Friday, July 1, 2016

Ο Χριστός μας ζητά ν' αγαπήσουμε το Θεό πάνω απ' όλα και τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας....

Ο Χριστός μας ζητά ν' αγαπήσουμε το Θεό πάνω απ' όλα και τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας, πόσες φορές όμως κι εμείς δεν αναρωτιόμαστε, υποκριτικά για γα δικαιολογήσουμε την έλλειψη αγάπης, ποιος είναι τελικά αυτός ο πλησίον που πρέπει ν' αγαπήσουμε;

Απάντηση σ' αυτό το ερώτημα προσπαθούν να μας δώσουν πολλοί φιλανθρωπικοί οργανισμοί σήμερα, προτείνοντας μας να βοηθήσουμε του συνανθρώπους μας απρόσωπα, δίνοντας κάποια χρήματα ή είδη που μας περισσεύουν και σπανιότερα να δώσουμε προσωπική εργασία ή και να συμμετέχουμε ακόμη πιο ενεργά στο έργο τους. Η βοήθεια των οργανισμών αυτών συνήθως απευθύνεται σε κάποιες ομάδες εμπερίστατων συνανθρώπων μας, που για διαφορετικό κάθε φορά λόγο έχουν ανάγκη από τη βοήθειά μας. Η προσπάθεια των οργανισμών αυτών είναι αξιέπαινη και το αποτέλεσμά της θεάρεστο, αλλά η μικρή συμβολή μας, υλική ή προσωπική, από το περίσσευμά μας δεν αρκεί για να καλύψει την εντολή του Χριστού για "αγάπη προς τον πλησίον, (τουλάχιστον) ίση με αυτή που έχουμε για τον εαυτό μας". Διαφορετική είναι η περίπτωση ανθρώπων που δίνουν τον εαυτό τους για τη βοήθεια προς τους πάσχοντες συνανθρώπους τους, η οποία ταιριάζει περισσότερο μ' αυτά που θα πούμε παρακάτω.

Όταν αναρωτιόμαστε ποιος είναι ο πλησίον μας, που πρέπει ν' αγαπήσουμε, σημαίνει ότι δεν αγαπούμε κανένα αρκετά, ώστε να τον νοιώσουμε σαν πλησίον μας. Αυτό συμβαίνει, επειδή δεν έχουμε κάνει τρόπο ζωής το πρώτο μέρος της εντολής της Αγάπης, δηλαδή την πάνω απ' όλα (και από τον εαυτό μας) Αγάπη προς τον Θεό Πατέρα, του οποίου είμαστε όλοι παιδιά. Αν η καρδιά μας δεν πλημμυρίσει από την Αγάπη προς το Θεό, που θα εκτοπίσει τη φιλαυτία μας, τότε δεν έχουμε περίσσευμα αγάπης για να το μοιραστούμε με τους συνανθρώπους μας. Αν δε νοιώσουμε παιδιά του Ουράνιου Πατέρα μας, τότε δεν μπορούμε να νοιώσουμε τους συνανθρώπους μας αδελφούς μας, κομμάτι του εαυτού μας, μοναδική οδό προς τη Βασιλεία των Ουρανών.

Όταν αγαπάμε τους αδελφούς μας (τουλάχιστον) όπως τον εαυτό μας, τότε οι ανάγκες τους γίνονται και δικές μας ανάγκες, ο πόνος τους δικός μας πόνος, η χαρά τους δική μας χαρά, η σωτηρία της ψυχής τους σωτηρία της δικής μας ψυχής. Μεριμνούμε και προσευχόμαστε για τους αδελφούς μας (τουλάχιστον) όπως μεριμνούμε και προσευχόμαστε και για τον εαυτό μας, έχοντας πάντα την ελπίδα μας για την ικανοποίηση όλων των αναγκών μας στο Θεό. Έτσι δεν θα πέσουμε στον πειρασμό της υπερηφάνειας, για τη βοήθειά μας προς τους συνανθρώπους μας, ούτε θ' απογοητευθούμε, αν δεν τα καταφέρουμε να βοηθήσουμε όσους θα θέλαμε και όπως θα θέλαμε. Κάθε πράξη αγάπης προς τον πλησίον γίνεται, επειδή αγαπούμε το Θεό κι είμαστε κι οι δυο παιδιά του και για να δοξάζεται τ' Όνομά Του (Ματθ. ε' 16). Ύστερα ευχαριστούμε και οι δύο το Θεό, που μας έδωσε τη δυνατότητα να επωφεληθούμε από την περίσταση αυτή. Για τις πράξεις αγάπης προς τους πλησίον μας δεν ζητούμε ούτε δεχόμαστε ανταπόδοση, επειδή έχουμε λάβει ήδη σαν ανταπόδοση την εσωτερική χαρά που φέρνει η τήρηση του θελήματος του Θεού και επειδή η αληθινή αγάπη "δεν ζητά ανταπόδοση" (Κορινθ. Α' ιγ' 5).

Αφού περιγράψαμε τα χαρακτηριστικά της χριστιανικής αγάπης προς τον πλησίον, ας δούμε και ποιος είναι ο πλησίον μας. Οπωσδήποτε πλησίον μας, για μας τους λαϊκούς, είναι τα μέλη της οικογένειάς μας, σύζυγος, παιδιά, γονείς, αδέλφια και οι λοιποί συγγενείς, τους οποίους η ζωή μας και οι πράξεις μας επηρεάζουν ούτως ή άλλως. Το ίδιο ισχύει και για όλους όσους έρχονται σε καθημερινή ή τακτική επαφή μαζί μας, όπως τους ανθρώπους που εργαζόμαστε μαζί τους, τους γείτονες, τα μέλη της ίδιας ενορίας, ομάδας, συλλόγου κλπ. Ο ορισμός του πλησίον όμως δεν περιορίζεται σ' αυτούς. 


Ο Καλός Σαμαρείτης με το θύμα των ληστών δεν είχαν καμιά σχέση, όμως ο Θεός έφερε τον τραυματισμένο στο δρόμο του Σαμαρείτη κι έτσι έδωσε την ευκαιρία σ' αυτόν να κάνει μια πράξη αγάπης και στον τραυματισμένο να επωφεληθεί απ' αυτή. Όταν η καρδιά μας είναι ανοιχτή και γεμάτη αγάπη ο Θεός φροντίζει να φέρει στο δρόμο μας ανθρώπους που μπορούν να ωφεληθούν απ' αυτή. Εμείς μένει να φροντίσουμε να είμαστε πάντα συνδεμένοι με την πηγή της Αγάπης και πρόθυμοι να κάνουμε το θέλημα Του, όποιο κι αν είναι αυτό.

Δεν υπάρχει κίνδυνος προσφέροντας αγάπη σε άγνωστους ανθρώπους, να τη στερήσουμε από τους οικείους μας, επειδή η αγάπη όταν μοιράζεται γίνεται περισσότερη και δε λιγοστεύει. Χρειάζεται όμως διάκριση, επειδή η αγάπη μας μπορεί να περισσεύει με τη Χάρη του Θεού, αλλά ως άνθρωποι έχουμε περιορισμένες δυνατότητες, που πρέπει να μοιράζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη σκανδαλίζονται, εκείνοι που έχουν ανάγκη από αυτές. 


Για παράδειγμα μια μητέρα δεν είναι σωστό να καθαρίσει το σπίτι της άρρωστης γειτόνισσάς της και ν' αφήσει το δικό της ακαθάριστο, ούτε να ταΐσει τους πεινασμένους της ενορίας της και ν' αφήσει το σύζυγο και τα παιδιά της νηστικούς. Η αληθινή αγάπη περιέχει και τη διάκριση και για όσα δεν προλαβαίνουμε ανθρωπίνως, υπάρχει πάντοτε η προσευχή και η εμπιστοσύνη στη Θεία Πρόνοια.

Saturday, June 25, 2016

Δέν εἶναι περίεργο .....


1. Δέν εἶναι περίεργο πῶς ἓνα ποσό τῶν 20 Εὐρώ σᾶς φαίνεται πολύ μεγάλο, ὃταν τό δίνετε στήν ἐκκλησία, ἀλλά εἶναι μικρό ὃταν πηγαίνετε γιά ψώνια;


2. Δέν εἶναι περίεργο πού 2 ὧρες σᾶς φαίνονται πολλές, ὃταν εἶστε στήν ἐκκλησία, ἐνῶ σᾶς φαίνονται λίγες, ὃταν παρακολουθεῖτε μιά καλή ταινία;


3. Δέν εἶναι περίεργο τό ὃτι δέν βρίσκετε λόγια νά πεῖτε ὃταν προσεύχεστε, ἀλλά δέν ἒχετε κανένα πρόβλημα ὃταν σκέφτεστε γιά ποιό πράγμα θά μιλήσετε μέ ἓναν φίλο;


4. Δέν εἶναι περίεργο τό πόσο «δύσκολο» καί «βαρετό» εἶναι νά διαβαστεῖ ἓνα κεφάλαιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐνῶ πόσο εὒκολα διαβάζονται 100 σελίδες ἑνός δημοφιλοῦς μυθιστορήματος;


5. Δέν εἶναι περίεργο τό ὃτι ὁ καθένας θέλει εἰσιτήρια γιά μπροστινές θέσεις σέ συναυλίες καί ἀγῶνες, ἀλλά προτιμᾶ νά κάθεται στά τελευταῖα καθίσματα τῆς ἐκκλησίας;


6. Δέν εἶναι περίεργο τό ὃτι πρέπει νά ξέρετε γιά μιά ἐκδήλωση τῆς ἐκκλησίας 2-3 ἑβδομάδες πρίν ἀπό τήν ἡμέρα πού θά πραγματοποιηθεῖ, ὣστε νά μπορέσετε νά τήν βάλετε στόν προγραμματισμό σας, ἀλλά μπορεῖτε γιά ἂλλα γεγονότα νά ἀποφασίσετε καί τήν τελευταία στιγμή;


7. Δέν εἶναι περίεργο τό πόσο δύσκολο εἶναι νά μάθετε κάτι πού σχετίζεται μέ τό Θεό, ὣστε
νά τό μοιραστεῖτε μέ ἂλλους, ἀλλά τό πόσο εὒκολο εἶναι νά μάθετε, νά καταλάβετε καί νά διαδώσετε ἓνα κουτσομπολιό.


8. Δέν εἶναι περίεργο τό ὃτι εὒκολα πιστεύετε αὐτά πού γράφονται στά περιοδικά καί στίς ἐφημερίδες, ἀλλά ἀπό τήν ἂλλη ἀμφιβάλλετε γιά τά λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς.


9. Δέν εἶναι περίεργο πού ὁ καθένας θέλει μιά θέση στόν οὐρανό, ἀλλά δέν θέλει νά πιστέψει, νά κάνει ἢ νά πεῖ κάτι γιά νά φθάσει ἐκεῖ;


10.Δέν εἶναι περίεργο τό πόσο εὒκολα στέλνετε ἀνέκδοτα σέ e-mails τά ὁποῖα προωθοῦνται δεξιά κι ἀριστερά, ἐνῶ τό σκέφτεστε διπλά, ὃταν πρόκειται νά στείλετε ἓνα μήνυμα γιά τόν Θεό;

Tuesday, June 21, 2016

« Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν » ( Πρωτ. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστόπουλου )



Στά Τίμια Δῶρα δέν ἔχουμε κρυμμένον τόν Χριστό (δέν ὑποκρύπτεται, δέν εὐρίσκεται ἁπλᾶ μέσα, οὔτε εἶναι ἁπλᾶ σύμβολα ὁ ἄρτος καί ὁ οἵνος αὐτοῦ τοῦ Σώματος καί τοῦ αἷματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ προτεστάντες) καί, πολύ περισσότερο, δέν ἔχουμε ἁπλή μυστική ἕνωσι τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε πιστοῦ μετά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὄχι! Θά μποροῦσα νά φωνάξω χίλιες φορές: ὄχι! Στήν πραγματική καί ἀληθινή Μεταβολή βρίσκεται Ο ΧΡΙΣΤΟΣ! καί μόνον ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτό λέμε «ἐσθίομεν καί πίνομεν», καί ἔτσι γινόμεθα σύσσωμοι καί σύναιμοι καί χριστοφόροι καί ἀποτελοῦμε μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού λαμβάνουμε μέσα μας, ἕνα σῶμα καί ἕνα αἷμα. Ἔχουμε τόν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό «κατοικοῦντα καί μένοντα σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι», ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Μέγας Βασίλειος σέ μιά Λειτουργική του Εὐχή.Βέβαια, τά μάτια μας βλέπουν ἄρτο καί οἵνο, καί ἡ γλῶσσα μας ἔχει γεῦσι ψωμιοῦ καί κρασιοῦ, ἀλλά δέν εἶναι ἔτσι. Καί θά τολμήσω νά πῶ: πολλοί ἥταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δέν ἐμάσησαν, δέν ἔφαγαν, δέν κατάπιαν ψωμί καί κρασί, ἀλλά Σῶμα καί αἷμα, Σάρκα καί αἷμα Χριστοῦ, γιά νά ἀκολουθήση ἀπέραντη εὐφροσύνη τῆς ψυχῆς τους καί γενικά ψυχοσωματική ἀλλοίωσις διά Πνεύματος Ἁγίου.

Ἀπό τή στιγμή, πού κατέρχεται τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἱερουργεῖται τό Μυστήριο, δέν ἔχουμε πλέον μπροστά μας ὅ,τι βλέπουν τά μάτια μας, ἤ ὅ,τι αἰσθάνεται ἡ γλῶσσα μας, ἀλλά ἔχουμε Αὐτό πού πιστεύουμε, Αὐτό πού προσκυνοῦμε, Αὐτό πού λατρεύουμε· ἔχουμε Αὐτό τό θεωμένο Σῶμα καί αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Τό ἀληθινό, τό πραγματικό.

Ζοῦσε σ᾿ ἕνα μοναστήρι τῆς Ρουμανίας, ἕνας κεχαριτωμένος ἱερεύς, ὁ πατήρ Μηνᾶς, ὁ μετέπειτα Ὄσιος Μηνᾶς. Αὐτός, μετά τή Θεία Λειτουργία, γιά νά ξεκουραστῆ, ἔβγαινε στό δάσος, διότι τό μοναστήρι ἥταν μέσα σέ δάση, κι ἐκεῖ ἔψελνε καί δοξολογοῦσε τόν Θεό μέ ἀναστάσιμα τροπάρια καί μέ πολλά ἄλλα.

Τότε μαζεύονταν τά πουλιά τοῦ δάσους γύρω του: στό κεφαλάκι του, στούς ὤμους του, στά χέρια του, αὐτός δέ τρυφερά τά χάϊδευε. Τίς περισσότερες φορές, ὅταν ὁ πατήρ Μηνᾶς ἔψελνε, τά πουλιά βουβαίνονταν καί τόν ἄκουγαν.

Ἐπειδή οἱ Λειτουργίες ἄρχιζαν νύχτα καί τελείωναν μέ τό χάραμα, ὤσπου νά κάνη Κατάλυσι καί νά ξεντυθῆ, ξημέρωνε, ἔβγαινε ὁ ἥλιος κι ἔτσι ἔβγαινε πρωΐ – πρωΐ μέσα στό δάσος καί χαιρόταν τή φύσι καί τήν παρουσία τῶν πουλιῶν. Κι ἐκεῖ ὅλοι μαζί αἰνοῦσαν καί δοξολογοῦσαν τόν Θεό.

Παρατηρήθηκε, λοιπόν, στά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ὅτι, ὅταν εἶχαν πανηγυρική Θεία Λειτουργία καί ἀργοῦσε νά τελειώση, καί μάλιστα ἀργοῦσε πολύ μετά τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου, τά πουλιά μαζεύονταν πάνω στήν Ἐκκλησία!

Τήν ὥρα τῆς Μεταβολῆς τῶν Τιμίων Δώρων, πού ὁ ἱερεύς ἔλεγε «τά Σά ἐκ τῶν Σῶν», τότε ὅλα τά πουλιά πάνω στήν Ἐκκλησία βουβαίνονταν! Καί στό «ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, Ἀχράντου…», στά Ρουμανικά βέβαια, καί ἐνῶ ἡ χορωδία ἔψαλλε τό «Ἄξιόν ἐστι», τότε πάλι τά πουλιά ἄρχιζαν νά κελαηδοῦν!


Παρόμοιο γεγονός μοῦ ἀφηγήθηκε κάποιος πιστός, πού συνέβη καί στόν Ναό τῆς Παναγίας τῆς Ἑκατονταπυλιανῆς στήν Πάρο, κατά τήν Θεία Λειτουργία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων τοῦ ἔτους 1998.

Δεκάδες σπουργίτια καί ἄλλα πουλιά, φτερουγίζοντας μέσα κι ἔξω ἀπό τόν Ναό, ἀπό τά ἀνοικτά παράθυρα τοῦ τροῦλλου, κελαηδοῦσαν καί τιτίβιζαν ζωηρά. Τήν ὥρα, ὅμως, τοῦ Καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων βουβάθηκαν καί ἀκινητοποιήθηκαν ὅλα, γιά νά ξαναρχίσουν μετά τό » Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας Ἀχράντου… »

Τήν πραγματικότητα αὐτή τῆς Μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ Σῶμα καί Αἴμα Χριστοῦ μαρτυροῦν καί τά ἴδια τά λόγια τοῦ Κυρίου στό Μυστικό Δεῖπνο, τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης: «Τοῦτο ἐστι τό σῶμά μου… τοῦτο ἐστι τό αἵμά μου…» Θεία λοιπόν εἶναι ἡ σύστασις τοῦ Μυστηρίου. Τό συνέστησε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός.

Πρωτ. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστόπουλου

Ἀπό τό βιβλίο: «ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ»

«Ἐν εἰρήνη τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» ( Πρωτ. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστόπουλου )

Εἶναι ἡ πρώτη αἴτησις καί ἐκφώνησις τῆς Μεγάλης Συναπτῆς. Μετά τό «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία» ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Συναπτή», τά λεγόμενα «Εἰρηνικά». Σ᾿ αὐτήν περιλαμβάνονται ὅλες οἱ αἰτήσεις, πού ἀφοροῦν τή ζωή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου καί ἰδιαιτέρως οἱ αἰτήσεις γιά τήν πολλαπλῆ εἰρήνη. Εἶναι ἡ πρώτη παρουσία τῆς Ἐκκλησίας μπροστά στόν Θεό καί σέ ὅλες τίς ἐπίγειες ἀνάγκες καί περιστάσεις τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Οἱ τρεῖς πρῶτες δεήσεις εἶναι γιά τήν εἰρήνη. Γιατί ἡ εἰρήνη εἶναι τό ὀξυγόνο, εἶναι ὁ καθαρός ἀέρας, μέσα στόν ὁποῖο μπορεῖ νά ζήση ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Τό πρῶτο πρᾶγμα, πού μᾶς χρειάζεται, γιά νά σταθοῦμε μπροστά στόν Θεό, εἶναι ἡ εἰρήνη. Εἰρηνικοί νά εἴμεθα πρῶτα μέσα μας κι ὕστερα μεταξύ μας: μέ τό σύντροφό μας, μέ τά παιδιά μας, μέ τούς γονεῖς, μέ τά ἀδέλφια, μέ τούς οἰκείους, μέ τούς συγγενεῖς, μέ τόν κάθε πλησίον, γιατί μόνον ὅταν ἔχουμε εἰρήνη μέσα στήν καρδιά μας μποροῦμε νά ἔχουμε καί μεταξύ μας. Μέσα στήν Ἐκκλησία τίποτα δέν μποροῦμε νά ποῦμε καί νά κάνουμε χωρίς εἰρήνη.

Ὁ ἐπίσκοπος, ὅταν μπαίνη στόν Ναό γιά νά χοροστατήση, εἴτε στόν Ἐσπερινό, εἴτε στόν Ὄρθρο καί Θεία Λειτουργία, στέκεται στό κέντρο τοῦ Ναοῦ, δέν ἀνεβαίνει ἀμέσως στόν θρόνο, ἀλλά ἀφοῦ πρῶτα κάνει τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, εὐλογεῖ σταυροειδῶς (μπροστά, πίσω, δεξιά, καί ἀριστερά) τόν λαό τοῦ Θεοῦ λέγοντας μέσα του τό «εἰρήνη πᾶσι». Καί τότε ἀνεβαίνει στόν θρόνο.
Ὅταν δέν ὑπάρχει εἰρήνη στήν καρδιά ἀλλά ἐπικρατοῦν διαφορές, κακίες, μίση καί σκληρότητα, δέν μποροῦμε νά φέρουμε οὔτε λειτουργίες – πρόσφορα – στόν Ναό. Δέν μποροῦμε νά λειτουργηθοῦμε ὅπως πρέπει, πολύ δέ περισσότερο νά κοινωνήσουμε. Ἀλλοίμονο στίς σκληρές ἐκεῖνες καρδιές, πού δέν τίς μαλακώνει ἡ συγγνώμη, ἡ συγχωρητικότητα, ἡ ἀγάπη.

Στό μαρτυρολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρεται ἕνα συνταρακτικό γεγονός:
Ὑπῆρχαν δυό χριστιανοί στά χρόνια τῶν Διωγμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μιά διαφορά μεταξύ τους. εἶχαν διαπληκτισθῆ, εἶχαν φιλονικήσει καί δέν μιλοῦσαν ὁ ἕνας στόν ἄλλον. Ὁ ἕνας λεγόταν Νικηφόρος καί ὁ ἄλλος Σαπρίκιος. Ὁ Σαπρίκιος μάλιστα ἦταν καί ἱερεύς.

Οἱ εἰδωλολάτρες, λοιπόν, μετά ἀπό μιά καταγγελία, πιάνουν τόν Σαπρίκιο μαζί μέ ἄλλους χριστιανούς καί τόν κλείνουν στή φυλακή. Τό μαθαίνει ὁ Νικηφόρος, τρέχει στή φυλακή, πέφτει γονατιστός ἔξω ἀπό τά σίδερα τῆς φυλακῆς καί λέει:

– Σαπρίκιε, συγχώρεσέ με. Αὐτή τήν ὥρα, πού πλησιάζει τό μαρτύριο, συγχώρεσέ με!

– Ὄχι δέν σέ συγχωρῶ! ἀπαντᾶ ὁ Σαπρίκιος.

Ἐπεμβαίνουν οἱ συναθλητές του στό μαρτύριο, καί τοῦ λένε:

– Σαπρίκιε, συγχώρεσέ τον!

– Ὄχι· μοῦ ἔκανε τόσο μεγάλο κακό, πού δέν τόν συγχωρῶ!

Ἔρχεται ἡ ὥρα μαζεύουν τούς Μάρτυρες καί τούς πηγαίνουν σιδηροδέσμιους στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ἀπό πίσω ὁ Νικηφόρος.
–Σαπρίκιε, συγχώρεσέ με!

— Δέν σέ συγχωρῶ! ἦταν ἡ ἀπάντησις τοῦ Σαπρίκιου.

Τότε συνέβη κάτι φοβερό: Ὅταν ἔπεσαν τά πρῶτα κεφάλια κάτω ἀπό τά σπαθιά τῶν δημίων καί ἦρθε ἡ σειρά του νά ὁμολογήση τόν Χριστό γιά τελευταία φορά καί νά ἀποκεφαλισθῆ, ὁ Σαπρίκιος χάνει τό θάρρος του καί ἀρνεῖται τόν Χριστό!!! Τόν ἐγκαταλείπει ἡ Θεία Χάρις!!! Διότι μέσα στήν καρδιά του δέν κυριάρχησε ἡ ἀγάπη, ἡ συγγνώμη, ἡ συγχωρητικότητα.
Ὁ Νικηφόρος πού βλέπει τόν Σαπρίκιο νά ἀρνῆται τόν Χριστό, τρέχει καί παίρνει τή θέσι του! Ὁμολογεῖ, μαρτυρεῖ, ἀποκεφαλίζεται. Καί γίνεται Ἅγιος Μάρτυρας τῆς Ἐκκλησίας μας (1).


ἈπολυτίκιονἉγίου Νικηφόρου

Ἦχος α’. Χορός Ἀγγελικός.

Ἀγάπης τῷ δεσμῷ, συνδεθείς Νικηφόρε, διέλυσας τρανῶς, τήν κακίαν τοῦ μίσους· καί ξίφει τήν κάραν σου, ἐκτμηθείς ἐχρημάτισας, Μάρτυς ἔνθεος, τοῦ σαρκωθέντος Σωτῆρος· ὃν ἱκέτευε, ὑπέρ ἡμῶν τῶν ὑμνούντων, τήν ἔνδοξον μνήμην σου.

Ἐτσι λοιπόν, ὁ ἕνας πού εἶχε μῖσος στήν καρδιά καί σκληρότητα, ἀποδοκιμάσθηκε ἀπό τόν Θεό καί ἡ θυσία του δέν ἔγινε δεκτή. Στερήθηκε τῆς θείας Χάριτος, δηλαδή τῆς θείας δυνάμεως, καί δέν μπόρεσε νά μαρτυρήση. Ἐνῶ ὁ ἄλλος, πού εἶχε ἀγάπη, εὐλογήθηκε ἀπό τόν Θεό καί ἡ θυσία του ἔγινε δεκτή. Ἔτσι καί οἱ δικές μας προσφορές καί θυσίες πρός τόν Θεό, δέν γίνονται δεκτές, ἄν μέσα στήν καρδιά μας ἐπικρατῆ ἡ κακία, τό μῖσος, ἡ ἀσπλαχνία, ἡ σκληρότης καί ἡ ἀσυγχωρησία. Γι᾿ αὐτό ἄς μήν ταράζουν τήν καρδιά μας τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας πάσης φύσεως λογισμοί ἔχθρας, ἐκδικήσεως, ταραχῆς, γογγυσμοῦ, θεομαχίας. Εἰρήνη λοιπόν στήν καρδιά μας κι ὅταν ἀκόμα οἱ πιό μεγάλες ἀδικίες τοῦ κόσμου μᾶς πληγώνουν καί μᾶς ταλαιπωροῦν. Εἰρήνη μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Εἰρήνη Χριστοῦ.

Δυστυχῶς, μέσα στόν ἴδιο Ναό πολλές φορές βρίσκονται χριστιανοί, πού ἔξω ἀπό αὐτόν δέν μιλοῦν, δέν λένε οὔτε καλημέρα· καί τά πρόσωπα αὐτά μπορεῖ νά εἶναι γονεῖς καί παιδιά, νύφες καί πεθερές, συγγενεῖς καί φίλοι, ἀδέλφια μεταξύ τους! Μέ τό μῖσος μπαίνουν στήν Ἐκκλησία, μέ τό μῖσος βγαίνουν. Μέ τό μῖσος ζοῦν μέχρι τό θάνατο. Δέν ἐννοοῦν νά δώσουν ὁ ἕνας στόν ἄλλον συγχώρησι. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ ἔχει φύγει πλέον ἀπό τίς καρδιές τους καί βασιλεύει τό μῖσος τοῦ διαβόλου. Λοιπόν, νά τούς λέτε, ἀλλά κι ἐσεῖς νά τό γνωρίζετε, ὅτι ὅσα πρόσφορα κι ἄν προσφέρουν κι ὅσα κεριά κι ἄν ἀνάψουν κι ὅσες Λειτουργίες κι ἄν κάνουν κι ὅσες ἐλεημοσύνες κι ἄν δώσουν, δέν ὠφελοῦνται σέ τίποτα (2).

Ἡ σκληρότης καί τό ἄσπλαγχνον τῆς καρδίας εἶναι θανάσιμη ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία φέρνει μέσα στόν ἄνθρωπο τήν ταραχή, τήν σύγχυσι. Μέ τήν σκληρότητα καί τήν ἀδιαλλαξία ὁ χριστιανός γίνεται ἐχθρός τοῦ Θεοῦ, ἐχθρός τοῦ ἑαυτοῦ του καί ἐχθρός τοῦ πλησίον.

Ἐχθρός τοῦ Θεοῦ, διότι χωρίζεται ἀπό Αὐτόν.

Ἐχθρός τοῦ ἑαυτοῦ του, διότι χάνει τήν εἰρήνη του.

Ἐχθρός τοῦ πλησίον, διότι γεμίζει ταραχή καί κακία.

» Ἐν εἰρήνη τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν «.

Ζητοῦμε τήν εἰρήνη ἀπό τόν Χριστό, διότι Αὐτός μέ τή Σταυρική Του Θυσία τήν δώρησε στόν κόσμο. Αὐτήν τήν εἰρήνη τήν κερδίζουμε μέ τήν μετάνοια. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, ὅταν Τόν πλησιάσουμε μετανοοῦντες, μᾶς στέλνει ἐκεῖ, πού βασιλεύει ἡ εἰρήνη Του. «Πορεύου εἰς εἰρήνην»(3), μᾶς λέγει καί μᾶς στέλνει στόν ἅγιο Ναό Του, στήν Ἐκκλησία Του, πού εἶναι τό ἄσυλο καί τό ἀνάκτορο τῆς εἰρήνης.

Μέσα στόν Ναό, μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῶν Ἀγγέλων καί τῶν Ἁγίων, ἡ ψυχή μας – ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ὄντως εἰρηνική – βοηθούμενη καί ὑπό τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, ἀσκεῖται στήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι θεωρία τοῦ Θεοῦ. Πιό ἁπλᾶ: μέ τήν εἰρήνη μέσα της ἡ ψυχή, βιώνει τήν «Εὐλογημένη Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

1. Καντιώτου Αὐγ., Μητρ. Φλωρίνης, «Εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν…», ὅ. π. , σελ. 44

2. Καντιώτου Αὐγ., Μητρ. Φλωρίνης, «Εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν…», ὅ. π. , σελ. 46

3.Λουκ. 7:50.

Πρωτ. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστόπουλου

Ἀπό τό βιβλίο: «ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ»

Saturday, June 18, 2016

Ο άθεος και η γριούλα


Στις δώδεκα τα μεσάνυκτα χτύπησαν την πόρτα. Ήταν μια γριούλα και ζητούσε να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο. Ό Ιερέας ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ή γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον Ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να, ξαφνικά ό παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.Ό άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει. Φύγε από εδώ! Ποιός σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ό παπάς τα έχασε. Μά δεν ήλθα από μόνος μου! με κάλεσε ή γριά! Ποιά γριά; 'Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!

Ό παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα που τον κάλεσε.

Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο. Να αυτή! Ποιά αυτή; Ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι ή μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα! Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος.

Ό άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε. Ή μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει το δρόμο της σωτηρίας.

Από το Γεροντικό 

Πάλι λιβάνι γιαγιά;.....


Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας.

Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε.
Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από ‘κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.

Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή.
Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...

- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.

Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να ‘ρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:

- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:

- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του ‘φυγε όλη η αντάρα του μυαλού του. Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.

- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιέ μου, να ξαποστάσεις.

Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού. Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.

- Πάλι λιβάνι γιαγιά;
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.

- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της. Μέρα – νύχτα το διάβαζε.
Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:

- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.

- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.

Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιο Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον.
Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόδαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘ χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.

- Αχ παιδάκι μου, εσύ δεν εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές. Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.

Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη.
Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα. Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ ‘ ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».

- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

Wednesday, June 15, 2016

Ἂν πέσεις σὲ μία ἁμαρτία.... ( Μικρὸς Εὐεργετινός )


Εἶπε ἕνας γέροντας:
Ἂν πέσεις σὲ μία ἁμαρτία καὶ σηκωθεῖς κι ἀρχίσεις νὰ θλίβεσαι καὶ νὰ μετανοεῖς γι᾿ αὐτήν, πρόσεξε νὰ μὴ σταματήσεις τὴ λύπη καὶ τοὺς στεναγμοὺς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὡς τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου σου. Ἀλλιῶς θὰ πέσεις πάλι γρήγορα στὸν ἴδιο βόθρο.
Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη εἶναι γιὰ τὴν ψυχὴ χαλινάρι, ποὺ δὲν τὴν ἀφήνει νὰ πέσει.

Μικρὸς Εὐεργετινός