Πρόσεχε τον εαυτό σου από την μητέρα των κακών, την φιλαυτία, η οποία είναι μια παράλογος αγάπη προς το σώμα. Από αυτήν γεννώνται δικαιολογημένα οι πρώτοι και εμπαθείς και γενικώτατοι λογισμοί, δηλαδή της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της κενοδοξίας. Οι λογισμοί αυτοί σχηματίζονται με αφορμή τις απαραιτήτους, δήθεν, ανάγκες του σώματος, και από αυτούς γεννώνται όλα τα κακά… Πρέπει λοιπόν, νά προσέχομε και κατ’ ανάγκην να πολεμούμε την φιλαυτία με πολλή επαγρύπνηση διότι όταν αυτή εξουδετερωθεί, αχρηστεύονται και όλοι οι λογισμοί πού γεννώνται από αυτήν. Τό πάθος της φιλαυτίας σιγοψιθυρίζει στον νου του Μοναχού ότι, απλώς, λυπείται το σώμα και τον παρακινεί νά ενδιαφέρεται περισσότερο από όσο πρέπει γιά την καλή τροφή, χάριν οικονομίας δήθεν και κυβερνήσεως του σώματος έτσι, σιγά-σιγά, παρασύρεται ώστε νά πέσει στον βόθρο της φιληδονίας. Στον κοσμικό εμβάλλει τον λογισμό νά φροντίζει περισσότερο γιά τον εαυτό του και νά ικανοποιεί τις επιθυμίες του. Από τά πάθη άλλα μεν οδηγούν την ψυχή στην ακολασία, άλλα στο μίσος και άλλα στην ακολασία και μίσος μαζί. Η πολυφαγία και καλοφαγία προξενούν ακολασία, η φιλαργυρία και η κενοδοξία γεννούν το μίσος προς τον πλησίον. Η μητέρα δε αυτών, η φιλαυτία, είναι η αιτία που δημιουργεί και τα δύο• Σε αυτήν την φιλαυτία αντίθετος είναι η αγάπη και η εγκράτεια. Εκείνος λοιπόν που νικάται από την φιλαυτία, έχει στην ψυχή του όλα τα πάθη. «Κάνεις δεν εμίσησε την σάρκα του, λέγει ο Απόστολος Παύλος, αλλ’ όμως την βασανίζει και την μεταχειρίζεται ως δούλο, χωρίς να της παρέχει τίποτα περισσότερο εκτός από διατροφή και σκεπάσματα και αυτά μόνον όσα είναι απαραίτητα γιά τήν διατήρηση της ζωής. Έτσι λοιπόν αγαπά κανείς χωρίς πάθος την σάρκα του ως υπηρέτρια του Θεού την διατρέφει και την ζεσταίνει τόσον μόνον όσο χρειάζεται για την ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών αυτής. Όποιον αγαπά κανείς, εκείνον προ παντός φροντίζει να περιποιείται, αν λοιπόν κανείς αγαπά τον Θεό, φροντίζει οπωσδήποτε να πράττει και όσα ευχαριστούν τον Θεό αν, πάλι, αγαπά την σάρκα αυτήν, τότε εκτελεί εκείνα πού τήν ευχαριστούν. Στον Θεό αρέσει αγάπη και σωφροσύνη και θεωρία και προσευχή, ενώ στην σάρκα αρέσουν η λαιμαργία, η ακολασία και όσα αυξάνουν αυτά τα πάθη, γι’ αυτό οι φιλόσαρκοι δεν ημπορούν να αρέσουν στον Θεό. «Οι αληθινοί μαθητές του Χριστού έχουν σταυρώσει τον σαρκικό άνθρωπο, μαζί με τα πάθη και τις αμαρτωλές επιθυμίας» (Γαλ. ε’, 24). Ο νους αν μεν στραφεί προς τον Θεό, έχει δούλο το σώμα και δεν του παρέχει τίποτα περισσότερο από όσα είναι απαραίτητα για την ζωή. Αν, πάλιν, στραφεί προς την σάρκα, τότε υποδουλώνεται στα πάθη και επιθυμεί συνεχώς να φροντίζει γι’ αυτήν.
Μας διηγήθηκαν απ’ τους πατέρες του Σινά για τον αββά Σέργιο, τον αναχωρητή λέγοντας ότι: » Όταν έμενε στο Σινά., ο οικονόμος τον τοποθέτησε στα μουλάρια. Μιά μέρα καθώς επέστρεφε, ένα λιοντάρι ήταν ξαπλωμένο στο δρόμο. Μόλις το είδαν τα μουλάρια και οι οδηγοί τους ζάρωσαν από το φόβο τους, το έβαλαν στα πόδια. Τότε ο αββάς Σέργιος αφού πήρε από το σάκκο του ένα κομμάτι ψωμί, πλησίασε το λιοντάρι και του λέει: – Πάρε την ευλογία των πατέρων και φύγε από τον δρόμο για να περάσουμε.
Στο 'Αγιον 'Ορος θα ταξιδέψουν οι «Πρωταγωνιστές». Ο Σταύρος Θεοδωράκης και το συνεργείο της εκπομπής (ο δημοσιογράφος Στέφανος Γώγος και οι οπερατέρ Γιώργος Πετράκης και Θεόφιλος Δρόλαπας) έζησαν για τέσσερις μέρες σε μονές, κελιά και σκήτες του Αγίου 'Ορους. Δοκίμασαν την αγιορείτικη κουζίνα, περιηγήθηκαν στους κήπους και στα αμπέλια και κυρίως κατέγραψαν τις διηγήσεις των μοναχών. Η μοναδικότητα της Αγιορείτικης φύσης, τα μυστικά της Αγιορείτικης κουζίνας, αλλά και ιστορίες από τη ζωή των μοναχών θα «ξεδιπλωθούν» σε αυτή τη εκπομπή. 'Αλλωστε είναι μια από τις ελάχιστες φορές στην ιστορία του 'Ορους που οι τηλεοπτικές κάμερες περιηγούνται ελεύθερα από την μια άκρη του «μεγαλοπρεπούς βράχου του 'Αθωνα» στην άλλη, χωρίς, δηλαδή, να έχει προσδιοριστεί από πριν που θα πάνε και ποιος θα τους μιλήσει. Απρόσμενες συναντήσεις, λοιπόν, με μοναχούς που είναι ταυτόχρονα μελισσοκόμοι, ψαράδες, κηπουροί, οινοποιοί, μάγειρες, βοτανολόγοι. Και εκμυστηρεύσεις, για τον Θεό, τα πάθη, την κόλαση, τον παράδεισο, τον άνθρωπο.
Σημειώσεις-όροι χρήσης:
Επιτρέπεται η ενσωμάτωση των βίντεο σε blogs και ιστοσελίδες με αναφορά στην πηγή.
Απαγορεύεται το κατέβασμα και η χρήση αποσπασμάτων ή ολόκληρων βίντεο για οποιαδήποτε λόγο χωρίς γραπτή άδεια.
Επιτρέπουμε ελεύθερη δημοσίευση σε κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται στο βίντεο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και Τo Video production company δε φέρει ουδεμία νομική ή άλλη ευθύνη.
Κάποια στιγμή στον ουρανό ζήτησε ο Θεός από τους αγγέλους να του φέρουν τα πιο πολύτιμα πράγματα, που υπάρχουν στη γη.
Οι άγγελοι ξεκίνησαν και έψαξαν ολόκληρη τη γη. Πολλοί ομολογουμένως έφεραν πολλά ωραία και πολύτιμα πράγματα. Ξεχώρισαν όμως τρείς.
Ο ένας έφερε και απέθεσε στον θρόνο του Θεού ένα ωραιότατο μαργαριτάρι. Ήταν μια σταγόνα ιδρώτα. Είχε πέσει από το μέτωπο κάποιου που τίμια προσπαθούσε να ζήσει την οικογένειά του. -Ωραίο το εύρημα σου, είπε ο Θεός, αλλά υπάρχει και πιο ωραίο από αυτό.
Ήρθε τότε δεύτερος άγγελος. Αυτός απέθεσε με σεβασμό μπροστά στον Θεό ένα κατακόκκινο ρουμπίνι. Ήταν μια σταγόνα αίματος ενός ήρωα, που είχε πέσει στο πεδίο της τιμής. Οι άγγελοι έμειναν εκστατικοί. Ασφαλώς αυτός θα κέρδιζε το βραβείο.
-Υπάρχει κάτι πιο πολύτιμο ακόμη, είπε ο Θεός.
Τότε όλοι στράφηκαν προς το μέρος του τρίτου αγγέλου, που εκείνη την ώρα ερχόταν και με πολλή ευλάβεια άφησε να κυλίσει στον θρόνο του Θεού ένα αστραφτερό διαμάντι, που όμοιο μ 'αυτό ποτέ δεν είχαν δει. Ήταν ένα δάκρυ κάποιου αμαρτωλού, που γονατιστός ομολογούσε τις αμαρτίες του μπροστά στον πνευματικό.
-Αυτό είναι το πιο πολύτιμο πράγμα, είπε τότε ο Θεός και το βραβείο δόθηκε στον τελευταίο άγγελο. Αλήθεια, πόσο αξίζει η μετάνοια και η εξομολόγηση.
Αυτό το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος, που λέγει «Λέγω ύμίν ότι ούτω χαρά έσται έν τω ούρανω έπί ένί άμαρτωλώ μετανοούντι... ούτω, λέγω υμίν, χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού έπί ένί άμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκά ιε' 7, 10).
Πέτρος: Επειδή, άγιε δέσποτα, το ανθρώπινο γένος έχει υποδουλωθεί σε πολλά και αμέτρητα πάθη, υποθέτω ότι στο μεγαλύτερο μέρος της η επουράνια Ιερουσαλήμ θα γεμίσει από νήπια.
Γρηγόριος: Δεν αμφιβάλλουμε ότι όλα τα βαφτισμένα νήπια, τα οποία πεθαίνουν σε ηλικία που ακόμη δεν μιλούν, πηγαίνουν στη βασιλεία των ουρανών. Δεν πρέπει όμως να πιστέψουμε το ίδιο και για όσα αρχίζουν να μιλούν· γιατί σε πολλά τέτοια νήπια η θύρα της ουράνιας βασιλείας κλείνεται και εξαιτίας των γονιών τους, αν τα ανατρέφουν με κακό τρόπο.
Κάποιος από την πόλη μας, γνωστός σε όλους, πριν από τρία χρόνια είχε έναν γιο, πέντε χρόνων νομίζω. Του είχε μεγάλη αδυναμία και τον ανέτρεφε χωρίς αυστηρότητα· έτσι το παιδί αυτό πήρε τη συνήθεια, όποτε ήθελε κάτι, να βλαστημά -και μόνο που το αναφέρω είναι επικίνδυνο- τη μεγαλοσύνη του Θεού. Αυτό λοιπόν το παιδί χτυπήθηκε από το θανατικό που έγινε πριν από τρία χρόνια στην πόλη μας και κόντευε να πεθάνει. Καθώς το κρατούσε ο πατέρας του στην αγκαλιά, όπως αναφέρουν όσοι ήταν εκεί παρόντες, το παιδί είδε να έρχονται σε αυτό τα πονηρά πνεύματα και άρχισε να φωνάζει, τρέμοντας και κλείνοντας τα μάτια: «Προστάτεψέ με, πατέρα, προστάτεψέ με». Και με τις φωνές αυτές γύρισε το πρόσωπο στο στήθος του πατέρα, θέλοντας να κρυφτεί.
Βλέποντάς το ο πατέρας να τρέμει, το ρώτησε τι βλέπει, και το παιδί αποκρίθηκε: «Μαύροι άνθρωποι ήρθαν και θέλουν να με πάρουν». Και λέγοντας αυτά, αμέσως βλαστήμησε το όνομα του μεγάλου Θεού και στη συνέχεια ξεψύχησε. Θέλοντας δηλαδή ο παντοδύναμος Θεός να δείξει για ποιο αμάρτημα το παιδί παραδόθηκε σε τέτοιους δεσμοφύλακες, το οποίο, όσο ζούσε, ο πατέρας του δεν θέλησε να το εμποδίσει, παραχώρησε να το επαναλάβει όταν πέθαινε. Και το παιδί αυτό ο Θεός, που με την ευσπλαχνία του το ανεχόταν να ζει βλαστημώντας, παραχώρησε με δίκαιη κρίση να βλαστημήσει και όταν πέθαινε, για να καταλάβει τη δική του αμαρτία ο πατέρας, ο οποίος, αδιαφορώντας για την ψυχή του μικρού του γιου, ανέθρεψε για τη γέεννα της φωτιάς έναν αμαρτωλό όχι μικρό, αλλά μεγάλο.
Από το Γεροντικό Έλεγαν οι γέροντες: «Παιδαγωγήστε τα παιδιά, αδελφοί, για να μη σας παιδέψουν αυτά».