αυτό θα χρειαζόμαστε τους πνευματικούς ανθρώπους και τους πνευματικούς θεσμούς. Χάριν σ' αυτούς ελπίζομε να μεγαλουργήσωμε. Ας μη το ξεχνάμε αυτό. Και οι μοναχοί είναι πνευματικοί άνθρωποι με περιεχόμενο, με ουσία, με βάθος πολύ σκέψεως και ζωής.

Αντί να τους κατηγορούμε, ας τους αφήσωμε να πορεύωνται το δρόμο της εκλογής των. Αν δεν μπορούμε να τους βοηθήσωμε, τουλάχιστον ας μη τους εμποδίζωμε.

Πολλές κατηγορίες άκουσε μέχρι σήμερα ο Μοναχισμός.

Λυπάται γι' αυτό. Αλλά οι μοναχοί δεν επηρεάζονται απ' αυτές. Έχουν γραμμή πλεύσεως. Έχουν πυξίδα ορθήν. Έχουν χαραγμένη πορεία. Οι φωνές των σειρήνων τους αφήνουν αδιαφόρους. Και αυτοί βαδίζουν τον δρόμο τους. Δεν στρέφουν, προς τα οπίσω. Δεν ταλαντεύονται. Δεν ολιγωρούν. Μπροστά τους έχουν το μεγάλο τους σκοπό. Σ' αυτόν έχουν αφιερωθή. «Ηκολούθησαν Χριστώ ανεπιστρόφω λογισμώ». Οι συκοφαντίες δεν τους κλονίζουν. Γιατί στο δρόμο τους μπόρεσαν να χορτάσουν την ψυχική τους πείνα και να ικανοποιήσουν κάθε βαθύτερη της ψυχής τους επιταγή.


Απόσπασμα από το βιβλίο του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου με τίτλο: «Το αγγελικό πολίτευμα – Γνωριμία με τον Ορθόδοξο Μοναχισμό»

Tuesday, June 23, 2015

Τι είναι η Προσκύνηση; ( Αγίου Ιωάννη τού Δαμασκηνού )




Πόσοι τρόποι προσκυνήσεως υπάρχουν;

Πρώτος τρόπος προσκυνήσεως είναι εκείνος που γίνεται κατά τη λατρεία. Την προσκύνηση αυτή την προσφέρουμε μόνο στον από τη φύση του προσκυνητό Θεό, και γίνεται με διάφορους τρόπους. Πρώτα κατά τον τρόπο της δουλείας' γιατί τον προσκυνούν όλα τα κτίσματα, όπως δούλοι τον δεσπότη, γιατί " διότι τα σύμπαντα είναι υποταγμένα σε σένα ". Και τον προσκυνούν άλλοι εκούσια, και άλλοι ακούσια. Άλλοι δηλαδή τον προσκυνούν εκούσια με επίγνωση, όπως οι ευσεβείς, ενώ όσοι έχουν επίγνωση αυτού και χωρίς να θέλουν τον προσκυνούν ακούσια όπως οι δαίμονες˙ άλλοι πάλι χωρίς να γνωρίζουν τον κατά φύση Θεό, προσκυνούν ακούσια αυτόν που αγνοούν.

Δεύτερος τρόπος προσκυνήσεως είναι εκείνος που γίνεται από θαυμασμό και πόθο, και κατά τον τρόπο αυτόν προσκυνούμε το Θεό για τη φυσική του δόξα˙ γιατί είναι ο μόνος δοξασμένος, χωρίς να έχει τη δόξα από κανέναν άλλο, και είναι ο ίδιος αίτιος κάθε δόξας και κάθε αγαθού, φως ακατάληπτο, γλυκασμός ασύλληπτος, κάλλος απροσμέτρητο, άβυσσος αγαθότητας, σοφία ανεξιχνίαστη, δύναμη απειροδύναμη, μόνος άξιος να θαυμάζεται για τον εαυτό του και να προσκυνείται και να δοξάζεται και να ποθείται.

Τρίτος τρόπος είναι εκείνος που γίνεται από ευχαριστία, για τα αγαθά που συμβαίνουν για χάρη μας˙ γιατί όλα τα όντα οφείλουν να ευχαριστούν το Θεό και να του προσφέρουν διαρκή προσκύνηση, αφού όλα απ' αυτόν έχουν την ύπαρξή τους και σ' αυτόν συγκροτούνται και σε όλα μεταδίδει άφθονα τις δωρεές του και χωρίς το ζητούν, και θέλει όλοι να σωθούν και να μετέχουν στην αγαθότητα του και μακροθυμεί για μας όταν αμαρτάνουμε, ανατέλλει τον ήλιο σε δικαίους και αδίκους και βρέχει σε πονηρούς και αγαθούς και ότι ο Υιός του Θεού για μας έγινε ό,τι είμαστε και μας έκανε κοινωνούς θείας φύσεως, γιατί "θα γίνουμε όμοιοι με αυτόν", όπως λέει ο Ιωάννης ο θεολόγος στην Καθολική επιστολή του.

Τέταρτος τρόπος είναι εκείνος που γίνεται από ένδεια και από ελπίδα ευεργεσιών, κατά τις οποίες, έχοντας επίγνωση ότι χωρίς αυτόν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ή να αποκτήσουμε κάποιο αγαθό, τον προσκυνούμε ζητώντας από αυτόν ο καθένας αυτό που αισθάνεται ότι του λείπει και το οποίο ποθεί, και να σώσει από τα κακά και να επιτύχει τα αγαθά.

Πέμπτος τρόπος προσκυνήσεως είναι ο τρόπος της μετάνοιας και της εξομολογήσεως˙ γιατί όταν αμαρτάνουμε προσκυνούμε και προσπίπτουμε στο Θεό παρακαλώντας ως δούλοι ευγνώμονες να συγχωρηθούν τα σφάλματα μας. Και αυτός ο τρόπος είναι τριπλός˙ γιατί, ή από αγάπη λυπάται κάποιος, ή για να μη χάσει τις ευεργεσίες του Θεού, ή επειδή φοβάται τις τιμωρίες. Έτσι, ο πρώτος τρόπος γίνεται από ευγνωμοσύνη και πόθο για τον ίδιο τον Θεό και από υιική διάθεση, ο δεύτερος από διάθεση συμφεροντολογική, και ο τρίτος από διάθεση δουλική.



Πόσα είναι αυτά που βρίσκουμε να προσκυνούνται στην Αγία Γραφή και με πόσους τρόπους προσφέρουμε προσκύνηση στα κτίσματα

Πρώτα εκείνοι στους οποίους αναπαύεται ο Θεός, ο μόνος άγιος "που αναπαύεται (κατοικεί) στους αγίους", όπως είναι η αγία Θεοτόκος και όλοι οι άγιοι. Αυτοί είναι εκείνοι που κατά το δυνατόν έγιναν όμοιοι με το Θεό και από τη δική τους προαίρεση και από τη θεία ενοίκηση και βοήθεια, οι οποίοι λέγονται και θεοί, αληθινά, όχι κατά φύση, αλλά κατά θέση, όπως και το πυρακτωμένο σίδερο λέγεται φωτιά, όχι ως προς τη φύση του, αλλά ως προς τη θέση και τη μέθεξη της φωτιάς˙ γιατί λέγει "να γίνετε άγιοι, γιατί εγώ είμαι άγιος". Αυτό είναι το πρώτο, δηλαδή η προαίρεση. Έπειτα, στον καθένα που θέλει το αγαθό, ο Θεός βοηθάει για το αγαθό, έπειτα "θα κατοικήσω ανάμεσα τους και θα περπατώ μαζί τους", και "είμαστε ναοί του Θεού και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα μας" και "τους έδωσε εξουσία εναντίον των πονηρών πνευμάτων, ώστε να τα βγάζουν και να θεραπεύουν κάθε αρρώστια και κάθε αδυναμία", και "όσα κάνω, θα τα κάνετε και εσείς και θα κάνετε μεγαλύτερα από αυτά", και "ζω εγώ", λέει ο Κύριος, "εκείνους που με δοξάζουν θα τους δοξάσω οπωσδήποτε", και "εφ' όσον πάσχουμε με τον Κύριο, θα δοξασθούμε και μαζί του", και "ο Θεός στάθηκε ανάμεσα σε σύναξη θεών, και μέσα από τη σύναξη αυτή θα ξεχωρίσει τους θεούς" (ψαλ.81,1). Όπως λοιπόν είναι αληθινά θεοί, όχι κατά φύση αλλά ως μέτοχοι του κατά φύση Θεού, έτσι είναι και προσκυνητοί, όχι κατά φύση, αλλά επειδή έχουν μέσα τους τον κατά φύση προσκυνητό, όπως το πυρακτωμένο σίδερο δεν είναι από τη φύση του απρόσιτο στην αφή και καυστικό, αλλά επειδή μετέχει στο κατά φύση καυστικό. Προσκυνούνται λοιπόν ως δοξασμένοι από το Θεό, επειδή αποδείχθηκαν φοβεροί στους αντίθετους και ευεργέτες σ' εκείνους που τους πλησιάζουν με πίστη, όχι βέβαια ως κατά φύση θεούς και ευεργέτες, αλλά ως υπηρέτες και λειτουργούς του Θεού και ως προικισμένους με θάρρος εξαιτίας της αγάπης τους προς αυτόν. Τους προσκυνούμε λοιπόν, επειδή λατρεύεται ο βασιλιάς βλέποντας να προσκυνείται αγαπημένος του υπηρέτης, όχι ως βασιλιάς, αλλά ως υπάκουος λειτουργός και αγαπητός φίλος.

Και ικανοποιούνται τα αιτήματα όσων πλησιάζουν με πίστη, είτε διότι ο υπηρέτης το ζητά από το βασιλιά, είτε διότι ο βασιλιάς δέχεται την τιμή και την πίστη εκείνου που ζητάει από τον υπηρέτη του˙ αφού τελικά από αυτόν το ζήτησε. Έτσι όσοι προσήρχοντο μέσω των αποστόλων θεραπεύονταν. Έτσι η σκιά και τα σουδάρια και τα σιμικίνθια των αποστόλων παρήχαν τις ιάσεις. Εκείνοι όμως που θέλουν με τρόπο αντάρτη και αποστάτη να προσκυνούνται ως θεοί, αυτοί είναι απροσκύνητοι και άξιοι της αιώνιας φωτιάς. Και όσοι περιφρονητικά, με υπερήφανο φρόνημα, δεν προσκυνούν τους υπηρέτες του Θεού, ως αλαζόνες και υπερήφανοι, καταδικάζονται, σαν να ασεβούν στο Θεό. Και αυτό το βεβαιώνουν τα παιδιά που ξεφώνιζαν περιφρονητικά τον Ελισσαίο και έγινα τροφή στις αρκούδες.

Δεύτερος τρόπος είναι εκείνος με τον οποίο προσκυνούμε τα κτίσματα, μέσω των οποίων και στα οποία ο Θεός πραγματοποίησε τη σωτηρία μας, είτε πριν από τη παρουσία του Κυρίου, είτε μετά την ένσαρκη οικονομία του, όπως είναι το όρος Σινά και η Ναζαρέτ, η φάτνη στη Βηθλεέμ και το σπήλαιο, ο άγιος Γολγοθάς, το ξύλο του σταυρού, τα καρφιά, ο σπόγγος, το καλάμι, η ιερή και σωτήρια λόγχη, η εσθήτα, ο χιτώνας, τα σεντόνια, τα σπάργανα, ο άγιος τάφος, η πηγή της αναστάσεως μας, ο λίθος του μνήματος, το άγιο όρος Σιών, το όρος επίσης των Ελαιών, η προβατική κολυμβήθρα και ο πανάγιος τάφος της Γεσθημανής. Αυτά και τα παρόμοια τα σέβομαι και τα προσκυνώ και κάθε άγιο ναό του Θεού και κάθε τι στο οποίο αναφέρεται το όνομα του Θεού, όχι εξαιτίας της φύσεως τους, αλλά επειδή είναι δοχεία θείας ενέργειας και μέσω αυτών και μέσα σ' αυτά ευδόκησε ο Θεός να πραγματοποιήσει τη σωτηρία μας. Και αγγέλους και ανθρώπους και κάθε ύλη που είναι μετοχή της θείας ενέργειας και διακόνησε τη σωτηρία μου, τη σέβομαι και την προσκυνώ εξαιτίας της θείας ενέργειας. Δεν προσκυνώ τους ιουδαίους, γιατί δεν είναι μέτοχοι της θείας ενέργειας, ούτε σταύρωσαν τον Κύριο της δόξας, το Θεό μου, με σκοπό τη σωτηρία μου, αλλά μάλλον κινήθηκαν από φθόνο και μίσος προς το Θεό και ευεργέτη. "Κύριε, αγάπησα την ευπρέπεια του οίκου σου", λέει ο Δαβίδ, "και τον τόπο όπου κατασκηνώνει η δόξα σου" (Ψαλμ. 25,8), και "προσκυνείτε τον τόπο όπου στάθηκαν τα πόδια του" (Ψαλμ. 131,7) , και "προσκυνείτε στο όρος του τον Άγιο. Άγιο και έμψυχο όρος του Θεού είναι η αγία Θεοτόκος, όρη του Θεού λογικά είναι οι απόστολοι' "τα όρη σκίρτησαν σαν κριάρια και τα βουνά σαν αρνιά προβάτων.

Τρίτος είναι ο τρόπος με τον οποίο προσκυνούμε όσα είναι αφιερωμένα στο Θεό, εννοώ τα ιερά Ευαγγέλια και τα άλλα βιβλία' "Γιατί γράφτηκαν για να νουθετήσουν εμάς που ζούμε στα έσχατα χρόνια". Επίσης είναι φανερό ότι οι δίσκοι και τα ποτήρια, τα θυμιάματα, οι λυχνίες και οι τράπεζες, όλα αυτά είναι σεβάσμια' Γιατί πρόσεχε, όταν ο Βαλτάσαρ διέταξε να εξυπηρετηθεί ο λαός με τα ιερά σκεύη, πώς ο Θεός κατάργησε τη Βασιλεία του.

Τέταρτος είναι ο τρόπος με τον οποίο προσκυνούνται οι εικόνες που φανερώθηκαν στους προφήτες (γιατί είδαν το Θεό με εικονική όραση) και οι εικόνες που αναφέρονται σ' εκείνα που επρόκειτο να συμβούν, όπως είναι η ράβδος του Ααρών, που εικονίζει το μυστήριο της Παρθένου, και η στάμνα και η τράπεζα' Αλλά και ο Ιακώβ προσκύνησε στο άκρο της ράβδου και ήταν τύπος του Σωτήρα. Επίσης και οι εικόνες που αποτελούν ανάμνηση γεγονότων' διότι η ίδια η σκηνή ήταν παγκόσμια εικόνα (γιατί λέει στο Μωυσή, "πρόσεχε τον τύπο που σου επιδείχθηκε πάνω στο Όρος"), και τα χρυσά Χερουβίμ, έργο χυτό, και τα Χερουβίμ του παραπετάσματος, έργο υφαντό. Έτσι προσκυνούμε τον τίμιο τύπο του Σταυρού, το ομοίωμα της σωματικής μορφής του Θεού μου και εκείνης που τον γέννησε κατά σάρκα, και των υπηρετών του.

Πέμπτος τρόπος είναι εκείνος κατά τον οποίο ο ένας προσκυνά τον άλλο, επειδή έχουμε ένα κομμάτι του Θεού και δημιουργηθήκαμε κατ' εικόνα Θεού, δείχνοντας ταπείνωση ο ένας προς τον άλλο και εκπληρώνοντας νόμο αγάπης.

Έκτος τρόπος είναι εκείνος κατά τον οποίο προσκυνούμε όσους βρίσκονται σε αρχές και εξουσίες (γιατί λέει' "αποδώστε σε όλους ό,τι οφείλετε, σε εκείνον που οφείλετε τιμή, την τιμή"), όπως ο Ιακώβ προσκύνησε τον Ησαύ, ως μεγαλύτερο αδελφό του, και τον Φαραώ, που χρίστηκε από το Θεό άρχοντας.

Έβδομος τρόπος είναι εκείνος κατά τον οποίο προσκυνούν οι δούλοι τους δεσπότες και τους ευεργέτες και όσους μπορούν να βοηθήσουν, εκείνοι που έχουν ανάγκη, όπως ο Αβραάμ προσκύνησε τους υιούς Εμμώρ, όταν αγόρασε το διπλό σπήλαιο.

Και για να μιλήσουμε με συντομία, η προσκύνηση αποτελεί σύμβολο φόβου και τιμής και υποταγής και ταπείνωσης, αλλά δεν πρέπει να προσκυνούμε κανένα ως Θεό, παρά μόνο τον κατά φύση Θεό, και να αποδίδουμε σε όλους ότι οφείλουμε, όπως είπε ο Κύριος. Βλέπετε πόση δύναμη και ποιά θεία ενέργεια δίνεται σ' εκείνους που πλησιάζουν τις άγιες εικόνες με πίστη και καθαρή συνείδηση. Γι' αυτό, αδελφοί μου, ας σταθούμε στη πέτρα της πίστεως και στην παράδοση της Εκκλησίας, χωρίς να μετακινούμε τα όρια που έθεσαν οι άγιοι πατέρες μας, και χωρίς να υποχωρούμε σ' εκείνους που θέλουν να καινοτομούν και να γκρεμίσουν την οικοδομή της αγίας καθολικής και αποστολικής του Θεού Εκκλησίας' γιατί, αν δοθεί άδεια στον καθένα που θέλει, τότε σιγά - σιγά θα καταλυθεί όλο το σώμα της Εκκλησίας.

Επίσης να προσκυνούμε και τους αγίους, ως εκλεκτούς φίλους του Θεού που έχουν την παρρησία προς αυτόν. Γιατί, αν οι άνθρωποι προσκυνούν τους φθαρτούς και πολλές φορές ασεβείς και αμαρτωλούς βασιλείς, και τους άρχοντες που εγκαθίστανται από αυτούς και τους υπηρέτες τους, σύμφωνα με τα θεία λόγια του αποστόλου, "να υποτάσσεσθε στις αρχές και τις εξουσίες", και "αποδώστε σε όλους τις οφειλές, σ' εκείνον που οφείλετε τιμή, την τιμή, σ' εκείνον που οφείλετε σεβασμό, τον σεβασμό", και "αποδώστε στον Καίσαρα όσα ανήκουν στον Καίσαρα", όπως λέει ο Κύριος, και "όσα είναι του Θεού στο Θεό", πόσο περισσότερο πρέπει να προσκυνούμε των βασιλέα των βασιλέων, που είναι ο μόνος κατά φύση κυρίαρχος, και τους δούλους και φίλους του, που έγιναν κυρίαρχοι των παθών και αναδείχθηκαν από αυτόν άρχοντες όλης της γης γιατί λέει ο Δαβίδ, "και θα τους αναδείξεις άρχοντες σ' όλη τη γη (ψαλμ 44,17), και έλαβαν εξουσία εναντίον των δαιμόνων και των ασθενειών και θα βασιλεύσουν μαζί με το Χριστό βασιλεία άφθαρτη και ακατάλυτη, των οποίων και μόνο η σκιά έδιωχνε αρρώστιες και δαίμονες;

Ας μη θεωρήσουμε λοιπόν την εικόνα ασθενέστερη και ατιμότερη από τη σκιά˙ γιατί σκιαγραφεί αληθινά το πρωτότυπο.



Αγίου Ιωάννη τού Δαμασκηνού 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/06/blog-post_9560.html

Να αγαπάμε αλλήλους ( Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης )




Ο Κύριος μάς έδωσε την εντολή ν' αγαπούμε αλλήλους. Σ' αυτό έγκειται η ελευθερία: Στην αγάπη για τον Θεό και για τον πλησίον.

Εδώ βρίσκεται και η ελευθερία και η ισότητα.

Στην κοσμική τάξη είναι αδύνατο να υπάρξει ισότητα - αυτό όμως δεν έχει σημασία για την ψυχή.

Δεν μπορεί να είναι ο καθένας βασιλιάς η άρχοντας, πατριάρχης η ηγούμενος η διοικητής.

Μπορείς όμως σε κάθε τάξη ν' αγαπάς τον Θεό και να είσαι ευάρεστος σ' Αυτόν - κι αυτό είναι το σπουδαίο.

Κι όσοι αγαπούν περισσότερο τον Θεό επί γης, θα έχουν μεγαλύτερη δόξα στη Βασιλεία και θα είναι πιο κοντά στον Κύριο.

Ο καθένας θα δοξασθει κατά το μέτρο της αγάπης του.

Έμαθα πως η αγάπη ποικίλλει ως προς την ένταση της.

Όποιος φοβάται τον Θεό, φοβάται να Τον λυπήσει με κάτι, αυτός είναι ο πρώτος βαθμός.


Όποιος έχει το νου καθαρό από εμπαθείς λογισμούς, αυτό είναι ο δεύτερος βαθμός, μεγαλύτερος από τον πρώτο.


Όποιος αισθητά έχει τη χάρη στην ψυχή του, αυτός είναι ο τρίτος βαθμός της αγάπης, ο ακόμα μεγαλύτερος.


Η τέταρτη βαθμίδα, η τέλεια αγάπη για τον Θεό είναι όταν έχει κανείς τη χάρη τού Αγίου Πνεύματος και στην ψυχή και στο σώμα.

Αυτών των ανθρώπων αγιάζουν τα σώματα και μετά τον θάνατο τους γίνονται άγια λείψανα. Έτσι γίνεται με τα σώματα των αγίων μαρτύρων, των προφητών, των οσίων ανδρών....


Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης