Saturday, December 5, 2015

ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ - ΨΑΛΜΟΙ [ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ] [AUDIO BIBLE]





Το βιβλίο των Ψαλμών είναι από τα πιο σημαντικότερα βιβλία της Αγίας Γραφής. Αποτελεί μια συλλογή 150 θρησκευτικών ποιημάτων. Η ονομασία τους "ψαλμοί" δηλώνει το χαρακτήρα αυτών των ποιημάτων, ποιήματα που τραγουδιόντουσαν ή συνοδεύονταν από κάποιο μουσικό όργανο. Στην εβραϊκή βίβλο η συλλογή φέρνει τον τίτλο "Αίνοι". Στην ελληνική γλώσσα εμφανίζεται και με τον τίτλο "Ψαλτήριο".

Οι ψαλμοί ταξινομούνται και σε κατηγορίες ανάλογα με το περιεχόμενό τους. Οι κυριότερες θεματικές κατηγορίες είναι οι εξής:

Ψαλμοί εμπιστοσύνης (3, 4, 20, 55, 61, 91, 125)

Ψαλμοί ευχαριστίας (9, 18, 21, 28, 33, 34, 66, 76, 85, 116, 124, 135, 138)

Ψαλμοί δοξολογίας (30, 34, 40, 113, 117, 124, 145, 146-150)

Ψαλμοί μετάνοιας και ομολογίας (6, 25, 32, 38, 51, 102, 130, 143)

Ψαλμός ελέους (51)

Ψαλμός πόνου (69)

Ψαλμοί για προστασία (5, 7, 41, 64, 140, 141)

Θρήνος (79)

Μεσσιανικοί ψαλμοί (2, 8, 16, 22, 45, 69, 89, 110, 118, 132 προφητικοί για τον Μεσσία)

Θεοκρατικοί ψαλμοί (95, 96, 97, 98, 99, 100 αναφέρονται στην κυριαρχία του Θεού)

Ιστορικοί ψαλμοί (78, 81, 105, 106, 114)

Ψαλμοί των Αναβαθμών (120-134)

Πρωινή προσευχή (5)

Προσευχές (28, 34, 52, 54, 56, 57)

Μακαρισμοί (1, 84)

Στοχασμοί (36)

Πολεμικά θούρια (46, 68, 144)

Πολεμικό εμβατήριο (108)

Ψαλμοί κατάρας (35, 52, 58, 59, 69, 109, 137)

Ψαλμοί ακροστιχίδας-αλφαβητικοί (25, 34, 111, 112, 119, 145)

Ψαλμοί που αρχίζουν και τελειώνουν με το "αλληλούια" (146-150)

Η χρήση ψαλμών στην πνευματική ζωή

Στατιστικά

Η Καινή Διαθήκη χρησιμοποιεί 283 παραπομπές από την Παλαιά Διαθήκη. Οι 116 αναφορές είναι από τους Ψαλμούς

116 ψαλμοί από τους 150 έχουν τίτλο

100 ψαλμοί αποδίδονται σε συγγραφέα, οι υπόλοιποι πενήντα είναι ανώνυμοι

Ο μεγαλύτερος ψαλμός είναι ο 119ος (176 εδάφια) και ο μικρότερος ο 117ος (2 εδάφια)

Το βιβλίο των Ψαλμών είναι το μεγαλύτερο βιβλίο της Αγίας Γραφής (150 κεφάλαια, 2461 εδάφια)

Friday, December 4, 2015

Κομποσχοίνι με επίκληση ονομάτων από 100 εικόνες της Παναγίας



Ἕνα 100άρι κομποσχοῖνι στήν Παναγία Ἐπίκλησις τοῦ παντίμου Θεομητορικοῦ Ὀνόματος καί 100 θαυματουργῶν Εἰκόνων τῆς Παναγίας μας Ἑλλάδος καί Ἁγίου Ὄρους Ἄθω

(σειρά κατ’ ἀλφάβητον)

1. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἀγγέλων Κυρία, σῶσον ἡμᾶς.
2. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἁγία Σκέπη, σῶσον ἡμᾶς.
3. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἁγιασσιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
4. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἁγιοσωτήρισσα, σῶσον ἡμᾶς.
5. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἁγνιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
6. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἀκάθιστε Ὕμνε, σῶσον ἡμᾶς.
7. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἄμπελε Ἀληθινή, σῶσον ἡμᾶς.
8. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἀναζητήτρια, σῶσον ἡμᾶς.
9. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἀντιφωνήτρια, σῶσον ἡμᾶς.
10. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἄξιον Ἐστι, σῶσον ἡμᾶς.
11. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἀρβανίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
12. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Βαρνάκοβα, σῶσον ἡμᾶς.
13. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Βασιλεύουσσα, σῶσον ἡμᾶς.
14. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Βηθλεεμίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
15. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Βηματάρισσα, σῶσον ἡμᾶς.
16. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Βλαχερνίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
17. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Βοήθεια, σῶσον ἡμᾶς.
18. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Βουλκανιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
19. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Γαλακτοτροφοῦσσα, σῶσον ἡμᾶς.
20. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Γερόντισσα, σῶσον ἡμᾶς.
21. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Γηροκομίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
22. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Γιάτρισσα, σῶσον ἡμᾶς.
23. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Γλυκοφιλοῦσσα, σῶσον ἡμᾶς.
24. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Γοργοϋπήκοε, σῶσον ἡμᾶς.
25. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Γρηγοροῦσα, σῶσον ἡμᾶς.
26. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Δακρύουσσα, σῶσον ἡμᾶς.
27. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Δαμάστα, σῶσον ἡμᾶς.
28. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Δεμερλιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
29. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Διασώζουσσα, σῶσον ἡμᾶς.
30. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἐθνοφρουροῦσσα, σῶσον ἡμᾶς.
31. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Εἰκονίστρια, σῶσον ἡμᾶς.
32. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Εἰκοσιφοίνισσα, σῶσον ἡμᾶς.
33. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἐλαιοβρύτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
34. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἐλεοῦσα, σῶσον ἡμᾶς.
35. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἐλευθερώτρια, σῶσον ἡμᾶς.
36. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἔλωνα, σῶσον ἡμᾶς.
37. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἐσφαγμένη, σῶσον ἡμᾶς.
38. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Εὐαγγελίστρια, σῶσον ἡμᾶς.
39. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ζιδανιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
40. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ζωοδόχε Πηγή, σῶσον ἡμᾶς.
41. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Θαλασσομαχοῦσσα, σῶσον ἡμᾶς.
42. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Θεία Ἀγάπη, σῶσον ἡμᾶς.
43. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Θεοσκέπαστη, σῶσον ἡμᾶς.
44. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Θεογεννήτρια, σῶσον ἡμᾶς.
45. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Θλιβομένων Χαρά, σῶσον ἡμᾶς.
46. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ἱεροσολυμίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
47. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Καλυβιανή, σῶσον ἡμᾶς.
48. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Καμαριώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
49. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Κανάλα, σῶσον ἡμᾶς.
50. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Καρδιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
51. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Καστριώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
52. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Κεχαριτωμένη, σῶσον ἡμᾶς.
53. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Κεχροβουνιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
54. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Κορυφιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
55. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Κουκουζέλισσα, σῶσον ἡμᾶς.
56. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Κρανιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
57. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Κυκκώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
58. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Κυρία τῶν Ξένων, σῶσον ἡμᾶς.
59. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Λαυρεώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
60. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Λομποβίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
61. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Λεχωβίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
62. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Μελεβῆ, σῶσον ἡμᾶς.
63. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Μαχαιριώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
64. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Μεγαλοσπηλιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
65. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Μικροκαστρίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
66. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Μυριοκεφαλίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
67. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Μυροβλύτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
68. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Μυρτιδιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
69. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ναυπακτιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
70. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Νεαμονίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
71. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Νησιανή, σῶσον ἡμᾶς.
72. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ξενιᾶ, σῶσον ἡμᾶς.
73. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ὁδηγήτρια, σῶσον ἡμᾶς.
74. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Παντάνασσα, σῶσον ἡμᾶς.
75. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Πάντων Χαρά, σῶσον ἡμᾶς.
76. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Παραμυθία, σῶσον ἡμᾶς.
77. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Παντοβασίλισσα, σῶσον ἡμᾶς.
78. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Πορταΐτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
79. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Προυσιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
80. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Ρόδον Ἀμάραντον, σῶσον ἡμᾶς.
81. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Σαλαμιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
82. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Σινασσίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
83. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Σιτοδότρια, σῶσον ἡμᾶς.
84. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Σκιαδενῆ, σῶσον ἡμᾶς.
85. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Σκοπιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
86. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Σουμελᾶ, σῶσον ἡμᾶς.
87. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Τατάρνα, σῶσον ἡμᾶς.
88. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Τουρλιανῆ, σῶσον ἡμᾶς.
89. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Τρικουκιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
90. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Τριχεροῦσσα, σῶσον ἡμᾶς.
91. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Τροοδίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
92. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Τρυπητή, σῶσον ἡμᾶς.
93. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Φανερωμένη, σῶσον ἡμᾶς.
94. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Φιλέρημε, σῶσον ἡμᾶς.
95. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Φοβερά Προστασία, σῶσον ἡμᾶς.
96. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Χοζοβιώτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
97. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Χρυσαφίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
98. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Χρυσολεόντισσα, σῶσον ἡμᾶς.
99. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Χρυσοσκαλίτισσα, σῶσον ἡμᾶς.
100. Ὑπεραγία Θεοτόκε, Χρυσοπηγή, σῶσον ἡμᾶς.

Βίος του Οσίου πατρός ημών Μαρκου του Αθηναίου


                

Οἱ πολλοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι παραδομένοι στὸν σατανᾶν καὶ κυνηγᾶνε τὰ πλούτη καὶ τ’ ἄλλα καλὰ τῆς ζωῆς τούτης. Ἀμῆ, εἶναι καὶ κάτι, λίγοι ἀπὸ δαύτους, ποὺ πιστεύουνε μὲ ἁπλότητα στὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ.Καὶ πάλιν ἀπὸ δαύτους βρίσκονται λιγοστοί, ποὺ πᾶνε κι ἀσκητεύουνε μακρυὰ ἀπ τὸν κόσμο καὶ περπατᾶνε σ’ ὅλην τὴν ζωὴν τοὺς στὴν στενὴν καὶ στὴν θλιμμένη τὴν γιδόστρατα, πού μᾶς ἔδειξεν ὁ Κύριος. Πᾶνε στὴν ἔρημο καὶ γυρεύουνε νὰ βροῦνε τὴν πόρτα τὴν κρυμμένη τοῦ Παραδείσου. Αὐτοὶ οἱ βλογημένοι δὲν λαθεύουνε. Μόνο γνωρίζουν καλὰ ποὺ βρίσκεται ἡ ἀρχαία Πατρίδα τους.
Ἤτανε μιὰ φορὰ στὴν παλιὰ τὴν Αἴγυπτο δυὸ Ἅγιοι Πατέρες καὶ ἀσκητεύανε μέσα στὴν βαθειὰ τὴν ἔρημο· ὁ ἕνας λεγότανε Ἰωάννης κι ὁ ἄλλος λεγότανε Σεραπίονας. Ἠσυχάζανε εἰς αὐτὸ τὸ μέρος ξεχασμένοι καὶ λογαριάζανε πὼς κανένας ἄλλος ἀσκητὴς δὲν εἶχε ἀποτραβηχτεῖ πιὸ μακρυὰ στὴν ἔρημο καὶ δοξάζανε τὸν θεόν.
Μιὰ νύχτα πλαγιάσανε νὰ κοιμηθοῦνε καὶ βλέπει ὁ Ἅγιος Σεραπίονας στὸν ὕπνο του, πὼς σταθήκανε ἀπὸ πάνω του δυὸ γέροντες, σεβάσμιοι καὶ τοῦ εἴπανε:
Πόσα χρόνια εὑρίσκεσαι σὲ τούτη τὴν ἔρημο καὶ δὲν γνωρίζεις τὴν πάρα μέσα ἔρημο, ποὺ εἶναι ἡ πόρτα τῆς Αἰθιοπίας. Ἐκεῖ πέρα βρίσκεται τὸ βουνὸ τῆς Θράκης, καὶ σὲ δαῦτο ἀγωνίζεται ὁ Ἅγιος Μάρκος, γέροντας, βαθύγερος, ἑκατὸν τριάντα χρόνια. Κὶ’ ἔχει ἐννενήντα χρόνια νὰ δὴ ἄνθρωπο. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἀσκητής, ποὺ νάφταξε στὰ μέτρα ποὺ ἔφταξε ἐκεῖνος ὁ Ἅγιος. Καὶ σὲ σαράντα μέρες ἀναπαύεται.

Ο ΑΒΒΑΣ ΣΕΡΑΠΙΩΝ ΙΣΤΟΡΕΙ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ.
Ξημερώνοντας ἡ μέρα ἰστόρησε τ’ ὄνειρόν του ὁ Ἀββᾶς Σεραπίονας στὸν Ἀββᾶ Ἰωάννη. Κὶ’ ἐκεῖνος τ’ ἀποκρίθη :
Ἀπὸ θεοῦ εἶναι τ’ ὄνειρό σου. Πλήν, ποῦ βρίσκεται τὸ βουνὸ τῆς Θράκης; Κὶ’ ὁ Ἀββας Σεραπίονας τοῦ εἶπε:
Βλόγησε μὲ Γέροντα, καὶ ὁ θεὸς θὰ ἄνοιξη τὸν δρόμο μπροστά μου.
Περπάτησε κατὰ τὴν Ἀλεξάντρεια κι ἔφθασε σ’ ἐκείνη τὴν Μεγαλόπολιν σὲ πέντε μέρες κάνοντας διπλὸ δρόμο, ἀπ’ ὅσο κάμνει τὸ καμήλι, τὸ λεγόμενο χαμζίνι, περπατάμενος μέρα καὶ νύχτα ἤ καλλίτερα πετάμενος ἀπὸ τὴν χαρά του, σὰν τὸ καμηλοπούλι.

ΑΝΤΑΜΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗ.
Στὴν Ἀλεξάντρεια ἀντάμωσε ἕνα πραματευτὴ ἀπ ἐκείνους, ποὺ ταξιδεύουνε στὰ μακρυὰ τὰ μέρη καὶ τὸν ρώτηξε νὰ μάθη, ποὺ βρίσκεται τὸ βουνὸ τῆς Θράκης. Κὶ ὁ πραματευτὴς τ’ ἀποκρίθηκε:
Πολὺς δρόμος εἶναι, Ἀββᾶ Πατέρα μου. Ἀπὸ τὴν μεγάλη τὴ θάλασσα τῶν Χετταίων, γνωρίζω πὼς πηγαίνει κανένας σὲ εἴκοσι μέρες εἰδ’ ἄλλως ἀπὸ στεριᾶς χρειάζονται τριάντα μέρες, καὶ βάλε καὶ περισσότερο.
Ἐπῆρε, λοιπόν, ὁ Ἀββας Σεραπίονας μαζύ του, λιγοστοὺς χουρμάδες καὶ λίγο νερὸ μέσα σ’ ἕνα νεροκολόκυθο, ἔκανε τὴν προσευχή του καὶ τράβηξε τὸν δρόμο του. Περπάτησε σ’ ἐκείνη τὴν πυρωμένη τὴν ἔρημο εἴκοσι μέρες, σὰν νὰ περπατοῦσε ἐπάνω σὲ ἀθράκα. Ἀλλὰ ὁ Κύριος, ποὺ δρόσισε τοὺς τρεῖς παῖδες μέσα στὸ καμίνι, ἀποσκέπαζε καὶ τὸν Ἀββᾶ Σεραπίονα καὶ δὲν τὸν τρυπούσανε οἱ φλογισμένες σαγίτες τοῦ ἥλιου, ποὺ κατακαίει σ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη καὶ τῆς γῆς τὸ χῶμα. Δὲν εἶδε μηδ’ ἀγρίμι μηδὲ ὄρνιο, κᾶν μέρμηγκα, κᾶν ἄλλο ζωντανό, εἴτε χορτάρι, ἐπειδὴ ποτὲς δὲν ἔπεσε βροχὴ σ’ ἐκείνη τὴ γῆς.


ΒΛΕΠΕΙ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΓΕΡΟΝΤΑΣ.
Στὶς εἴκοσι μέρες σώθηκε τὸ νερό, ποὺ εἶχε στὸ νεροκολόκυθο, κι’ ἔπεσε σὰν ἀποθαμένος. Ὅπου βλέπει πάλιν τοὺς δυὸ γέροντας καὶ σταθήκανε μπροστά του. Κὶ’ ὁ ἕνας ἀπὸ δαύτους τούδωσε κάποια ρίζα ἀπὸ δένδρο κομίδι καὶ τοῦ εἶπε:
Πάρε τούτη τὴ ρίζα καὶ πήγαινε μὲ τὴν δύναμιν τοῦ θεοῦ. Ὕστερα τοῦ δείξανε τὸν δρόμο καὶ χαθήκανε. Καὶ παρευθὺς ξύπνησε καὶ κίνησε κατὰ τὸ μέρος, ποὺ τοῦ δείξανε.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ.
Περπάτηξε ἑπτὰ μέρες σὲ κάποια ἐρημιὰ ἀκόμη πιὸ τρομερώτερη κι’ ἔγλυφε τὴν ρίζα, ποὺ βαστοῦσε στὸ χέρι του, γιὰ νὰ ξεδιψάση. Ὥσπου ἔφταξε σ’ ἕνα βουνὸ πολὺ ὑψηλό. Κὶ’ ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ βουνὸ εἶδε μιὰ θάλασσα μεγάλη. Κὶ ἔπιασε κι ἀνέβαινε ἄλλες ἑπτὰ μέρες. Καὶ στὶς ἑφτά μέρες νυχτώθηκε μπροστὰ σὲ μιὰ σπηλιά. Καὶ πῆγε μπροστὰ στὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς κι ἄκουσε τὸν Ἅγιο Μάρκο, νὰ κάνη τὴν προσευχὴ του μέσα στὴ σπηλιᾶ καὶ νὰ λέγη, ὅτι:
«Χίλια ἔτη ἐν ὀφθαλμοίς Σου, Κύριε, ὡς ἡ ἥμερα ἡ ἐχθές. Χίλια χρόνια, Κύριε, εἶναι στὰ μάτια Σου, σὰν τὴν χθεσινὴ ἡμερα».

ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ.
Κι ἅμα τελείωσε τὸ ψαλτήρι, ἔπιασε νὰ λέγη :
«Μακάρια εἶναι ἡ ψυχή σου, Ἀββᾶ Μάρκε, γιατί δὲν τὴν λέρωσε ἡ λάσπη ἐτούτου τοῦ κόσμου».
«Μακάριο εἶναι τὸ κορμί σου, γιατί δὲν μολεύθηκε ἀπὸ τὶς αἰσχρὲς ἐπιθυμίες τῆς ἀχόρταγης σάρκας».
«Μακάρια τὰ μάτια σου, γιατί δὲν μπόρεσε ὁ διάβολος νὰ τὰ παλαίψη, γιὰ νὰ κυττάξουν ξένα πρόσωπα».
«Μακάρια τ’ αὐτιά σου, γιατί δὲν ἀκούσανε τὶς γυναῖκες, τὶς σειρῆνες ἐτούτου τοῦ μάταιου κόσμου».
«Μακάρια τὰ χέρια σου, γιατί δὲν πιάσανε καὶ δὲν ψηλαφήσανε τὰ μάταια πράγματα, ποὺ ἀγαπήσανε οἱ ἄνθρωποι».
«Μακάρια ἡ μύτη σου, γιατί δὲν τὴν φράξανε οἱ μυρουδιὲς τοῦ διαβόλου».
«Μακάρια τὰ πόδια σου, ποὺ δὲν περπατήσανε σὲ δρόμο ἁμαρτωλὸ καὶ καταραμένο».
«Μακάρια ἡ καρδιά σου, γιατί δὲν πίκρανες κανένα κι’ οὔτε ἔκλαψε κανένας γιὰ σένα».

Συνεχίζει Τὴν Προσευχήν Του Ὁ Ἀββᾶς Μάρκος.
Κὶ’ ὕστερα πάλιν ἔλεγε: «Δόξαζε ψυχή μου τὸν Κύριον κι’ ὅλα τὰ μέσα μου τ’ Ὄνομα Του τ’ Ἅγιο. Βλογημένος νᾶσαι, Κύριε. Τί θλίβεσαι ψυχή μου; Μὴν φοβᾶσαι. Δὲν θὰ σὲ κρατήσουν τὰ ἐναέρια τελώνια».
Κι’ ὑστέρα ἔπιασε κι ἔλεγε:
«Κύριε μὲ δοκίμασες καὶ μὲ γνώρισες. Ἔνοιωσες τοὺς λογισμούς μου καὶ κατάλαβες ἀπὸ μακρυὰ τὰ ὅσα συλλογίζομαι, κι ἐξιχνίασες τὸν δρόμον ποὺ περπατῶ. Κύριε, Ἐσὺ γνώρισες ὅλα τὰ τελευταῖα καὶ ἀρχαία. Ἐσὺ μ’ ἔπλασες κι ἔβαλες ἐπάνω μου τὸ χέρι Σου.
Τὸ κόκκαλό μου δὲν εἶναι κρυμμένο ἀπὸ Σένα, ποὺ τόπλασες νάναι κρυμμένο μέσα στὶς σάρκες. Καὶ τὰ μάτια Σου εἶδαν ἐμένα τὸν ταπεινό. Ὅλοι θὰ γραφτοῦνε στὸ βιβλίο Σου, κανένας δὲν θὰ ξεχασθῆ.
Κύριε, Ἐσὺ θὰ φωτίσης τὸ λυχνάρι μου. Ἐσὺ θὰ φωτίσης τὸ σκοτάδι μου. Ἔρριξες τὰ μάτια Σου στὴν ταπεινότητά μου, γλύτωσες ἀπὸ ἀνάγκες τὴν ψυχήν μου. Κι ἐγὼ εἶπα: θὰ βαστάξω τὸ δρόμο τοῦ Κυρίου καὶ δὲν θὰ πέσω σὲ ἁμαρτία.
Κύριέ μου, γνώρισες τὸ τέλος μου καὶ πόσες εἶναι οἱ μέρες μου. Ὅλα εἶναι μάταια κι ἀδιαφόρετα, καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ζῆ σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Σὰν ζωγραφιὰ περνὰ καὶ σβύνει, ὅποιος δὲν ἀκούμπησε σὲ Σένα Κύριε, ποὺ εἶσαι δοξασμένος στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων».

Ο ΆΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟΝ.
Κι’ ἀφοῦ εἶπε κι ἄλλα πολλὰ γράμματα ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκην καὶ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιον, ἐβγῆκε στὴν πόρτα τῆς σπηλιᾶς καὶ φώναξε δακρυσμένος:
«Ἀββᾶ Σεραπίονα». Κὶ ὁ Ἀββας Σεραπίονας τ’ ἀποκρίθηκε φοβισμένος:
«Βλόγησε μὲ γέροντα». Καὶ ὁ Ἅγιος Μάρκος εἶπε:
«Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ νάναι πάνω σου. Ἔλα σίμωσε μέ, τέκνον μου». Καὶ ὁ Ἀββᾶς Σεραπίονας πῆγε κοντὰ τοῦ κι ἔκαμε μετάνοια. Καὶ ὁ Μάρκος τοῦ λέγει:
«Ὁ Κύριος νά σου δώση τὸ μισθό σου, τέκνον μου, τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως, ἐπειδῆς ἔκαμες πολὺ κόπο νάρθης σὲ τοῦτο τ’άγριο τὸ μέρος, γιὰ μένα, τὸν καταφρονεμένον».
Καὶ μπήκανε μέσα στὴν σπηλιὰ καὶ καθήσανε μέσα στὸ σκοτάδι. Καὶ λέγει πάλιν ὁ Ἅγιος Μάρκος: «Ἐννενηνταπέντε χρόνια ἔχω, ποὺ δὲν εἶδα ἄνθρωπο. Καὶ τώρα βλέπω τὰ’ Ἅγιο τὸ πρόσωπό σου.»

ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ.
Καὶ ὁ Ἀββᾶς Σεραπίονας τὸν ρώτησε: «Πές μου, Ἅγιε Γέροντα, πῶς ἦλθες σὲ τοῦτο τὸ σπήλαιον;». Καὶ ὁ Ἅγιος τ’αποκρίθηκε:
«Ἐγὼ τέκνον μου, γεννήθηκα στὴν Ἀθήνα, Ἕλληνας εἰδωλολάτρης. Οἱ γονιοί μου μὲ βάλανε νὰ σπουδάξω, νὰ γίνω φιλόσοφος, ὅπως γίνονται οἱ μάταιοι ἄνθρωποι τῆς πατρίδας μου. Μὰ ὁ Κύριος μὲ ἐλέησε κι ἔγινα Χριστιανός, κι ἔβγαλα ἀπὸ πάνω μου τὸν παληὸ τὸν ἄνθρωπο, ὅπως τὸ φίδι βγάζει τὸ δέρμα του. Κὶ ἀποθάνανε οἱ γονιοί μου. Καὶ εἶπα: «θνητὸς ἄνθρωπος εἶμαι κι ἐγὼ σὰν τοὺς πατεράδες μου. Τί ὤφελος θὰ ἀπολάψω ἀπὸ τοῦτον τὸν μάταιο τὸν κόσμο;».
Ἐσηκώθηκα κι ἀπαράτησα τὸν κόσμο σ’ ἐκείνους, ποὺ τὸν ἀγαπᾶνε κι ἐγὼ ἦρθα στὴν Ἀλεξάντρεια. Κὶ’ ἀπὸ τὴν Ἀλεξάντρεια βγῆκα στὸν ἄμμο καὶ περπάτησα πολλὲς μέρες καὶ πολλὲς νύχτες κι ἔφταξα σὲ μιὰν ἄλλη μεγάλη κι ἁμαρτωλὴ πολιτεία. Ἀπὸ κεῖ μείσεψα καὶ πέρασα πολλὴν ἄμμο κι ἔφταξα σ’ ἕνα κτίριο μεγαλώτατο, γεμάτο εἴδωλα, ποὺ τὸ λέγανε Ἀναντά. Ὕστερα περπάτησα κάμποσες μέρες ἀπάνω σὲ γῆς κατάξερη, ποὺ δὲν ἔνοιωσε ποτὲς μυρουδιὰ ἀπὸ νερό. Κι ἔφταξα σ’ ἕνα μέρος ἀπὸ κείνα ποὺ τὰ λένε οἱ ντόπιοι «οὐαχέ» καὶ οἱ Ἕλληνες τὰ λένε «ὄαση», μὲ νερὸ καὶ μὲ δένδρα πολλά. Κι ἐκεῖ ζούσανε ἄνθρωποι ἄγριοι. Εἶδα πὼς ἤμουν ἀκόμη στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο ἤμουνα καὶ τότες, ποὺ ζοῦσα στὸν κόσμο. Καὶ περπάτηξα μερόνυχτα πολλὰ μὲ πόθο νὰ φτάξω σὲ μέρος, ποὺ δὲν εἶναι ἄνθρωπος. Περπάτηξα σ’ ἕνα λάκκο μεγάλο κι εἶδα δένδρα πετρωμένα, πλὴν ἄνθρωπον δὲν εἶδα, ὡς ποὺ ἔφταξα στὰ βουνὰ Ζαμπαρὰχ κοντὰ στὴν θάλασσα. Ἀπὸ κεῖ περπάτηξα σαράντα μέρες, ὀδηγούμενος ἀπὸ τὸν θεὸν κι ἔφταξα πιὰ σὲ τοῦτο τὸ μέρος. Καὶ τὰ ποδάρια μου μὲ φέραν ἴσια σὲ τοῦτο τὸ σπήλαιον, δίχως νὰ τὰ κυβερνῶ ἐγώ».

Ο ΆΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΙΣΤΟΡΕΙ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΤΟΥ.
Ἐννενήντα πέντε χρόνια δὲν εἶδα ἄνθρωπο, μήτε ἀγρίμι, μήτε πουλί, μήτε ψωμὶ ἔφαγα, μήτε ντύθηκα μὲ ροῦχο. Τριάντα χρόνια ἔζησα μὲ πολλὴ στενοχώρια, μὲ πείνα καὶ μὲ δίψα καὶ μὲ παγίδες τοῦ διαβόλου. Ἔφαγα, τέκνον μου, χῶμα ἀπὸ τὴν πολλὴν τὴν πείνα, καὶ ἀπὸ τὴν πολλὴ τὴν δίψα ἤπια νερὸ τῆς θάλασσας. Εἴκοσι χρόνια ἤμουνα γυμνός, ὡς ὁ Ἀδάμ. Τὰ δαιμόνια μὲ σέρνανε νὰ μὲ ρίξουνε στὴ θάλασσα καὶ φωνάζανε: «Φεύγα ἀπὸ τὸν τόπο μας καλόγερε. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου δὲν ἦρθε ἄνθρωπος σὲ τοῦτο τὸ μέρος καὶ σῦ πὼς ἀποκότησες καὶ ἦρθες;». Καὶ ἐγὼ καρτέρησα εἴκοσι χρόνια πεινασμένος καὶ γυμνός. Καὶ ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Κυρίου ἔκανε κι ἀλλάξανε τὰ φυσικὰ τοῦ κορμιοῦ καὶ φυτρώσανε τρίχες σ’ ὅλο τὸ κορμί μου. Κὶ’ ἕνας ἄγγελός μου ἔφερνε νὰ φάγω, κι’ ἔβλεπα τοὺς ἀγγέλους νὰ κατεβαίνουνε κοντά μου, καὶ θωροῦσα τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν καὶ τὰ Μοναστήρια, ποὺ κάθονται οἱ ψυχὲς τῶν Ἁγίων.
Κὶ ἐκεῖ ποὺ μιλοῦσε ὁ Ἅγιος Μάρκος πέρασε ἡ νύχτα καὶ γλυκοχάραξε ἡ μέρα. Κὶ ὁ Ἀββᾶς Σεραπίονας εἶδε τότε τὸ κορμὶ τ’ Ἁγίου Μάρκου σκεπασμένο ἀπὸ τρίχες πυκνές, σᾶ νάτανε θηρίο, καὶ τὸν ἔπιασε φόβος καὶ τρόμαξε, γιατί δὲν εἶχε ὄψι ἀνθρώπινη, καὶ δὲν ξεχώριζε πὼς ἤτανε ἄνθρωπος, πάρεξ μονάχα ἀπὸ τὴν ὁμιλία ποὺ ἔβγαζε ἀπὸ τὸ στόμα του. Κὶ’ ὁ Ἅγιος Μάρκος εἶπε:
«Μὴ φοβᾶσαι τέκνον μου ἀπὸ τὴν ὄψι ἐτούτου τοῦ κορμιοῦ, γιατί εἶναι πρόσκαιρο. Πλὴν πές μου, στέκεται ὁ κόσμος κι ἀνθίζει κατὰ τὴν ἀρχαία συνήθεια;». Κι ὁ Ἀββᾶς Σεραπίονας τ’ ἀποκρίθηκε:
«Ναὶ Πάτερ, μὲ τὴν χάριν τοῦ Χριστοῦ καὶ πιὸ πολὺ ἀκόμα ἀπὸ τὸν πρῶτο καιρὸ στέκεται κι ἀνθίζει ὁ κόσμος σήμερα». Κὶ’ εἶπε πάλιν ὁ Ἀββάς Μάρκος:
«Εἶναι ἀκόμα διωγμὸς κι Ἕλληνες εἰδωλολάτρες;» καὶ ἀποκρίθηκε ὁ Ἀββᾶς Σεραπίονας:
«Ἂς ἔχει δόξαν ὁ θεός. Μὲ τὶς εὐχὲς τῶν Ἁγίων ἔπαψε ὁ διωγμὸς τῶν Χριστιανῶν». Κι’ ὁ Γέροντας χάρηκε καὶ ξαναρώτησε:
«Βρίσκονται κάποιοι Ἅγιοι στὸν κόσμο σήμερα ποὺ νὰ ἐνεργοῦνται δυνάμεις καὶ θαύματα, καὶ ποὺ νὰ ἔχουνε ἔργα κατὰ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ, ὅπως εἶναι γραμμένο στὸ Εὐαγγέλιο, πὼς ἂν ἔχετε πίστι σὰν τὸ σιναπόσπορο, θὰ πῆτε στὸ βουνὸ τοῦτο: «περπάτα ἀπὸ τὸν τόπον σου καὶ πέσε στὴν θάλασσα καὶ θὰ γίνη;».
Κὶ ἐκεῖ ποὺ τόλεγε αὐτὸ ὁ Ἅγιος Μάρκος, τὸ βουνὸ ποὺ εἴτανε ἀπὸ πάνω τους, σάλεψε καὶ μετατόπισε. Καὶ ὁ Ἅγιος σήκωσε τὸ κεφάλι του καὶ σὰν εἶδε τὸ βουνὸ νὰ σαλεύη, χτύπησε μὲ τὸ χέρι του τὴν πέτρα κι’ εἶπε: «Δὲν εἶπα νὰ μετατοπισθῆς, βουνὸ ἄψυχο, ποὺ εἶσαι πιὸ ὑπάκουο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Στάσου στὸν τόπο σου. Καὶ στάθηκε στὸν τόπο του. Καὶ ὁ Ἀββᾶς Σεραπίονας ἔπεσε χάμω. Καὶ ὁ Ἅγιος Μάρκος τὸν σήκωσε καὶ τὸν ρώτησε:
«Δὲν εἶδες στὶς μέρες σου κανένα τέτοιο θαῦμα». Κι’ ὁ Ἅγιος Σεραπίονας ἀποκρίθηκε:
Ὄχι Γέροντα». Κὶ ὁ Ἅγιος Μάρκος ἀναστέναξε κι ἔκλαψε κι εἶπε:
«Ἄλοιμονον στὸν κόσμο. Γιατί ὑπάρχουν Χριστιανοὶ μονάχα μὲ τ’ ὄνομα κι ὄχι μὲ τὰ ἔργα. Βλογημένος νάναι ὁ θεὸς ποὺ μ’ ἔφερε στὸν τόπον ἐτοῦτον, γιὰ νὰ μὴν πεθάνω στὴν Πατρίδα μου, νὰ θαφτῶ σὲ γῆς μολεμένη μὲ ἁμαρτίες πολλές».
Καὶ βράδυασε ἡ μέρα κι εἶπε ὁ Ἅγιος Μάρκος: «Τέκνον μου, Σεραπίονα, εἶναι καιρὸς νὰ κάνουμε ἀγάπη». Κὶ’ ἄπλωσε τὰ χέρια του καὶ προσευχήθηκε. Καὶ μπήκανε στὴ σπηλιὰ καὶ εἴδανε ἕνα τραπέζι κι ἕνα ψωμὶ π’ ἄχνιζε ἐπάνω στὸ τραπέζι καὶ δυὸ ψητὰ ψάρια καὶ λάχανα τρυφερὰ κι ἐληὲς καὶ χουρμάδες κι ἕναν μαστραπὰ νερὸ καὶ καθίσανε. Κι’ εἶπε ὁ Ἅγιος Μάρκος: «Εὐλόγησον». Καὶ παρευθεῖς φάνηκε ἕνα χέρι, κι εὐλόγησε τὴν τράπεζαν. Καὶ ὁ Ἅγιος Μάρκος εἶπε: «Εὐλόγησον, Κύριε, τὴν βρώσιν καὶ τὴν πόσιν πάντοτε νῦν καὶ ἀεῖ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων».
Καὶ σὰν ἀποφάγανε, ἔκανε τὴν εὐχαριστίαν ὁ Ἅγιος Μάρκος κι εἶπε: «Σ’ εὐχαριστοῦμε Δέσποτα, γιὰ τ’ ἀγαθὰ ποὺ δίνεις στοὺς ἀναξίους δούλους Σου. Πλούσιοι φτωχέψανε καὶ πεινάσανε, πλὴν ὅποιος ζητᾶ ἀπὸ τὸν Κύριον δὲν θὰ στερηθῆ ἀπὸ τίποτα στοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Καὶ παρευθὺς ἡ τράπεζα σηκώθηκε, ὅπως στρώθηκε.
Κι’ εἶπε ὁ Ἅγιος Μάρκος στὸν Ἀββᾶ Σεραπίονα: «Εἶδες, τέκνον μου, πόσο ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς τοὺς δούλους Του;» καὶ σώπασε... Μετὰ πολλὴ ὥρα ἄνοιξε τὸ στόμα τοῦ κι εἶπε: «Σήμερον, τέκνον μου, τελειώνει τὸ μέτρον τῆς ζωῆς μου, καὶ ἔστειλεν ὁ Κύριος νὰ κηδέψης μὲ τ’ ἀγιασμένα χέρια σου τὸ καταφρονεμένο κορμί μου. Καὶ δὲν εἶπεν ἄλλον λόγο ὅλην τὴν ἡμέρα. Καὶ πρὸς τὸ βράδυ λέγει στὸν Ἀββᾶ Σεραπείονα:
«Ἀδελφέ, συμπάθησε μὲ νὰ κάνουμε ἀγρυπνία τούτη τὴ νύχτα».
Καὶ ψάλλανε ἀπὸ τὸ ψαλτήρι. Κι ὁ Ἅγιος Μάρκος, σᾶ νάχε βιβλίο μπροστά του, δίχως νὰ μάθη ποτὲς τὰ γράμματα τῆς Ἐκκλησίας.
Κι Ἔψαλλε ὁ Ἅγιος Μάρκος λυπητερὰ καὶ ταπεινά. Κι εἶπε: -Δὲν φυλάξανε τὴν Διαθήκη τοῦ θεοῦ καὶ δὲν θελήσανε νὰ πορευτοῦνε κατὰ τὸν νόμον Του καὶ πειράξανε τὸν θεὸν μέσα στὶς καρδιές τους καὶ ζητήσανε νὰ τοὺς δώση φαγὶ νὰ φᾶνε. Καὶ καταλαλήσανε κατ’ ἐπάνω στὸν θεὸν κι’ εἴπανε: «Μήπως θὰ μπόρεση ὁ θεὸς νὰ στρώση τραπέζι στὴν ἔρημο; Κι’ ἔβρεξε, μάνα, γιὰ νὰ φᾶνε καὶ τοὺς ἔδωσε ψωμὶ τ’ οὐρανοῦ. Ψωμὶ ἀγγελικὸ ἔφαγε ὁ ἄνθρωπος. Τοὺς ἔστειλε τροφὴ νὰ χορτάσουνε».
Καὶ πάλι ἔψαλλε λυπητερά: «Μὴν παραδώσης στὰ θηρία ψυχή, ποὺ ξομολογιέται σὲ Σένα τὰ κρίματά της. Τὶς ψυχὲς τῶν φτωχῶν μὴν τὶς ξεχάσης ὀλότελας.
Καὶ πάλιν ἔψαλλε λυπητερά: «Ὁ θεὸς εἶναι στὸ τόπο Του τὸν ἁγιασμένον. Βάζει νὰ καθήσουνε στὸ σπίτι Του κείνους, ποὺ ζοῦνε ἔρημοι καὶ δίχως συγγενάδια».
Καὶ πάλιν ἔψαλλε λυπητερά: «Ὁ θεὸς ἔσκυψε ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ πάνω ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ δὴ ἂν εἶναι κανένας μὲ γνώσι, ποὺ ζητᾶ ἀπὸ τὸν θεὸν νὰ τὸν βοηθήση».
Καὶ πάλιν ἔψαλλε λυπητερά: «Τοῦτο τὸ ἔβαλα μὲ τὸ νοῦ μου, κι ἀνάβρυσε νερὸ δροσερὸ ἡ ψυχή μου, κι ἔνοιωσα πὼς θὰ πάω νὰ ξαποστάσω σὲ σκηνὴ θαυμαστὴ στὸ σπίτι τοῦ θεοῦ. Μὲ φωνὴ ἀναγαλλιασμένη, σᾶ νὰ ἀκούγεται κάποια γιορτὴ χαρούμενη. Γιατί ψυχή μου εἶσαι λυπημένη; Καὶ γιατί μ’ ἀναταράζεις;».
Καὶ πάλιν ἔψαλλε λυπητερά: «Καὶ ἔβαλε στὸ στόμα μου κάποιο καινούργιο τραγούδι, ἕναν ὕμνο στὸ θεό μας».
Καὶ πάλιν ἔψαλλε λυπητερά: «θὰ βλογῶ τὸν Κύριον σὲ κάθε καιρό. Ἡ δοξολογία Του θὲ νάναι πάντα στὸ στόμα μου. Ἀπὸ τὸν Κύριον θὰ παινεφτὴ ἡ ψυχή μου. Ἂς τ’ ἀκούσουνε οἱ πράοι καὶ ἂς εὐφρανθοῦνε».
Καὶ πάλιν ἔψαλλε λυπητερά: «Φωνὴ ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας στὶς σκηνὲς τῶν δικαίων. Ἀνοίξετε πόρτες τῆς δικαιοσύνης, γιὰ νὰ μπῶ μέσα καὶ νὰ ἐξομολογηθῶ στὸν Κύριον. Τούτη ἡ πύλη τοῦ Κυρίου. Οἱ δίκαιοι θὰ μποῦνε ἀπὸ δαύτη».
Καὶ σὰν ἀποτελειώσανε τὸ ψαλτήρι, γύρισε ὁ Ἅγιος Μάρκος καὶ εἶπε στὸν Ἀββᾶ Σεραπίονα: «Ἀδελφὲ Σεραπίονα, τὸ σῶμα μου κήδεψέ το μέσα σὲ τοῦτο τὸ σπήλαιο. Κι’ ἄφησέ το μέσα, καὶ φράξε τὸ στόμα του μὲ πέτρες. Κι’ ὕστερα νὰ φύγης, νὰ μὴν μείνης σὲ τοῦτο τὸ μέρος».
Κὶ' ὁ Ἀββᾶς Σεραπίονας ἄρχισε νὰ κλαίη. Καὶ ὁ Ἀββᾶς Μάρκος τοῦ εἶπε: «Μὴν κλαῖς, τέκνον μου, σήμερα ποὺ εἶναι ἡ μέρα τῆς χαρᾶς μου. Ὁ θεός, πού σοῦ ἔδειξε τὸν δρόμο, γιὰ νὰ ἔλθης, θά σοῦ δείξη καὶ τὸ δρόμο γιὰ νὰ γυρίσης πίσω στὴν κέλλα σου. Πλὴν δὲν θὰ γυρίσης ἀπὸ τὸν δρόμο, ποὺ ἦρθες».
Ἀδελφὲ Σεραπίονα, τούτη ἡ μέρα εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀπ ὅλες τὶς μέρες τῆς ζωῆς μου. Σήμερα ἡ ψυχή μου ἀφίνει τὸ παθιασμένο τὸ κορμί μου καὶ πηγαίνει νὰ ξεκουραστὴ ἀπὸ τοὺς κόπους κι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία».
 

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.
Κὶ’ ἐκεῖ ποὺ τάλεγε αὐτὰ τὰ λόγια, γέμιζε ἡ σπηλιὰ φῶς, πιὸ δυνατὸ κι ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὸ βουνὸ γέμισε εὐωδία. Κὶ’ ὁ Ἅγιος Μάρκος ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι τὸν Ἀββᾶ Σεραπίονα, κι ἄρχισε νὰ λέγη: «Ἔχε γεια σπηλιά, ποὺ μέσα σου πέρασα τὴν ζωήν μου κι ἔκανα τὴν προσευχή μου, καὶ δάμασα τὸ κορμί μου. Καὶ πάλιν ἐσὺ θὰ τὸ φύλαξης σφαλισμένο, ἴσαμε τὴν φρικτὴ ἡμέρα, ποὺ θαναστηθοῦνε ὅλοι οἱ ἀνθρῶποι.
Ἔχε γεια κι’ ἐσὺ κορμί μου, τὸ σπίτι ποὺ καθόντανε τόσο χρόνια οἱ κόποι κι οἱ πόνοι μου. Κύριε, σὲ Σένα τὸ παραδίνω, γιατί γιὰ Σένα ὑπέφερε τὴν πείνα, τὴν δίψα, τὸ κρύο, τὴ ζέστη καὶ τὴ γύμνια. Ἐσὺ Κύριε, ντύσε τὸ στολὴ ἄφθαρτη καὶ δοξασμένη κατὰ τὴν φοβερὴ ἡμέρα τῆς Παρουσίας Σου.
Ἔχετε γειά μάτια μου, πού σᾶς κούρασα μὲ τὶς ὀλόνυχτες προσευχὲς καὶ μὲ τὶς σκληρὲς ἀγρυπνίες.
Ἔχετε γειά ζῶα καλοκάγαθα, δένδρα καὶ χορτάρια ἀθωότατα, σύννεφα πετούμενα, ἀγέρα ποὺ φυσὰς ἀπὸ τὸ βορριὰ καὶ ἀπὸ τὸ νοτιὰ κι ἀπὸ τὸ πέλαγο κι ἀπὸ τὸν ἄμμο.
Ἔχετε γειά οἱ ἀσκητὲς κι ἀναχωρητὲς κι ἐρημίτες, ποὺ κοιμώσαστε μέσα στὰ φαράγγια τῶν βουνῶν.
Ἔχετε γειά τὰ τέσσαρα καλὰ κι εὐλογημένα σημάδια τοῦ κόσμου.
Ἔχε γειά ἐσὺ βουνό, ποὺ μ’ ἀποσκέπαζες καὶ μ’ ἔκρυβες.
Ἔχε γειά κι ἐσὺ ἔρημος, θηρίο ἄλαλο καὶ σκληρό, ποὺ μὲ προστάτεψες παντοτεινὰ ἀπὸ τὸν ἄγριο τὸν κόσμο.
Χαῖρε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κι’ ὅλη ἡ Οἰκουμένη».
Καὶ σὰν εἶπε τούτα τὰ λόγια, γονάτισε καὶ σήκωσε τὰ χέρια του κι’ εἶπε: «Κύριε, Κύριε, προστάτεψε κι’ ἀποσκέπασε τὸν Κόσμον Σου, κρύψε ἀπὸ τὰ μάτια Σου τ’ ἁμαρτωλὰ τὰ ἔργα του».
Ὕστερα σηκώθηκε κι ἀσπάσθηκε τὸν Ἀββᾶ Σεραπίονα κι᾿ εἶπε:
«Ἔχε γειά κι ἐσύ, ἀδελφὲ Σεραπίονα. Ὁ Χριστὸς νά σοῦ δώση τὸ μισθό σου, διὰ τοὺς κόπους ποὔκανες γιὰ μένα, τὴν ἡμέρα τῆς Παρουσίας Του.
Σ’ ἐξορκίζω, τέκνον μου, στ’ ὄνομα τοῦ θεοῦ, νὰ μὴν πάρης τίποτε ἀπὸ τὸ κορμί μου, μήτε καὶ μιὰ τρίχα. Μὴν σιμώσης στὰ κορμί μου ροῦχο ἢ πανί, καὶ ἂς εἶναι γιὰ σάβανό μου οἱ τρίχες, ποὺ μ’ ἔντυσε ὁ Κύριος.
Καὶ σὰν ἔπαψε νὰ μίλα ἀκούσθηκε μιὰ φωνὴ ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ κι’ ἔλεγε: «Φέρτε μου τὸν ἀγωνιστὴ τῆς ἐρήμου, τὸ στυλὸ τῆς ὑπομονῆς, τὸν βλογημένο καὶ τὸν πιστὸ τὸ δοῦλο μου. Μάρκε, Μάρκε ἔλα ν’ ἀναπαυτὴς στὴ χώρα τῆς δικαιοσύνης».
Καὶ ὁ Ἅγιος Μάρκος λέγει στὸν Ἀββᾶ Σεραπίονα:
«Ἀδελφέ μου, Σεραπίονα, ἂς γονατίσουμε».
Κι’ ἐκεῖ καθὼς ἦσαν γονατισμένοι ἀκούσθηκε κάποια φωνὴ ποὺ ἔλεγε σὲ κάποιον ἄλλον: «Ἄνοιξε τὴν ἀγκαλιά σου».
Καὶ σηκώθηκε ἀπάνω ὁ Ἀββᾶς Σεραπίονας καὶ γύρισε καὶ εἶδε τὴν ψυχὴν τοῦ Ἁγίου Μάρκου ντυμένη μ’ ἄσπρη στολὴ καὶ τὴν κρατούσανε οἱ Ἄγγελοι καὶ τὴν πηγαίνανε στὸν Οὐρανό. Κι’ ἄνοιξε ἡ σκέπη τ’ Οὐρανοῦ. Κι’ εἶδε τὰ ἐναέρια τελωνεία ποὺ θέλαν ν’ ἀρπάξουν τὴν ψυχὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου. Κι’ ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ τρομερὴ ποὺ ἔλεγε:«Φύγετε πνεύματα τοῦ σκοταδιοῦ μπροστὰ στὸ Φῶς. Καὶ γίνηκε ταραχὴ μεγάλη καὶ μποδίστηκε ἡ ψυχὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου ἴσαμε μία ὥρα. Κι’ ὕστερα ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ κι ἔλεγε:
«Σηκῶστε τὴν ψυχὴ τοῦ δούλου Μου». Καὶ τὰ δαιμόνια παραμερίσανε, κι εἶδε ὁ Ἀββᾶς Σεραπίονας ἕνα χέρι π’ ἄπλωσε ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ καὶ πῆρε τὴν ψυχὴ τ’ Ἅγιου Μάρκου. Καὶ δὲν τὴν ξαναεῖδε κι ἤτανε τρίτη ὥρα τῆς νύχτας.
Κὶ’ ὁ Ἀββᾶς Σεραπίονας προσευχότανε ὅλη τὴν νύχτα. Καὶ σὰν ξημέρωσε ἔψαλλε τὰ νεκρώσιμα ἐπάνω στὸ Ἅγιο λείψανο. Καὶ δὲν τὸ ἄγγιξε, μήτε τὸ μετόπισε, μήτε σίμωσε σὲ δαῦτο ροῦχο, τίποτε.
Κι’ ὕστερα βγῆκε ἔξω καὶ πῆρε πέτρες κι’ ἔφραξε το στόμα τῆς σπηλιᾶς καὶ κατέβηκε ἀπὸ τὸ βουνό. Καὶ παρακαλοῦσε ἀπὸ τὸν θεὸ νὰ τὸν στηρίξη νὰ περάση κείνη τὴν φοβερὴ τὴν ἔρημο. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ βασίλευε ὁ ἥλιος, βλέπει μπροστὰ τοῦ δυὸ γέροντας, ποὺ τοὺς εἶχε εἰδωμένους στ’ ὄνειρό του, καὶ τοῦ εἴπανε: “Κήδεψες λείψανο, ποὺ δὲν τοῦ ἀξίζει ὅλος ὁ κόσμος. Ἔλα μαζύ μας καὶ θὰ περπατήσουμε ὅλη τὴ νύχτα, γιὰ νὰ μὴν χάσης τὴν δύναμίν σου ἀπὸ τὴν κάψα τῆς ἡμέρας».
Καὶ περπατήξανε καὶ οἱ τρεῖς μαζὺ ἴσαμε τὸ πρωί. Καὶ τὸ πρωὶ τοῦ εἴπανε: «Πήγαινε στὴν εὐχὴ τοῦ θεοῦ». Καὶ χαθήκανε ἀπὸ τὰ μάτια του κι εἶδε πὼς στεκόντανε μπροστὰ στὴν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας, στὸ κελλὶ τῆς μετανοίας του. Καὶ θαύμασε καὶ θυμήθηκε τὰ λόγια, ποὺ εἶχε πεῖ ὁ Ἅγιος Μάρκος, πὼς «δὲν θὰ γυρίσης στὸν τόπο σου ἀπὸ τὴν ἴδια στράτα ποὺ ἦλθες». Κὶ’ ὁ Ἀββᾶς Ἰωάννης ἄκουσε τὴν φωνήν του καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ κελλί του καὶ τοῦ εἶπε:
«Καλῶς ὥρισες Ἀββᾶ Σεραπίονα». Καὶ μπήκανε στὴν Ἐκκλησία καὶ δοξάσανε τὸν θεόν.
Κι’ εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ἰωάννης στὸν Ἀββᾶ Σεραπίονα:
«Ἀδελφέ, ἐκεῖνος ἤτανε ἀληθινὸς Χριστιανός. Ἐμεῖς εἴμαστε μὲ τ’ ὄνομα μονάχα Χριστιανοί. Πλὴν μὲ τὰ ἔργα δὲν εἴμαστε καθόλου ὁλότελα. Δόξα στὸ θεὸ πού μας ἀξιώνει νὰ βλέπουμε τοὺς Ἁγίους Του. 

Ἀμήν».

Wednesday, December 2, 2015

ΟΙΚΟΙ ΕΙΚΟΣΙΤΕΣΣΑΡΕΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ ΜΕΛΕΤΙΟΝ ΤΟΝ ΕΝ ΥΨΕΝΗ




Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.

Τὴν τῶν Ὁσίων βιοτὴν ἐκμιμησάμενος,
ὡς ἀγαπήσας τῷ Χριστῷ ἀπὸ νεότητος,
Παρακλήτου τὴν ἐνέργειαν ὑπεδέξω.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχων παῤῥησίας χάριν ἄφθονον,
ἀντιλήπτωρ ἡμῶν ἔσο καὶ ὑπέρμαχος,
τῶν βοώντων σοι· Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Οἱ Οἶκοι.

Α῎γγελος σαρκοφόρος, ἀνεδείχθης ἐν Ῥόδῳ, ἰσάγγελον ζωὴν διανύσας (ἐκ γ΄) καὶ τῶν Ἀγγέλων ὡς γεγονώς, ἐν τοῖς ὑψίστοις Μελέτιε σύσκηνος, Θεοῦ πληροῦσαι τοῦ φωτός, ἀκούων παρὰ πάντων ταῦτα·
Χαῖρε, βλαστὸς ἱερὸς τῆς Λάρδου·
χαῖρε, καρπὸς εὐκλεὴς τῆς Ῥόδου.
Χαῖρε, Ὑψενῆς ὁ δομήτωρ ὁ ἔνθεος·
χαῖρε, μοναστῶν ποδηγέτης ὁ ὅσιος.
Χαῖρε, σκεῦος ὡραιότατον ἐννοιῶν θεουργικῶν·
χαῖρε, οἶκος θεοδόμητος λογισμῶν θεοπρεπῶν.
Χαῖρε, ὅτι τὰ πάθη νουνεχῶς ἐνεκρώσω·
χαῖρε, ὅτι τὸν ὄφιν ἀνδρικῶς ἀπεκρούσω.
Χαῖρε, λαμπὰς ἐνθέου φρονήσεως·
χαῖρε, ἀστὴρ πανσόφου συνέσεως.
Χαῖρε, δι᾿ οὗ ὁ Χριστὸς ἀνυμνεῖται·
χαῖρε, δι᾿ οὗ ἡ Τριὰς προσκυνεῖται.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Βίον τῶν μοναζόντων, παιδιόθεν ζηλώσας, ὡς σκεῦος ἐκλογῆς θεομάκαρ, τοῦ Χριστοῦ ἐπ᾿ ὤμων τὸν ζυγόν, ἀνενδοιάστῳ καρδίᾳ ἀνέλαβες, καὶ τούτῳ ἠκολούθησας, Μελέτιε ἐκ πόθου ψάλλων· Ἀλληλούϊα.

Γνῶσιν θείαν πλουτήσας, καὶ Θεοῦ ἐν καρδίᾳ δεξάμενος τὸν ἅγιον φόβον, ἐπελάθου γονέων στοργῆς, καὶ ψαλμικῶς φυγαδεύων ἐμάκρυνας, πάσης προσκαίρου σχέσεως· διὸ Μελέτιε βοῶμεν·
Χαῖρε, τὸ ἴον τῆς ἐγκρατείας·
χαῖρε, τὸ ῥόδον τῆς ἡσυχίας.
Χαῖρε, φωτοφόρος βολὶς διακρίσεως·
χαῖρε, φωτοβόλος ἀκτὶς κατανύξεως.
Χαῖρε, ἔμψυχον εἰκόνισμα τῆς ἀζύγου βιοτῆς·
χαῖρε, ἔξοχον κειμήλιον τῶν Ὁσίων τῆς ζωῆς.
Χαῖρε, ὅτι τῶν κάτω ἀγαθῶν ἐμακρύνθης·
χαῖρε, ὅτι τοῦ κόσμου τῆς ἀπάτης ἀπέστης.
Χαῖρε, λαμπρὸν δοχεῖον τῆς χάριτος·
χαῖρε, σεπτὸν τοῦ Πνεύματος τέμενος.
Χαῖρε, Χριστοῦ τὸν ζυγὸν ὁ βαστάσας·
χαῖρε, παθῶν τὰς κινήσεις νεκρώσας.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Δύναμιν οὐρανόθεν, δεδεγμένος τὴν θείαν, τοῦ κόσμου τῶν τερπνῶν ἐπανέστης, καὶ ὡς στρουθίον ἐρημικὸν, ἐν τοῖς ἀοίκοις Μελέτιε ὄρεσιν, ηὐλίσθης ἔνθα καθαρῶς, Θεῶ λατρεύων ἀνεβόας· Ἀλληλούϊα.

Ε῎χων ἐν τῇ ψυχῇ σου, τοῦ Χριστοῦ τὴν ἀγάπην, Μελέτιε μακάριε δρῶσαν, πρὸς ἀγῶνας τοὺς ἀσκητικούς, ἐν καθαρᾷ διανοίᾳ ἐχώρησας, σαρκὸς σου μὴ φεισάμενος· διό σοι πάντες ἐκβοῶμεν·
Χαῖρε, τὸ μῆλον τῆς εὐλαβείας·
χαῖρε, ὁ βότρυς τῆς εὐσεβείας.
Χαῖρε, ὁσιότητος κλῆμα πολύκαρπον·
χαῖρε, ἁγιότητος δένδρον πολύκομον.
Χαῖρε, τόμος οὐρανόγραφος ἀγωγῆς ἀσκητικῆς·
χαῖρε, πλάξ ἡ θεοχάρακτος βιοτῆς ἀγγελικῆς.
Χαῖρε, ὅτι τῷ ζήλῳ τοῦ Χριστοῦ ἐπτερώθης·
χαῖρε, ὅτι τῷ πόθῳ τῶν ἀφθάρτων ἐτρώθης.
Χαῖρε, λειμὼν ἀνθέων τῆς χάριτος·
χαῖρε, ναὸς χαρίτων τοῦ Πνεύματος.
Χαῖρε, Ὁσίων τοῖς ἴχνεσι σπεύσας·
χαῖρε, ἐν κόσμῳ ὡς ἄσαρκος ζήσας.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Ζῆλον θεῖον πλουτήσας, ἐχωρίσθης τοῦ κόσμου, καὶ ἔνδον τοῦ σπηλαίου εἰσῆλθες, ἔνθα ἀσκούμενος καρτερῶς, ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ Μελέτιε, Θεοῦ τὴν χάριν εἵλκυσας, ᾧ οἱ πιστοὶ ἀναβοῶμεν· Ἀλληλούϊα.

Η῎ρθης πρὸς θεωρίας, οὐρανίου τὸ ὕψος, τῇ σῇ ὑπερφυεῖ πολιτείᾳ· σὺ γὰρ μόνος τῷ μόνῳ Θεῷ, ἀσκητικῶς συγγινόμενος Ὅσιε, ἐκτήσω πλοῦτον ἀρετῶν· διό σοι κράζομεν τοιαῦτα·
Χαῖρε, ἐλπίδι πεπληρωμένος·
χαῖρε, ἀγάπῃ κεκοσμημένος.
Χαῖρε, ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἡ ἐκπλήρωσις·
χαῖρε, πανουργίας ἐχθροῦ ἡ κατάπτωσις.
Χαῖρε, στέφανος μυρίπνοος ἐξ ἀνθέων νοητῶν·
χαῖρε, ἄρωμα πανεύοσμον ἐκ ποικίλων ἀρετῶν.
Χαῖρε, ὅτι ἐφάνης μοναζόντων λαμπρότης·
χαῖρε, ὅτι ἐδείχθης πρεσβυτέρων φαιδρότης.
Χαῖρε, ὁσίων πόνων ἐκβλάστημα·
χαῖρε, ἁγίων ἔργων ἀπάνθισμα.
Χαῖρε, σοφὸς μιμητὴς τῶν Ὁσίων·
χαῖρε, ζωῆς κοινωνὸς τῶν Ἁγίων.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Θεῖον λόγον πλουτήσας, ὡς καθάρας τὸν νοῦν σου, Μελέτιε φθαρτῶν νοημάτων, διδασκαλίαις σου ταῖς σοφαῖς, τὸ τῶν πιστῶν διεῤῥύθμισας φρόνημα, καὶ πάντας ἐξεπαίδευσας, ἀξίως τῷ Κυρίῳ ψάλλειν· Ἀλληλούϊα.

Ι῾ερεὺς τῶν ἁγίων, μυστηρίων ἐγένου, τῇ θείᾳ ἀληθῶς ἐπινεύσει, καὶ λειτουργήσας ἀγγελικῶς, τὸν τοῦ Κυρίου λαὸν καθηγίασας, τῇ χάριτι τοῦ Πνεύματος, ἀκούων παρὰ πάντων οὕτως·
Χαῖρε, τὸ σκεῦος τῆς ἀπαθείας·
χαῖρε, τὸ στόμα τῆς μετανοίας.
Χαῖρε, μονοτρόπων ἀγλάϊσμα ἔξοχον·
χαῖρε, ἀσκητῶν ἐγκαλλώπισμα ἔνθεον.
Χαῖρε, ὅτι κατεφρόνησας τῶν προσύλων ὁλικῶς·
χαῖρε, ὅτι ἐταπείνωσας τὸν ἀρχέκακον στεῤῥῶς.
Χαῖρε, τῆς ἀκακίας εὐωδέστατον κρίνον·
χαῖρε, τῆς ἀκτησίας πολυσύνθετον μῦρον.
Χαῖρε, καλῶν σοφὸς φυτοκόμος·
χαῖρε, παθῶν σεπτὸς ῥιζοτόμος.
Χαῖρε, κρατὴρ θεϊκῶν χαρισμάτων·
χαῖρε, φωστὴρ μυστικῶν δωρημάτων.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Καθαρθεὶς τὰς αἰσθήσεις, ἐγκρατείας καμάτοις, κατ᾿ ὄναρ τὴν Παρθένον κατεῖδες, καὶ φωτὶ θείῳ ὁδηγηθείς, τὴν κεκρυμμένην ἐν γῇ αὐτῆς Ὅσιε, Εἰκόνα ἐφανέρωσας, ᾗ καὶ προσπέσας ἀνεβόας· Ἀλληλούϊα.

Λάμπουσαν θείᾳ αἴγλῃ, τῆς Ἁγνῆς Θεοτόκου, ὡς εὗρες τὴν ἁγίαν Εἰκόνα, τῷ πνεύματι ἔχαιρες τρανῶς, καὶ ὕμνοις ταύτης τὴν δόξαν ἀνύμνησας, Μελέτιε Πάτερ σοφέ· διό σοι πόθῳ μελῳδοῦμεν·
Χαῖρε, τῆς Λάρδου ἡ εὐκοσμία·
χαῖρε, τῆς Ῥόδου ἡ προστασία.
Χαῖρε, καθαιρέτης δαιμόνων ἀήττητος·
χαῖρε, ποδηγέτης ἀνθρώπων πολύσοφος.
Χαῖρε, βιοτὴν ἰσάγγελον ἐν τῷ κόσμῳ μετελθών·
χαῖρε, ἀρετῶν τὴν κλίμακα τῇ ἀσκήσει ἀνελθών.
Χαῖρε, ὅτι καθεῖλες τῆς σαρκὸς τὰς ἐπάρσεις·
χαῖρε, ὅτι ἀνεῖλες τῶν παθῶν τὰς κινήσεις.
Χαῖρε, Χριστοῦ πιστὸς ὑπηρέτης·
χαῖρε, ἡμῶν θερμὸς παραστάτης.
Χαῖρε, σεπτὴ χελιδὼν ἐμμελείας·
χαῖρε, τρυγὼν οὐρανῶν βασιλείας.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Μυστικῆς εὐφροσύνης, πληρωθείς τὴν καρδίαν, τῇ ξένῃ τῆς Εἰκόνος εὑρέσει, τῇ Θεοτόκῳ θεῖον Ναόν, ἐν Ὑψενῇ θεομάκαρ ἀνήγειρας, ἐν ᾧ αὐτὴν ἐνίδρυσας, ὡς ἄνασσαν ἐν θρόνῳ κράζων· Ἀλληλούϊα.

Νόμου ἐπουρανίου, λαμπρυνθεὶς τῇ μελέτῃ, ὡς ἄστρον ἐξανέτειλας Πάτερ, ἐξ Ὑψενῆς λαμπρῶς τῆς Μονῆς, τῆς διδαχῆς σου ἀκτῖσι Μελέτιε, καταπυρσεύων τὰς ψυχάς, τῶν εὐσεβῶς σοι μελῳδούντων·
Χαῖρε, ὁ δόναξ τῆς ἀληθείας·
χαῖρε, ἡ νάβλα τῆς εὐτονίας.
Χαῖρε, Θεοτόκου θεράπων ὁ γνήσιος·
χαῖρε, τοῦ Κυρίου ὁ ἔνθους ὑπήκοος
Χαῖρε, γνώμων ὁ εὐθύτατος βιοτῆς θεοφιλοῦς·
χαῖρε, τύπος ἀπαράμιλλος πολιτείας ἀληθοῦς.
Χαῖρε, ὅτι τὸν κόσμον ὁλικῶς ἀπηρνήθης·
χαῖρε, ὅτι τῶν κάτω τῇ ἀσκήσει ἐπήρθης.
Χαῖρε, θερμὴ πασχόντων βοήθεια·
χαῖρε, στεῤῥὸν ἀνθρώπων ὀχύρωμα.
Χαῖρε, ψυχῶν ἀληθὴς θυμηδία·
χαῖρε, πολλῶν ἀγαθῶν χορηγία.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Ξενοτρόπῳ σου βίῳ, διαλάμπων τοῦ σκότους, τὸν ἄρχοντα κατῄσχυνας Πάτερ, ὃς φρυάξας δεινῶς κατὰ σοῦ, ταλαιπωρίας πικραῖς σε ὑπέβαλλε, καὶ ἀνυποίστοις θλίψεσιν, ἐν αἷς Μελέτιε ἐβόας· Ἀλληλούϊα.

Ο῾λικῶς προσανέχων, τῷ Χριστῷ οὐκ ἐσείσθης, φορᾷ συκοφαντίας ἀτίμου, ἀλλ᾿ ἐν αὐτῇ ὑπομείνας στεῤῥῶς, ὡς καρτερίας ἀδάμας ἐξέπληξας, τῆς Ῥόδου τὸν Ἐπίσκοπον, καὶ τοῦτον ἔπεισας βοᾷν σοι·
Χαῖρε, τὸ κῦδος τῶν μοναζόντων·
χαῖρε, τὸ καύχημα τῶν Δικαίων.
Χαῖρε, σωφροσύνης ἐξαίσιον σκήνωμα·
χαῖρε, παρθενίας θεόκτιστον οἴκημα.
Χαῖρε, βίον ἀγγελότροπον ἐξασκήσας ἐμμελῶς·
χαῖρε, πλοῦτον θεοδώρητον θησαυρίσας ἱερῶς.
Χαῖρε, ὁ ἀπὸ ῥίζης εὐσεβοῦς ἐκβλαστήσας·
χαῖρε, ὁ τὴν ψυχήν σου ἐγκρατείᾳ νεώσας.
Χαῖρε, Χριστοῦ τερπνὸν καλλιέρημα·
χαῖρε, ἠθῶν σωτηρίου θησαύρισμα.
Χαῖρε, πιστῶν διδάσκαλος κράτιστος·
χαῖρε, προστάτης πάντων ἀκοίμητος.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων, κατεπλάγη τῷ ξένῳ, τῆς σῆς ὑπερφυοῦς καρτερίας· σὺ γὰρ τῆς πονηρᾶς γυναικός, τὴν κατὰ σοῦ ὡς ὑπέστης ἐπίθεσιν, διὰ ῥημάτων ἀναιδῶν, ἀκλόνητος ἔστης κραυγάζων· Ἀλληλούϊα.

Ρ῾ώμῃ τοῦ Παρακλήτου, ὑπομείνας ἀνδρείως, Μελέτιε τοῦ βίου τὰς θλίψεις, κατὰ τῶν δαιμονίων ἰσχύν, ἔλαβες θείαν καὶ τούτων τῆς μάστιγος, Πάτερ πολλοὺς ἀπήλλαξας· διὸ νῦν παρ᾿ ἡμῶν ἀκούεις·
Χαῖρε, ὁ πλήρης ἐνθέου ζήλου·
χαῖρε, ὁ ἔμπλεως θείου πόθου.
Χαῖρε, ὁ ἀπλάστῳ καρδίᾳ κοσμούμενος·
χαῖρε, ὁ ἀμέμπτῳ ψυχῇ καλλυνόμενος.
Χαῖρε, ὅτι ἐνουθέτησας τοὺς ἀνθρώπους συμπαθῶς·
χαῖρε, ὅτι ἐξουδένωσας τοὺς τῆς Ἄγαρ εὐθαρσῶς.
Χαῖρε, Πάτερ Πατέρων ὁ λαμπρὸς ἰχνηλάτης·
χαῖρε, Πάτερ Ἀγγέλων ὁ κλεινὸς συμπολίτης.
Χαῖρε, ἐχθροῦ πατήσας τὰ ἔνεδρα·
χαῖρε, Χριστοῦ δοξάσας τὸ ὄνομα.
Χαῖρε, τῆς νήσου Ῥόδου κοσμήτωρ·
χαῖρε, Μονῆς σου ταχὺς ἀντιλήπτωρ.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Στέφος ἀθανασίας, ὑπεδέξω ἀξίως, Μελέτιε ἀκτίστῳ παλάμῃ· σὺ γὰρ τὴν τῶν Ὁσίων ζωήν, ἐν τοῖς ἐσχάτοις καιροῖς μιμησάμενος, τῇ προαιρέσει τῷ Χριστῷ, Μάρτυς προσήχθης, ᾧ βοῶμεν· Ἀλληλούϊα.

Τὸν σὸν πάντιμον σκῆνος, Ῥόδου ὁ Ποιμενάρχης, Μελέτιε συστείλας ἐν φόβῳ, ἐν τῷ τῆς Παναχράντου Ναῷ, τοῦτο ἐκήδευσεν ἐκδιηγούμενος, τοῦ τέλους σου τὸ θαυμαστόν, καὶ ὅλος ἔνθους ἀνεβόα·
Χαῖρε, τὸ χάρμα τῶν ἐπιγείων·
χαῖρε, τὸ ᾆσμα τῶν οὐρανίων.
Χαῖρε, Ὑψενῆς ὁ ἀκοίμητος πρόμαχος·
χαῖρε, Ὀρθοδόξων ὁ μέγας ὑπέρμαχος.
Χαῖρε, στόμα τὸ ἀσίγητον διδαγμάτων εὐσεβῶν·
χαῖρε, γλῶσσα ἡ πολυφθόγγος νοημάτων ἱερῶν.
Χαῖρε, ὅτι ἐδέξω ἀφθαρσίας στεφάνους·
χαῖρε, ὅτι ἐγένου οὐρανῶν κληρονόμος.
Χαῖρε, Χριστοῦ δεξάμενος ἔρωτα·
χαῖρε, ἡμῖν δωρούμενος χάριτας.
Χαῖρε, Θεῷ λειτουργήσας ἀξίως·
χαῖρε, αὐτὸν θεραπεύσας ὁσίως.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Υ῞μνοις σε εὐφημοῦμεν, τῶν πιστῶν αἱ χορεῖαι, Μελέτιε Ὁσίων τὸ κλέος, καὶ προσπίπτομεν πόθῳ ψυχῆς, τῇ τῶν ἁγίων λειψάνων σου λάρνακι, ἐξ ἧς πηγάζεις ποταμούς, θαυμάτων τοῖς ἀναβοῶσιν· Ἀλληλούϊα.

Φῶς οἰκήσας τὸ θεῖον, καὶ Θεοῦ ἐν ὑψίστοις, τῇ θέᾳ εὐφραινόμενος Πάτερ, σὺν Ἁγίων πάντων τοῖς χοροῖς, τῶν ὑπὲρ νοῦν σου θαυμάτων Μελέτιε, ταῖς νοηταῖς μαρμαρυγαῖς, φωτίζεις τοὺς πιστῶς βοῶντας·
Χαῖρε, φωτὸς εὐαγὲς δοχεῖον·
χαῖρε, ζωῆς ἀγαθῶν ταμεῖον.
Χαῖρε, ἐν τῷ λόγῳ θεόπνους καὶ πάνσοφος·
χαῖρε, ἐν τοῖς ἔργοις θεόφρων καὶ ἄριστος.
Χαῖρε, ὕψος ὁσιότητος διὰ πάσης ἀρετῆς·
χαῖρε, πλάτος ἁγιότητος δι᾿ ὁσίας ἀγωγῆς.
Χαῖρε, τῶν ἀσθενούντων ἰατρὸς ὁ πανάριστος·
χαῖρε, τῶν θλιβομένων προμηθεὺς ὁ ταχύτατος.
Χαῖρε, ποιμὴν σῆς ποίμνης ἀνύστακτος·
χαῖρε, πατὴρ σῶν τέκνων φιλόστοργος.
Χαῖρε, ἐχθρὸν ὁ πατάξας ἀλλόφυλον·
χαῖρε, τρυφὴν ὁ πλουτήσας ἀδάπανον.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Χάριτος δεδεγμένος, δωρεὰς τὰς ἀπείρους, καὶ ἔχων πρὸς Θεὸν παῤῥησίαν, Μελέτιε Πάτερ θαυμαστέ, ὑπὲρ τῆς ποίμνης σου πάντοτε πρέσβευε, καὶ ἐκ παντοίων πειρασμῶν, ῥῦσαι τοὺς ἐκ ψυχῆς βοῶντας· Ἀλληλούϊα.

Ψαλμικῶς ὑπομείνας, ἐν πολλῇ ταπεινώσει, τὸν Κύριον Μελέτιε Πάτερ, αὐτός σοι προσέσχε ὡς Θεός, καὶ δωρεῶν οὐρανίων ἐπλήρωσε, δι᾿ ὧν εὐφραίνεις τὰς ψυχάς, τῶν ἐκ καρδίας σοι λεγόντων·
Χαῖρε, ἡ βρύσις τῆς εὐσπλαγχνίας·
χαῖρε, τὸ ρεῖθρον τῆς συμπαθείας.
Χαῖρε, ἀθυμούντων ὀξεῖα παράκλησις·
χαῖρε, ἀσθενούντων ταχεῖα ἀνάῤῥωσις.
Χαῖρε, ὅτι τοὺς ὑμνοῦντάς σε ἁγιάζεις μυστικῶς·
χαῖρε, ὅτι τοὺς τιμῶντάς σε διασῴζεις ἐκ δεινῶν.
Χαῖρε, ὅτι αὐγάζεις φιλοσίων τοὺς δήμους·
χαῖρε, ὅτι φωτίζεις μοναζόντων τὰ στίφη.
Χαῖρε, δι᾿ οὗ ἡ πλάνη κατῄσχυνται·
χαῖρε, δι᾿ οὗ ἡ χάρις βραβεύεται.
Χαῖρε, πιστῶν εἰσακούων δεήσεις·
χαῖρε, ἡμῶν ἐκπληρῶν τὰς αἰτήσεις.
Χαίροις, Πάτερ Μελέτιε.

Ω῏ Μελέτιε Πάτερ, μοναζόντων ἀκρότης, Μονῆς τῆς Ὑψενῆς ὁ δομήτωρ (ἐκ γ΄) τὴν τῶν ὕμνων ταύτην προσφοράν, ὡς εὐμενὴς ἱκετεύομεν πρόσδεξαι, καὶ ἐκ παντοίων πειρασμῶν, ῥῦσαι τοὺς τῷ Θεῷ βοῶντας· Ἀλληλούϊα.

Καὶ πάλιν τὸ Κοντάκιον.

Δίστιχον.
Κύριλλος Μελέτιε χαῖρέ σοι κράζει,
῝Ον εὐχαῖς σου λύτρωσαι πάσης ἀνάγκης.

Όσιος Μελέτιος ο εν Υψενή


Βιογραφία
Ο Όσιος και θεοφόρος Πατήρ ημών Μελέτιος, γεννήθηκε περί τα τέλη του 18ου αιώνα μ.Χ. στο χωριό Λάρδος της Ρόδου και ονομάστηκε κατά το άγιο Βάπτισμα Εμμανουήλ. Οι ευσεβείς γονείς του Νικόλαος και Σταματία τον ανέθρεψαν κατά την αποστολική ρήση «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίο» και εμφύτευσαν στην ψυχή του την αγάπη προς τον Θεό και τις παραδόσεις του ευσεβούς ημών Γένους. Από τη βρεφική ηλικία φαινόταν ότι ήταν «σκεῦος ἐκλογῆς» αφού αρνούνταν να θηλάσει το μητρικό γάλα κατά τις νηστίσιμες ημέρες της Τετάρτης και Παρασκευής. Αργότερα, όταν μεγάλωσε, μοίραζε αγαθά από την πατρική αποθήκη στους φτωχούς χωρίς αυτά να ελαττώνονται, γεγονός που προκάλεσε την έκπληξη των γονέων του, που τον είχαν προηγουμένως επιτιμήσει.

Από τον εφημέριο της γενέτειράς του διδάχθηκε ανάγνωση και γραφή και επιδόθηκε με ζήλο στη μελέτη των βίων των Αγίων της Εκκλησίας, τους αγώνες των οποίων προσπαθούσε να μιμηθεί σχολάζοντας στην αγρυπνία, την προσευχή και τη νηστεία. Μέσα στην ψυχή του άναψε ο θείος πόθος και προτιμούσε να αποσύρεται στο δάσος για να προσεύχεται απερίσπαστος στον Θεό, με θερμά δάκρυα, ολονύκτιες δεήσεις και γονυκλισίες. Ο συνήθης τόπος που αποσυρόταν ήταν ένα σπήλαιο στην περιοχή της ερειπωμένης τότε αρχαίας Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου του Ύψους.

Κάποια νύκτα ενώ βρισκόταν κοντά στη Μονή προσευχόμενος παρατήρησε στήλη υπέρλαμπρου φωτός να κατέρχεται από τον ουρανό και να στέκεται πάνω από ένα αιωνόβιο δένδρο ελιάς. Απόρησε βλέποντας το παράδοξο θέαμα, πλησίασε στο μέρος εκείνο που υποδείκνυε το ουράνιο φως και βρήκε μία παλαιά Εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Γονάτισε με δέος, την σήκωσε στα χέρια του και την ασπάστηκε με πνευματική χαρά και αγαλλίαση ψάλλοντας ύμνους δοξολογίας στον Θεό και άσματα ευγνωμοσύνης στη Θεομήτορα για τη θαυμαστή ευδοκία της χάριτός της.

Μία από τις επόμενες νύκτες του εμφανίστηκε σε όραμα η Μητέρα του Κυρίου λέγοντάς του να ανεγείρει στον τόπο της ευρέσεως ιερό Ναό επ' ονόματί της και να ανοικοδομήσει την κατεστραμμένη Μονή. Παράλληλα του υπέδειξε το μέρος όπου θα έπρεπε να σκάψει για να εξασφαλίσει το ποσό που απαιτούσε η οικοδομή. Ο Όσιος υπάκουσε και σκάβοντας εκεί που του υπέδειξε η Θεοτόκος ανακάλυψε κάποιο κρυμμένο θησαυρό. Έχοντας τη βεβαιότητα της παρουσίας της χάριτος της Θεομήτορος εξασφάλισε την απαιτούμενη άδεια από τις τουρκικές αρχές, οικοδόμησε τον ιερό Ναό και γύρω απ' αυτόν κελλιά. Έλαβε το αγγελικό Σχήμα, μετονομάστηκε Μελέτιος και εγκαταστάθηκε εκεί αγωνιζόμενος με υπερβάλλοντα ζήλο τον καλό αγώνα της μοναχικής πολιτείας.

Για την υπερβάλλουσα αρετή του και την καθαρότητα της πολιτείας του ο Αρχιερεύς του τόπου τον χειροτόνησε Διάκονο και Πρεσβύτερο, του ανέθεσε το διακόνημα της πνευματικής πατρότητας και τον εγκατέστησε Ηγούμενο της επανιδρυθείσας Μονής. Η φήμη του ξαπλώθηκε σε όλο το νησί και πολλοί τον επισκέπτονταν για να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους και να ακούσουν τις πνευματικές νουθεσίες του. Συχνά επισκεπτόταν ο ίδιος τα χωριά του νησιού για να λειτουργήσει, να εξομολογήσει τους κατοίκους, να τους στερεώσει στην αληθινή πίστη και στα έργα της ευσεβείας και να ενισχύσει το φρόνημά τους στις δοκιμασίες που υφίσταντο λόγω της δουλείας. Έχοντας χάρη από τον Θεό με την προσευχή του θεράπευσε ασθενείς και ελευθέρωσε πολλούς δαιμονιζομένους από την επήρεια των ακαθάρτων πνευμάτων. Είχε στο έπακρον την αρετή της ελεημοσύνης και κανείς απ' όσους ερχόταν και ζητούσε την αρωγή του δεν έφευγε χωρίς να λάβει τα αναγκαία. Φιλοξενούσε με αβραμιαία διάθεση τους επισκέπτες και δεχόταν στη Μονή τους καταδιωκομένους από τους οθωμανούς προσφέροντάς τους αντίληψη και προστασία. Προέτρεπε με σθένος τους Χριστιανούς να μένουν σταθεροί στην πίστη των πατέρων τους και να ζουν σύμφωνα με τον λόγο του Θεού.

Ιδιαίτερα επέμενε ο μακάριος να διδάσκει τις Χριστιανές γυναίκες να αποφεύγουν τις σαρκικές σχέσεις με τους αλλοθρήσκους και να μη συνάπτουν γάμους με αυτούς. Οι διδαχές του ενοχλούσαν τους οθωμανούς, οι οποίοι έψαχναν ευκαιρία να τον δολοφονήσουν. Αφορμή για να εκτελέσουν τα ασεβή σχέδιά τους στάθηκε η περίπτωση της αδελφής ενός Επιτρόπου της εκκλησίας της Λάρδου, η οποία είχε άνομες σχέσεις με τους οθωμανούς ζαπτιέδες της Λίνδου. Ο Όσιος, όταν το πληροφορήθηκε, συνέστησε στον αδελφό της να την παροτρύνει να σταματήσει τα αμαρτωλά έργα της. Το ίδιο έκαναν και οι δημογέροντες του χωριού. Οι συστάσεις τους έγιναν γνωστές στους οθωμανούς και προκάλεσαν την οργή τους. Πήγαν νύκτα στη Λάρδο, δολοφόνησαν δύο δημογέροντες και έπειτα πήραν τον δρόμο προς τη Μονή για να σκοτώσουν και τον Όσιο. Απέτυχαν όμως του σκοπού τους, γιατί αυτός είχε πληροφορηθεί τα σχέδιά τους και είχε αποχωρήσει έγκαιρα από το Μοναστήρι.

Έχοντας πόθο για ησυχαστική ζωή ο Όσιος αποσυρόταν συχνά σε ένα κοντινό σπήλαιο, την ύπαρξη του οποίου δεν γνώριζαν οι αλλόθρησκοι. Επιστρέφοντας κάποια ημέρα στη Μονή ένας τούρκος, ονόματι Αλής, είδε να τον συνοδεύει κάποια ωραία γυναίκα και έκανε πονηρές σκέψεις γι' αυτόν. Τον ακολούθησε και τον είδε να εισέρχεται στον Ναό μαζί με την γυναίκα. Μετά από λίγο εισήλθε και αυτός αλλά μέσα υπήρχε μόνο ο Όσιος προσευχόμενος. Άρχισε να τρέμει και τα μέλη του παράλυσαν. Κατάλαβε ότι η γυναίκα ήταν η Θεοτόκος και έπεσε στα πόδια του ζητώντας συγχώρηση για τον πονηρό λογισμό του. Ο Όσιος τον θεράπευσε και εκείνος από ευγνωμοσύνη αφιέρωσε στην εικόνα της Παναγίας το μέχρι σήμερα σωζόμενο χρυσό περιλαίμιο. Άλλοτε πάλι ο Όσιος βρισκόταν στη Λάρδο και θέλησε να επιστρέψει στη Μονή μέσα στη νύκτα. Το ποτάμι είχε πλημμυρίσει και η διάβαση ήταν αδύνατη. Αυτός όμως δεν επέστρεψε, έκανε το σημείο του Σταυρού πάνω στα νερά, πέρασε με θαυμαστό τρόπο χωρίς να βραχεί και συνέχισε το δρόμο του, ο οποίος φωτιζόταν από ένα ουράνιο φως που κινούνταν μπροστά του καθώς πεζοπορούσε, όπως μαρτύρησαν κάποιοι βοσκοί που έγιναν αυτόπτες του παραδόξου πράγματος.

Ο Θεός επέτρεψε ο Όσιος στα τέλη της επιγείου ζωής του να δοκιμαστεί και να επαληθευτεί στο πρόσωπό του το ψαλμικό «Κύριε ἐδοκίμασάς με, καὶ ἔγνως με». Ένας Τούρκος διέφθειρε και κατέστησε έγκυο μία Χριστιανή από τη Λάρδο, ονόματι Πελαγία, η οποία έπασχε από νοητική στέρηση. Όταν έγινε γνωστή η εγκυμοσύνη της, οι τούρκοι την ανάγκασαν να υποδείξει τον Όσιο ως πατέρα του κυοφορουμένου βρέφους. Τον κατήγγειλαν στον Μητροπολίτη Ρόδου, ο οποίος τον κάλεσε σε απολογία. Ο μακάριος Μελέτιος, που βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία, δεν μπόρεσε να αντέξει τις αιτιάσεις και εξέπνευσε μπροστά στα πόδια του Αρχιερέως. Η συκοφαντία όμως αποκαλύφθηκε όταν θέλησαν να ετοιμάσουν για την ταφή το σώμά του και ο Αρχιερεύς έδωσε εντολή να κηδευθεί το εξαϋλωμένο από τους αγώνες της εγκρατείας σκήνωμά του στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού των Εισοδίων της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όταν αργότερα ανοίχθηκε ο τάφος του βρέθηκαν ευωδιάζοντα τα λείψανά του εις μαρτύριον της αγιότητάς του. Σήμερα στην Ιερά Μονή της Υψενής φυλάσσεται η τιμία κάρα και μικρό μέρος των τιμίων λειψάνων του.

Ο Όσιος έλαβε από τον Θεό τη χάρη να ενεργεί θαύματα σε όσους με πίστη τον επικαλούνται και ζητούν την αντίληψη και προστασία του. Πολλές φορές έχει παρουσιαστεί σε ασθενείς δηλώνοντας το όνομά του και θεραπεύοντάς τους από ασθένειες. Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία ευσεβούς Χριστιανού από την Αρχάγγελο ο οποίος τον συνάντησε καθ' οδόν έξω από το χωριό Πυλώνα, και τον μετέφερε με το αυτοκίνητό του μέχρι έξω από την Λάρδο, στη διασταύρωση του δρόμου που οδηγεί στο Μοναστήρι. Όταν ήλθε στη Μονή και προσκύνησε την Εικόνα του κατάλαβε ποιός ήταν ο ηλικιωμένος Κληρικός τον οποίο είχε συναντήσει και έφυγε διακηρύσσοντας παντού τη θαυμαστή εμφάνεια του Οσίου.

Στην αγιοκατάταξη του Οσίου Μελετίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013 μ.Χ., υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.




Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν φωστῆρα τῆς Λάρδου, Ῥοδονήσου τὸ καύχημα, καὶ τῆς Ὑψενῆς τοῦ σεμνείου, θεοφόρον δομήτορα, Μελέτιον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς σκεῦος οὐρανίων ἀρετῶν· πρυτανεύει γὰρ θαυμάτων τὰς δωρεάς, τοῖς πόθῳ ἀναβοῶσι· Δόξα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
῾Ως βιοτῆς ἀσκητικῆς ῥόδον μυρίπνοον, καὶ ἀρετῶν θεοειδῶν σκεῦος πολύτιμον, εὐφημοῦμέν σε Μελέτιε γηθοσύνως. Ἀλλ᾿ ὡς ἔχων παῤῥησίαν πρὸς τὸν Κύριον, ἐκ παντοίων συμφορῶν ἡμᾶς διάσωσον, τοὺς βοῶντάς σοι· Χαίροις Πάτερ ἰσάγγελε.

Κάθισμα
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Νεκρώσας τὸ φρόνημα, ἀσκητικῶς τῆς σαρκός, ἐκτήσω ἀκέραιον, τὸ ὀπτικὸν τῆς ψυχῆς, θεόφρον Μελέτιε. Ὅθεν νῦν τοῦ Δεσπότου, κατοπτεύων τὴν δόξαν, πρέσβευε ὑπὲρ πάντων, τῶν πιστῶς σε τιμώντων, καὶ ὕμνοις ἐκτελούντων τὴν σήν, ἁγίαν πανήγυριν.

Ὁ Οἶκος
῎Ανθρωπος ἀγγελόφρων, ἐπὶ γῆς ἀνεφάνης, τὸν βίον τῶν Ἀγγέλων ζηλώσας· διὸ ἀγγελικαῖς ὁμιλῶν, χοροστασίαις νῦν Πάτερ Μελέτιε, τὸν Κύριον ἱκέτευε, ὑπὲρ τῶν πόθῳ σοι βοώντων·

Χαῖρε, τὸ κρῖνον τῆς ἡσυχίας·
χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, τὸ τῆς Λάρδου οὐράνιον βλάστημα·
χαῖρε, τὸ τῆς Ῥόδου περίβλεπτον καύχημα.
Χαῖρε, τίμιον παράδειγμα μοναζόντων εὐσεβῶν·
χαῖρε, ἅγιον ὑπόδειγμα πρεσβυτέρων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, ὅσιος κτίτωρ Ὑψενῆς τοῦ σεμνείου·
χαῖρε, ἔνθεος κῆρυξ οὐρανόφρονος βίου.
Χαῖρε, χαρίτων σκεῦος πολύτιμον·
χαῖρε, θαυμάτων κρήνη θεόβρυτος.
Χαῖρε, πιστῶν μυστικὴ δᾳδουχία·
χαῖρε, ἡμῶν κραταιὰ προστασία.
Χαίροις, Πάτερ ἰσάγγελε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής, καὶ ζωῆς ἁγίας, ὁ θεόπνους ὑφηγητής· χαίροις Θεοτόκου, ὁ γνήσιος θεράπων, Μελέτιε θεόφρον, Ἀγγέλων σύσκηνε.

Monday, November 30, 2015

Οι άνθρωποι που τους οδηγεί το λογικό, δεν χρειάζεται να μοιράζουν την προσοχή τους σε πολλές συντροφιές,.. ( Μέγας Αντώνιος )


Οι άνθρωποι που τους οδηγεί το λογικό, δεν χρειάζεται να μοιράζουν την προσοχή τους σε πολλές συντροφιές, αλλά μόνο στις ωφέλιμες και μάλιστα σ' εκείνες όπου πρυτανεύει το θέλημα του Θεού. Με τον τρόπο αυτό οι άνθρωποι προχωρούν πάλι στη κατά Θεό ζωή και το αιώνιο φως.

Μέγας Αντώνιος

«Το Ευαγγέλιο λέει: πίστευε και μη ερεύνα»....


Ακούγεται τακτικά, από ανθρώπους, που προφασίζονται ότι γνωρίζουν τα του Νόμου του Θεού:

«Το Ευαγγέλιο λέει: πίστευε και μη ερεύνα».

Εάν ρωτήσει κάποιος, σε ποιο σημείο το λέει αυτό το Ευαγγέλιο, δεν γνωρίζουν να απαντήσουν. Αυτά κάνει η άγνοια.

Αλλά απαντούμε ότι δεν υπάρχει τέτοια φράση στο Ευαγγέλιο. Η αντίθετη υπάρχει: «Ερευνάτε τας γραφάς».

Η όλη φράση βρίσκεται στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, κεφάλαιο πέμπτο, στίχο 39.

Έχει δε ως εξής: «Ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν∙ και εκείναι εισίν αι μαρτυρούσαι περί εμού». Εξετάζετε, δηλαδή, με προσκόλληση στο εξωτερικό γράμμα τις Ἀγιες Γραφές, διότι νομίζετε ότι με μόνη την ανάγνωση και την εξέταση αυτή θα έχετε ζωή αιώνια.

Και εκείνες είναι που μαρτυρούν για Μένα.

Είναι, όπως αντιλαμβάνεται ο καθένας, τα λόγια αυτά του Κυρίου προσταγή. Διότι η Αγία Γραφή μαρτυρεί περί του Χριστού και με αυτή ο Θεός δίδει μαρτυρία περί Αυτού.

Πρέπει, λοιπόν, να ερευνά ο κάθε πιστός χριστιανός τις «Γραφές», διότι με την έρευνα θα επιτύχει την αιώνια ζωή. «Και η ζωή αυτή υπάρχει στον Υιό Του και με την ένωση μετά του Υιού Του μεταδίδεται στους πιστούς. Εκείνος, που είναι ενωμένος διά της πίστεως με τον Υιό και έχει Αυτόν ως δικό Του, έχει την αληθινή και αιώνια ζωή». (Α’ Ιω. Ε’ 11-12)
Ο Χριστός, λοιπόν, είναι ο Θησαυρός και πολύτιμος Μαργαρίτης ο κεκρυμμένος στον αγρό. Είναι το ύδωρ το ζων, που υπάρχει στα βαθιά φρέατα των Γραφών.

Η προτροπή του Κυρίου «ερευνάτε τας γραφάς» αναφέρεται και στην υμνολογία της Εκκλησίας μας. Το δοξαστικό της Λιτής στη γιορτή της Υπαπαντής του Κυρίου λέει τα εξής:

«Ερευνάτε τις Γραφές, καθώς είπε ο Χριστός ο Θεός μας στα ιερά Ευαγγέλια, διότι σ’ αυτές βρίσκουμε τον Χριστό να γεννάται και να σπαργανούται, να θηλάζει και να γαλουχείται, να δέχεται περιτομή και να βαστάζεται από τον Συμεών∙ όχι κατά δοξασία, ούτε κατά φαντασία, αλλά αληθινά έχει φανερωθεί στον κόσμο∙ προς Αυτόν ας βοήσουμε∙ ο προ αιώνων Θεός, δόξα σοι».

Στην εύλογη απορία, πως προέκυψε η άποψη αυτή «πίστευε και μη ερεύνα» – ήταν σε χρήση από τους Ιησουίτες. Οι Ιησουίτες τάγμα μοναχών της δυτικής παπικής εκκλησίας είχαν τη φράση αυτή, ως αρχή τους. Και έγραψαν φοβερές σελίδες στην ιστορία.

Η έννοια της φράσεως αυτής ερμηνεύεται ως εξής: Κλέψε, ατίμασε, εξαπάτησε, πάτησε πάνω σε πτώματα, αρκεί όλα αυτά να τα κάνεις για καλό σκοπό, οπότε δεν συμβαίνει τίποτε.

Αλλά αυτός ο τρόπος σκέψης και δράσης δεν είναι ορθός. Δεν είναι σύμφωνος με την ηθική του Ευαγγελίου. Είναι τελείως ξένος προς αυτό. Συνήθως αυτοί, που το λένε, αποβλέπουν στο να καθησυχάζουν τη συνείδησή τους και να αποφεύγουν τον έλεγχό της.

Και όπως γίνεται αντιληπτό, πέφτουν σε θανάσιμο αμάρτημα, ακριβώς, διότι έχουν την ιδέα ότι ξέρουν τα του θείου Νόμου. Αποδεικνύονται όμως πάνω στα πράγματα ότι είναι ξένοι και μακριά από το Θεό.