Όταν ανέβηκε η Θεομήτωρ στο όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, έγειραν τα δέντρα και την προσκύνησαν. Κατά την γενική αγιορείτικη παράδοση, η Κυρία Θεοτόκος με τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο, ταξίδευε με πλοίο από την Παλαιστίνη στην Κύπρο, για να επισκεφτεί τον Άγιο Λάζαρο (τον αναστημένο εκ νεκρών). Λόγω όμως μεγάλης τρικυμίας και με υπερφυσικό τρόπο, το πλοίο βρέθηκε στον Άθω και συγκεκριμένα στο λιμάνι του Κλήμεντος στη Μονή Ιβήρων. Εκεί οι κάτοικοι του Άθω, οδηγούμενοι από τη θεία Πρόνοια, έσπευσαν να υποδεχθούν την μητέρα του Κυρίου μας Παναγία και αφού άκουσαν τη διδασκαλία της δέχθηκαν το Χριστιανισμό. Λέγεται επίσης από την παράδοση, ότι όταν πλησίαζε το πλοίο της Παναγίας το Άγιο Όρος, καταστράφηκε το μεγάλο άγαλμα του Διός που βρισκόταν στην κορυφή του Όρους και τα υπόλοιπα είδωλα συνετρίβησαν. Η κορυφή του Άθω και όλα τα δέντρα και τα σπίτια έκλιναν και προσκύνησαν προς το μέρος του λιμανιού του Κλήμεντος όπου έμπαινε το καράβι της Παναγίας.
Την άφιξη της Θεοτόκου στο Όρος αναφέρουν οι κώδικες Λ’ 66 και Ι’ 31 της Λαυριώτικης βιβλιοθήκης. Όταν οι απόστολοι έβαλαν κλήρο τις περιοχές στις οποίες θα κηρύξουν, ζήτησε και η Παναγία να πάρει κλήρο για να κηρύξει το ευαγγέλιο. Ο κλήρος έδειχνε την περιοχή Ιβηρίαν. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ όμως παρουσιάστηκε και είπε στην Παρθένο ότι η πραγματική περιοχή στην οποία θα βρεθεί θα είναι η Μακεδονία και το Όρος Άθως. Όταν μπήκε το καράβι στο λιμάνι και έγινε μεγάλη αναταραχή στο Όρος, τότε οι κάτοικοι ήρθαν και ρωτούσαν τον Ιωάννη, πως έγιναν όλα αυτά και από ποιά δύναμη. Και αυτός τους εξήγησε και τους κύρηξε τον λόγο του Θεού μιλώντας τους στα Ελληνικά, ενώ ήταν Εβραίος. Η Παναγία ευχαριστημένη από την ομορφιά του Όρους και τον κλήρον που της δόθηκε, προσευχήθηκε στον Χριστό λέγοντας:
“Υιε μου και Θεέ μου, ευλόγησον τον τόπον τούτον και κλήρον μου. Και επίχεον επ’ αυτού το έλεος σου και φύλαξον αβλαβή ως της συντελείας του αιώνος τούτου και τους κατασκηνούντας εν αυτώ, δια το όνομα σου το Άγιον και Εμόν, ώστε δια μικρού κόπου και αγώνος της μετανοίας αφεθήναι αυτής αμαρτήματα αυτών. Έμπλησον αυτούς παντός αγαθού και αναγκαίου εν τω αιώνι τούτω και ζωής αιωνίου εν τω μέλλοντι καταξίωσον, δοξασον υπέρ πάντα τόπον, τον τόπον τούτον και θαυμάστωσον παντοιοτρόπως, πλήρωσον αυτόν εκ παντός έθνους των υπό τον Ουρανόν, των κεκλημένων τω ονόματι Σου και πλάτυνον τα σκηνώματα εν αυτώ από άκρον εως άκρου αυτού. Απάλλαξον αυτούς της αιωνίου κολάσεως και σώσον εκ παντός πειρασμού, ορατών και αοράτων εχθρών και πάσης αιρέσεως και ειρήνευσον τω ορθοδόξω δόγματι.“ Τότε ακούστηκε φωνή από τους Ουρανούς που έλεγε:
“Όσα ήτησας και προσεύξω Μήτερ μου, ούτως έσται Σοί πάντα, εάν και αυτοί τα εντάλματά μου φυλάξωσιν! Από του νύν και εξής έστω ο τόπος ούτος κλήρος Σός και περιβόλαιον Σόν και Παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτηρίας των θελόντων σωθήναι, αλλά και προσφυγή και καταφύγιον και ατάραχος λιμήν της μετανοίας των πεφορτισμένων με πολλάς αμαρτίας.“ (Απο το βιβλίο-Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ)
Πρόσεχε τον εαυτό σου από την μητέρα των κακών, την φιλαυτία, η οποία είναι μια παράλογος αγάπη προς το σώμα. Από αυτήν γεννώνται δικαιολογημένα οι πρώτοι και εμπαθείς και γενικώτατοι λογισμοί, δηλαδή της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της κενοδοξίας. Οι λογισμοί αυτοί σχηματίζονται με αφορμή τις απαραιτήτους, δήθεν, ανάγκες του σώματος, και από αυτούς γεννώνται όλα τα κακά… Πρέπει λοιπόν, νά προσέχομε και κατ’ ανάγκην να πολεμούμε την φιλαυτία με πολλή επαγρύπνηση διότι όταν αυτή εξουδετερωθεί, αχρηστεύονται και όλοι οι λογισμοί πού γεννώνται από αυτήν. Τό πάθος της φιλαυτίας σιγοψιθυρίζει στον νου του Μοναχού ότι, απλώς, λυπείται το σώμα και τον παρακινεί νά ενδιαφέρεται περισσότερο από όσο πρέπει γιά την καλή τροφή, χάριν οικονομίας δήθεν και κυβερνήσεως του σώματος έτσι, σιγά-σιγά, παρασύρεται ώστε νά πέσει στον βόθρο της φιληδονίας. Στον κοσμικό εμβάλλει τον λογισμό νά φροντίζει περισσότερο γιά τον εαυτό του και νά ικανοποιεί τις επιθυμίες του. Από τά πάθη άλλα μεν οδηγούν την ψυχή στην ακολασία, άλλα στο μίσος και άλλα στην ακολασία και μίσος μαζί. Η πολυφαγία και καλοφαγία προξενούν ακολασία, η φιλαργυρία και η κενοδοξία γεννούν το μίσος προς τον πλησίον. Η μητέρα δε αυτών, η φιλαυτία, είναι η αιτία που δημιουργεί και τα δύο• Σε αυτήν την φιλαυτία αντίθετος είναι η αγάπη και η εγκράτεια. Εκείνος λοιπόν που νικάται από την φιλαυτία, έχει στην ψυχή του όλα τα πάθη. «Κάνεις δεν εμίσησε την σάρκα του, λέγει ο Απόστολος Παύλος, αλλ’ όμως την βασανίζει και την μεταχειρίζεται ως δούλο, χωρίς να της παρέχει τίποτα περισσότερο εκτός από διατροφή και σκεπάσματα και αυτά μόνον όσα είναι απαραίτητα γιά τήν διατήρηση της ζωής. Έτσι λοιπόν αγαπά κανείς χωρίς πάθος την σάρκα του ως υπηρέτρια του Θεού την διατρέφει και την ζεσταίνει τόσον μόνον όσο χρειάζεται για την ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών αυτής. Όποιον αγαπά κανείς, εκείνον προ παντός φροντίζει να περιποιείται, αν λοιπόν κανείς αγαπά τον Θεό, φροντίζει οπωσδήποτε να πράττει και όσα ευχαριστούν τον Θεό αν, πάλι, αγαπά την σάρκα αυτήν, τότε εκτελεί εκείνα πού τήν ευχαριστούν. Στον Θεό αρέσει αγάπη και σωφροσύνη και θεωρία και προσευχή, ενώ στην σάρκα αρέσουν η λαιμαργία, η ακολασία και όσα αυξάνουν αυτά τα πάθη, γι’ αυτό οι φιλόσαρκοι δεν ημπορούν να αρέσουν στον Θεό. «Οι αληθινοί μαθητές του Χριστού έχουν σταυρώσει τον σαρκικό άνθρωπο, μαζί με τα πάθη και τις αμαρτωλές επιθυμίας» (Γαλ. ε’, 24). Ο νους αν μεν στραφεί προς τον Θεό, έχει δούλο το σώμα και δεν του παρέχει τίποτα περισσότερο από όσα είναι απαραίτητα για την ζωή. Αν, πάλιν, στραφεί προς την σάρκα, τότε υποδουλώνεται στα πάθη και επιθυμεί συνεχώς να φροντίζει γι’ αυτήν.
Μας διηγήθηκαν απ’ τους πατέρες του Σινά για τον αββά Σέργιο, τον αναχωρητή λέγοντας ότι: » Όταν έμενε στο Σινά., ο οικονόμος τον τοποθέτησε στα μουλάρια. Μιά μέρα καθώς επέστρεφε, ένα λιοντάρι ήταν ξαπλωμένο στο δρόμο. Μόλις το είδαν τα μουλάρια και οι οδηγοί τους ζάρωσαν από το φόβο τους, το έβαλαν στα πόδια. Τότε ο αββάς Σέργιος αφού πήρε από το σάκκο του ένα κομμάτι ψωμί, πλησίασε το λιοντάρι και του λέει: – Πάρε την ευλογία των πατέρων και φύγε από τον δρόμο για να περάσουμε.
Στο 'Αγιον 'Ορος θα ταξιδέψουν οι «Πρωταγωνιστές». Ο Σταύρος Θεοδωράκης και το συνεργείο της εκπομπής (ο δημοσιογράφος Στέφανος Γώγος και οι οπερατέρ Γιώργος Πετράκης και Θεόφιλος Δρόλαπας) έζησαν για τέσσερις μέρες σε μονές, κελιά και σκήτες του Αγίου 'Ορους. Δοκίμασαν την αγιορείτικη κουζίνα, περιηγήθηκαν στους κήπους και στα αμπέλια και κυρίως κατέγραψαν τις διηγήσεις των μοναχών. Η μοναδικότητα της Αγιορείτικης φύσης, τα μυστικά της Αγιορείτικης κουζίνας, αλλά και ιστορίες από τη ζωή των μοναχών θα «ξεδιπλωθούν» σε αυτή τη εκπομπή. 'Αλλωστε είναι μια από τις ελάχιστες φορές στην ιστορία του 'Ορους που οι τηλεοπτικές κάμερες περιηγούνται ελεύθερα από την μια άκρη του «μεγαλοπρεπούς βράχου του 'Αθωνα» στην άλλη, χωρίς, δηλαδή, να έχει προσδιοριστεί από πριν που θα πάνε και ποιος θα τους μιλήσει. Απρόσμενες συναντήσεις, λοιπόν, με μοναχούς που είναι ταυτόχρονα μελισσοκόμοι, ψαράδες, κηπουροί, οινοποιοί, μάγειρες, βοτανολόγοι. Και εκμυστηρεύσεις, για τον Θεό, τα πάθη, την κόλαση, τον παράδεισο, τον άνθρωπο.
Σημειώσεις-όροι χρήσης:
Επιτρέπεται η ενσωμάτωση των βίντεο σε blogs και ιστοσελίδες με αναφορά στην πηγή.
Απαγορεύεται το κατέβασμα και η χρήση αποσπασμάτων ή ολόκληρων βίντεο για οποιαδήποτε λόγο χωρίς γραπτή άδεια.
Επιτρέπουμε ελεύθερη δημοσίευση σε κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται στο βίντεο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και Τo Video production company δε φέρει ουδεμία νομική ή άλλη ευθύνη.
Κάποια στιγμή στον ουρανό ζήτησε ο Θεός από τους αγγέλους να του φέρουν τα πιο πολύτιμα πράγματα, που υπάρχουν στη γη.
Οι άγγελοι ξεκίνησαν και έψαξαν ολόκληρη τη γη. Πολλοί ομολογουμένως έφεραν πολλά ωραία και πολύτιμα πράγματα. Ξεχώρισαν όμως τρείς.
Ο ένας έφερε και απέθεσε στον θρόνο του Θεού ένα ωραιότατο μαργαριτάρι. Ήταν μια σταγόνα ιδρώτα. Είχε πέσει από το μέτωπο κάποιου που τίμια προσπαθούσε να ζήσει την οικογένειά του. -Ωραίο το εύρημα σου, είπε ο Θεός, αλλά υπάρχει και πιο ωραίο από αυτό.
Ήρθε τότε δεύτερος άγγελος. Αυτός απέθεσε με σεβασμό μπροστά στον Θεό ένα κατακόκκινο ρουμπίνι. Ήταν μια σταγόνα αίματος ενός ήρωα, που είχε πέσει στο πεδίο της τιμής. Οι άγγελοι έμειναν εκστατικοί. Ασφαλώς αυτός θα κέρδιζε το βραβείο.
-Υπάρχει κάτι πιο πολύτιμο ακόμη, είπε ο Θεός.
Τότε όλοι στράφηκαν προς το μέρος του τρίτου αγγέλου, που εκείνη την ώρα ερχόταν και με πολλή ευλάβεια άφησε να κυλίσει στον θρόνο του Θεού ένα αστραφτερό διαμάντι, που όμοιο μ 'αυτό ποτέ δεν είχαν δει. Ήταν ένα δάκρυ κάποιου αμαρτωλού, που γονατιστός ομολογούσε τις αμαρτίες του μπροστά στον πνευματικό.
-Αυτό είναι το πιο πολύτιμο πράγμα, είπε τότε ο Θεός και το βραβείο δόθηκε στον τελευταίο άγγελο. Αλήθεια, πόσο αξίζει η μετάνοια και η εξομολόγηση.
Αυτό το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος, που λέγει «Λέγω ύμίν ότι ούτω χαρά έσται έν τω ούρανω έπί ένί άμαρτωλώ μετανοούντι... ούτω, λέγω υμίν, χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού έπί ένί άμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκά ιε' 7, 10).