Sunday, November 6, 2016

Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε! ( Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς )


Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε! Ἀκόμη κι ἐγὼ τοὺς εὐλογῶ καὶ δὲν τοὺς καταριέμαι. Οἱ ἐχθροὶ μὲ ἔχουν ὁδηγήσει μέσα στὴν ἀγκάλη Σου περισσότερο ἀπὸ ὅτι οἱ φίλοι μου. Οἱ φίλοι μὲ ἔχουν προσδέσει στὴν γῆ, ἐνῷ οἱ ἐχθροὶ μὲ ἔχουν λύσει ἀπὸ τὴν γῆ καὶ ἔχουν συντρίψει ὅλες τὶς φιλοδοξίες μου στὸν κόσμο. Οἱ ἐχθροὶ μὲ ἀποξένωσαν ἀπὸ τὶς ἐγκόσμιες πραγματικότητες καὶ μὲ ἔκαναν ἕναν ξένο καὶ ἄσχετο κάτοικο τοῦ κόσμου. Ὅπως ἀκριβῶς ἕνα κυνηγημένο ζῷο βρίσκει ἀσφαλέστερο καταφύγιο ἀπὸ ἕνα μὴ κυνηγημένο, ἔτσι καὶ ἐγὼ καταδιωγμένος ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἔχω εὔρει τὸ ἀσφαλέστερο καταφύγιο προφυλασσόμενος ὑπὸ τὸ σκήνωμά Σου, ὁποῦ οὔτε φίλοι, οὔτε ἐχθροὶ μποροῦν ν᾿ ἀπωλέσουν τὴν ψυχή μου.

Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε! Ἀκόμη κι ἐγὼ τοὺς εὐλογῶ καὶ δὲν τοὺς καταριέμαι. Λυτοὶ μᾶλλον παρὰ ἐγώ, ἔχουν ὁμολογήσει τὶς ἁμαρτίες μου ἐνώπιον τοῦ κόσμου. Αὐτοὶ μὲ ἔχουν μαστιγώσει κάθε φορὰ ποὺ ἐγὼ εἶχα διστάσει νὰ μαστιγωθῶ. Μὲ ἔχουν βασανίσει κάθε φορὰ ποὺ ἐγὼ εἶχα προσπαθήσει ν᾿ ἀποφύγω τὰ βάσανα. Αὐτοὶ μὲ ἔχουν ἐπιπλήξει κάθε φορὰ ποὺ ἐγὼ εἶχα κολακεύσει τὸν ἑαυτό μου. Αὐτοὶ μὲ ἔχουν κτυπήσει κάθε φορὰ ποὺ ἐγὼ εἶχα παραφουσκώσει μὲ ἀλαζονεία.

Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε! Ἀκόμη κι ἐγὼ τοὺς εὐλογῶ καὶ δὲν τοὺς καταριέμαι. Κάθε φορὰ ποὺ εἶχα κάνει τὸν ἑαυτό μου σοφό, αὐτοὶ μὲ ἀποκάλεσαν ἀνόητο. Κάθε φορὰ ποὺ εἶχα κάνει τὸν ἑαυτό μου δυνατό, αὐτοὶ μὲ περιγέλασαν σὰν νὰ ἤμουν νᾶνος. Κάθε φορὰ ποὺ θέλησα νὰ καθοδηγήσω ἄλλους, αὐτοὶ μὲ ἔσπρωξαν στὸ περιθώριο. Κάθε φορὰ ποὺ εἶχα σκεφθεῖ ὅτι θὰ κοιμόμουν εἰρηνικά, αὐτοὶ μὲ ξύπνησαν ἀπὸ τὸν ὕπνο. Κάθε φορὰ ποὺ προσπάθησα νὰ κτίσω σπίτι γιὰ μία μακρὰ καὶ ἤρεμη ζωή, αὐτοὶ τὸ κατεδάφισαν καὶ μὲ ἔβγαλαν ἔξω. Στ᾿ ἀλήθεια οἱ ἐχθροί μου μὲ ἔχουν ἀποσυνδέσει ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἅπλωσαν τὰ χέρια μου στὸ κράσπεδο τοῦ ἱματίου Σου.

Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε! Πλήθυνέ τους καὶ κᾶνε τους ἀκόμη πιὸ σκληροὺς ἐναντίον μου. Ὥστε ἡ καταφυγή μου σὲ σένα νὰ μὴ ἔχει ἐπιστροφή, ὥστε καὶ κάθε ἐλπίδα μου στοὺς ἀνθρώπους νὰ διαλυθεῖ ὡς ἱστὸς ἀράχνης, ὥστε ἀπόλυτη εἰρήνη ν᾿ ἀρχίσει νὰ βασιλεύει στὴν ψυχή μου, ὥστε ἡ καρδιά μου νὰ γίνει ὁ τάφος τῶν δυὸ κακῶν διδύμων μου ἀδελφῶν τῆς ἀλαζονείας καὶ τοῦ θυμοῦ. Ὥστε νὰ μπορέσω νὰ ἀποθηκεύσω ὅλους τοὺς θησαυρούς μου ἐν οὐρανοῖς ὥστε νὰ μπορέσω γιὰ πάντα νὰ ἐλευθερωθῶ ἀπὸ τὴν αὐταπάτη, ἡ ὁποία μὲ περιέπλεξε στὸ θανατηφόρο δίχτυ τῆς ἀπατηλῆς ζωῆς.

Εὐλόγησε τοὺς ἐχθρούς μου, ὦ Κύριε! Ἀκόμη κι ἐγὼ τοὺς εὐλογῶ καὶ δὲν τοὺς καταριέμαι. Οἱ ἐχθροὶ μὲ δίδαξαν νὰ μάθω - αὐτὸ ποὺ δύσκολα μαθαίνει κανεὶς - ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἐχθροὺς στὸν κόσμο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Μισεῖ κάποιος τοὺς ἐχθρούς του μόνον ὅταν ἀποτυγχάνει ν᾿ ἀναγνωρίσει ὅτι δὲν εἶναι ἐχθροὶ ἀλλὰ σκληροὶ καὶ ἄσπλαχνοι φίλοι. Εἶναι πράγματι δύσκολο γιὰ μένα νὰ πῶ ποιὸς μοῦ ἔκανε περισσότερο καλὸ καὶ ποιὸς μοῦ ἔκανε περισσότερο κακὸ στὸν κόσμο- οἱ ἐχθροὶ ἢ οἱ φίλοι; Γι᾿ αὐτὸ εὐλόγησε, ὦ Κύριε, καὶ τοὺς φίλους μου καὶ τοὺς ἐχθρούς μου...


Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ἐπισκόπου Ἀχρίδος (1880 - 5/18 Μαρτίου 1956)

Wednesday, November 2, 2016

Ἡ νηστεία νὰ γίνεται χωρὶς ὑποκρισία. Κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα. ( Μέγας Βασίλειος )



Ἡ νηστεία νὰ γίνεται χωρὶς ὑποκρισία. Κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα.

«Ἄλειψε τὸ κεφάλι σου καὶ πλῦνε τὸ πρόσωπό σου» (Ματθ. 6, 17). Σὲ μυστήρια σὲ καλεῖ ὁ λόγος. Αὐτὸς ποὺ ἀλείφθηκε ἐμυρώθηκε· αὐτὸς ποὺ ἐνίφθηκε ἐκαθαρίσθηκε. Νὰ ἐννοεῖς τὴ νομοθεσία στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο. Νὰ καθαρίσεις τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα. Νὰ χρίσεις τὸ κεφάλι σου μὲ χρῖσμα ἅγιο, γιὰ νὰ γίνεις μέτοχος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔτσι νὰ προσέλθεις στὴ νηστεία. Νὰ μὴν ἀλλοιώσεις τὸ πρόσωπό σου ὅπως ἀκριβῶς oι ὑποκριτές. Τὸ πρόσωπο ἀμαυρώνεται, ὅταν ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση ἐπισκιάζεται μὲ τὸ ἐπίπλαστο ἐξωτερικὸ σχῆμα, καλυπτόμενη μὲ τὸ ψεῦδος σὰν μὲ παραπέτασμα. Ὑποκριτὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ ὑποδύεται ξένο πρόσωπο στὸ θέατρο· ἐνῷ εἶναι δοῦλος, πολλὲς φορὲς ὑποδύεται τὸ πρόσωπο τοῦ κυρίου, καὶ ἐνῷ εἶναι πολίτης, τὸ πρόσωπο τοῦ βασιλέως. Ἔτσι καὶ στὸν βίο αὐτό, σὰν στὴ σκηνὴ τῆς δικῆς τους ζωῆς, οἱ πολλοὶ παίζουν θέατρο, ἄλλα μὲν φέροντας στὴν καρδιά, ἄλλα δὲ δεικνύοντας φανερὰ στοὺς ἀνθρώπους. Νὰ μὴν ἀλλοιώνεις λοιπὸν τὸ πρόσωπό σου. Ὅποιος εἶσαι, τέτοιος νὰ φαίνεσαι· νὰ μὴν ὑποκρίνεσαι τὸν σκυθρωπό, ἐπιδιώκοντας τὴν δόξα ἀπὸ τοῦ νὰ φαίνεσαι ἐγκρατής. Διότι οὔτε εὐεργεσία ποὺ διατυμπανίζεται εἶναι ὄφελος, καὶ κανένα κέρδος δὲν προέρχεται ἀπὸ νηστεία ποὺ δημοσιεύεται. Διότι ἐκεῖνα ποὺ γίνονται ἐπιδεικτικὰ δὲν προεκτείνουν τὸν καρπὸ στὴ μέλλουσα ζωή, ἀλλὰ τὸν περιορίζουν στὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Τρέξε λοιπὸν μὲ χαρὰ στὴ δωρεὰ τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία εἶναι ἀρχαῖο δῶρο· δὲν παλαιώνει καὶ δὲν γηράσκει, ἀλλὰ πάντοτε ἀνανεούμενο, ἀνθίζει πάντοτε γιὰ νὰ φέρει ὥριμους καρπούς.

Μέγας Βασίλειος 

Friday, October 28, 2016

Τί εἶναι ἡ μετάνοια; ( Ἀρχιμανδρίτης Γερβάσιος Ραπτόπουλος, Ἱεροκῆρυξ)

Ὄχι, ὅ,τι εἶμαι ἀλλὰ ὅ,τι πρέπει νὰ εἶμαι. Ὅ,τι ὁ Θεὸς θέλει νὰ εἶμαι. Ἂν τὰ θελήματά μας δὲν ταυτίζονται ἀπόλυτα μὲ τὰ θελήματα τοῦ Θεοῦ, δὲν εἴμαστε μὲ τὸ Θεό. Ἂν δὲν ἔχουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δὲν εἴμαστε τοῦ Θεοῦ. Ἂν δὲν ἔχουμε τὴν προσφορὰ τοῦ Θεοῦ, δὲν εἴμαστε μὲ τὸ Θεό. Ἂν δὲν ἔχουμε τὴν πραότητά του, τὴ γλυκύτητά του, τὴ σιωπή του, τὴν ὑπομονή του, ἂν δὲν ἔχουμε αὐτὸ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἰησοῦ, τὸ ὁποῖο ὑπέστη ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ συνελήφθη στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ μέχρι ποὺ ἀνέβηκε πάνω στὸ Σταυρό, ἀγόγγυστα καὶ σιωπηλά, δὲν εἴμαστε τοῦ Θεοῦ. Ἂν δὲν εἴμαστε οἱ ἄλλοι «Χριστοί», δὲν εἴμαστε μὲ τὸ Χριστό. Σὲ τίποτε δὲν πρέπει νὰ διαφέρουμε. Καὶ μὴν πεῖτε πῶς δὲ βρέθηκε ἄνθρωπος ποὺ νὰ τὸ βίωσε αὐτό.

Ἀρχιμανδρίτης Γερβάσιος Ραπτόπουλος, Ἱεροκῆρυξ
 

Sunday, October 23, 2016

Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγηση

 


Μετάνοια-Ἐξομολόγηση

Τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας εἶναι ἀναμφισβήτητα τὸ βάπτισμά μας. Τὴν ἡμέρα ποὺ βαπτισθήκαμε ἀρνηθήκαμε τὸ διάβολο, τὰ ἔργα του, τὴ λατρεία του, τὸ σκοτάδι του καὶ ἑνωθήκαμε μὲ τὸν Χριστό· μπολιαστήκαμε στὸ Πανάγιο Σῶμα Του, τὴν ἐκκλησία. Μὲ ἄλλα λόγια γίναμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ- Πατέρα, μέλη τῆς δικῆς Του οἰκογένειας. Καὶ ξεκινήσαμε μία πνευματικὴ πορεία, ποὺ σκοπὸ ἔχει τὴν τελείωσή μας, τὴν θέωσή μας. Ἡ πνευματικὴ ὅμως αὐτὴ πορεία, πολλὲς φορὲς διακόπτεται ἀπὸ τὴν ἀμέλειά μας καὶ τὴν ἁμαρτία. Ξεχνᾶμε τὶς δωρεὲς καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, λησμονοῦμε τὶς ὑποσχέσεις ποὺ δώσαμε στὸ ἅγιο βάπτισμα καὶ ξαναγυρνᾶμε στὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως ὁ φιλάνθρωπος Θεός, γνωρίζοντας τὴν ἀδυναμία μας, μᾶς προσφέρει τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιστρέψουμε πάλι κοντά Του, νὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας, νὰ γιατρέψουμε τὶς πληγές μας. Καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως.

Ἡ ἁμαρτία καὶ οἱ καρποί της


Ἁμαρτία δὲν εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνον ἡ παράβαση κάποιων νόμων, ἢ ἡ παράλειψη κάποιου καθήκοντος. Στὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου ὁ Χριστὸς μᾶς δείχνει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι πολὺ βαθύτερο. Εἶναι μιὰ ἀνταρσία, μιὰ ἐπανάσταση, καὶ κατὰ συνέπεια, μιὰ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ-Πατέρα καὶ τὴν ἐκκλησία Του.

Οἱ καρποὶ αὐτῆς τῆς ἀπομάκρυνσης εἶναι ἐξαιρετικὰ πικροί. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ σημαίνει θάνατο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἁμαρτία, σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶναι κάθε ἐνέργεια αὐτοκαταστροφῆς. «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος».

Ἡ μετάνοια

Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα δεύτερο βάπτισμα, ἢ ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος. Δὲν εἶναι μιὰ τυπικὴ ἐξομολόγηση ποὺ κάνει κανεὶς πρὶν τὶς μεγάλες γιορτές, ἡ κάτω ἀπὸ σκληρὲς ψυχολογικὲς συνθῆκες. Ὅπως τὸ λέει ἡ λέξη, μετάνοια (μετανοῶ) σημαίνει τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγὴ ζωῆς, τὴν ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἀλλαγὴ τῆς νοοτροπίας. Ἐὰν δὲν θελήσουμε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἀλλάξουμε ζωή, τότε ἡ μετάνοιά μας δὲν εἶναι ἀληθινή.

Ἡ ἐξομολόγηση

Ἂν ἡ μετάνοια εἶναι τὸ πρῶτο μέρος τοῦ μυστηρίου, τὸ δεύτερο μέρος εἶναι ἡ ἐξομολόγηση, δηλαδή, ἡ ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἐξομολόγηση, μὲ ἁπλὰ λόγια, εἶναι τὸ ἄδειασμα τοῦ δηλητηρίου. Ὅταν πιεῖ κανεὶς δηλητήριο δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύση. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐξομολόγηση. Ἐκεῖ βγάζουμε τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Ξεγυμνώνουμε τὴν ψυχή μας, ἀποκαλύπτουμε τὶς πληγές μας, ὁμολογοῦμε τὴν ἀρρώστια μας, προσκομίζουμε τὸν προσωπικό μας πόνο.

Προετοιμασία


Σὲ πολλὰ θέματα τῆς πίστης μας, παρόλο ποὺ λεγόμαστε Χριστιανοί, ἔχουμε μεγάλη ἄγνοια. Εἰδικὰ ὅμως στὸ θέμα τῆς μετάνοιας καὶ ἐξομολόγησης, ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἐπιπολαιότητα, βρίσκονται στὸν μεγαλύτερο βαθμό. Οἱ περισσότεροι προσερχόμαστε στὸ ἐξομολογητήριο ἐντελῶς ἀνέτοιμοι. Ζητᾶμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς «ρωτήσει» αὐτός, σὰ νά ῾ναι ἡ ἐξομολόγηση ἀνακριτικὸ γραφεῖο. Ἢ προσερχόμαστε στὴν ἐξομολόγηση γιὰ νὰ ποῦμε πόσο «καλοὶ» ἄνθρωποι εἴμαστε καὶ πόσες καλοσύνες ἔχουμε κάνει. Ἡ στάση αὐτὴ δείχνει πὼς δὲν ἔχουμε ἐπιχειρηθεῖ μιὰ μικρή, ἔστω, προετοιμασία καὶ γνήσια αὐτοκριτική. Ἂν θέλουμε νά ῾μαστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό μας, δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔχουμε κάνει μὲ κάποιο τρόπο. Μιὰ προσεκτικὴ καὶ εἰλικρινὴς ἐξέταση τῆς καρδιᾶς μας, θὰ μᾶς δείξει πὼς μέσα μας φωλιάζουν πλήθη παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν.

Γιατὶ, βέβαια, ἡ πραγματικὴ ἁμαρτωλότητα δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐξωτερικὴ συμπεριφορά, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση καὶ ἐμπάθεια.

Αὐτοέλεγχος

Εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο πρὶν προσέλθουμε στὸν πνευματικό, νὰ καθίσουμε σ᾿ ἕνα ἥσυχο μέρος, νὰ προσευχηθοῦμε θερμὰ στὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσει ἀληθινὴ μετάνοια, νὰ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τῶν καρδιῶν μας καὶ νὰ κάνουμε μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν τίμια βυθοσκόπηση. Στὴν προσπάθειά μας αὐτὴ θὰ μᾶς βοηθήσουν πολὺ μερικὰ κείμενα τῆς ἐκκλησίας μας, ὅπως ἡ ἀνάγνωση τῶν Δέκα Ἐντολῶν, τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνας καθρέπτης, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο.

Τὴν ἐξαγόρευσή μας μποροῦμε νὰ τὴν ὑποδιαιρέσουμε σὲ τρεῖς βασικοὺς τομεῖς:

α) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεό


Ἔλλειψη ζωντανῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό.


Κλονισμὸς πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ καὶ στὴν πρόνοιά Του, στὶς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες.


Ζητήματα πίστεως, ἀδυναμίας, ἀμφιβολίας, ὀλιγοπιστίας.


Ἀδιαφορία γιὰ τὴν προσευχή, νηστεία, θεία λατρεία, ἐκκλησιασμό, συχνὴ θεία μετάληψη.


Ἀδιαφορία γιὰ τὴν μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ πνευματικῶν βιβλίων.


Γογγυσμὸς κατὰ τοῦ Θεοῦ, βλασφημία, ἢ λογισμοὶ βλασφημίας.


Ὅρκος, ἐπιορκία, ψευδορκία, ταξίματα.


Μαγεία, μαντεία, αἰσχρολογία κ.λπ., πίστη στὶς προλήψεις, στὴν τύχη, στὰ ὄνειρα.

β) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν πλησίον


Ἔλλειψη ἀγάπης γιὰ τὸν πλησίον, ἀδιαφορία γι᾿ αὐτόν, ὑποτίμηση, περιφρόνηση.


Μίσος, φθόνος, χαιρεκακία, ἔχθρα, μνησικακία, ἐκδικητικότητα, ἀνταπόδοση κακοῦ, σκληρότητα, ἀσυγχωρησία, πικρία, ζήλεια.


Ἐριστικότητα, φιλονικία, κατάρες, ὕβρεις, εἰρωνεία, ἐμπαιγμός, κοροϊδία, χειροδικία, φόνος.


Κατάκριση, καταλαλιά, ἱεροκατηγορία, συκοφαντία, ραδιουργία, καχυποψία.


Ψεῦδος, ἀνειλικρίνεια, ἀνεντιμότητα.


Κλοπή, κατάχρηση, καταστροφὴ ξένης περιουσίας, κακομεταχείριση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.


Ἀγνωμοσύνη, ἀχαριστία, ἀναίδεια, θρασύτητα, ἔλλειψη σεβασμοῦ σὲ γονεῖς, προϊσταμένους, ἱερεῖς κ.λπ.


Σκανδαλισμὸς ἄλλων μὲ τὴ ζωή μας, τὴ συμπεριφορά μας, τὴν προκλητικὴ ἐμφάνιση.


Παράλειψη καλοῦ καὶ ἐλεημοσύνης.

Στὴν οἰκογένεια:


Ἔλλειψη ἀγάπης, πνεύματος θυσίας, ὑποχωρητικότητας καὶ ἀλληλοκατανόησης.


Ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, καλοσύνης καὶ χρόνου γιὰ τὸν σύζυγο καὶ τὰ παιδιά.


Ἐριστικόχητα, πεῖσμα, ὑπονόμευση συζύγου.


Ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ χριστιανικὴ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν.


Παράλογες καὶ ἐγωιστικὲς ἀπαιτήσεις ἀπὸ σύζυγο καὶ παιδιά.


Ἄκαιρες, πιεστικὲς καὶ ἀδικαιολόγητες ἐπεμβάσεις στὴ ζωὴ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν παιδιῶν, ἢ στὶς οἰκογένειές τους.


Ὑπονόμευση τῶν προσπαθειῶν τους καὶ τοῦ δεσμοῦ τους.


Μοιχεία.

Στὸ ἐπάγγελμα:


Ἀπάτη, νοθεία στὴν ἐργασία ἢ στὸ ἐμπόρευμα.


Αἰσχροκέρδεια, κατάχρηση, παρανομία, τοκογλυφία, ἀπόκρυψη ἐμπορευμάτων, κλοπή.


Ἀνεντιμότητα στὶς συναλλαγές, δολιότητα ἐπαγγέλματος.


Κακομεταχείριση, ἐκμετάλλευση, ἀδικία σὲ βάρος τῶν ὑπαλλήλων, ἐργατῶν, ὑφισταμένων.


Προσωποληψία.

γ) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν ἑαυτό μας.


Ἀδιαφορία γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ κατάρτισή μας.


Ἀνευθυνότητα, ραθυμία, ἀκηδία, ἀμέλεια.


Διασκεδάσεις, χαρτοπαιξία, γαστριμαργία, λαιμαργία, μέθη, ναρκωτικά.


Φιλαργυρία, ἀπληστία, πλεονεξία, πλοῦτος, καταναλωτικὴ μανία, πολυτέλεια, ἐπιδίωξη βολέματος, ἀτομισμός.


Ὑποκρισία.


Αἰσχρολογία, ἀργολογία, φλυαρία.


Θυμός, ὀργή.


Ὑπερηφάνεια, οἴηση, ἐγωισμός, ὑπεροψία, ματαιοδοξία, κενοδοξία, φιλαρχία, φιλοπρωτεία, μεγαλομανία, μεγαλοστομία, φιλαρέσκεια, ἐπιδίωξη ἐπαίνων, πεῖσμα, ἰσχυρογνωμοσύνη, δαιμονικὴ αὐτοπεποίθηση, ἰδιοτροπία.


Ἁμαρτίες καὶ πειρασμοὶ τῆς σάρκας.


Ἔλλειψη σεβασμοῦ στὸ σῶμα, ποὺ εἶναι ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Ἀνάγνωση ἀνήθικων περιοδικῶν, βιβλίων κ.λπ. ἡ θέαση ἀνήθικων κινηματογραφικῶν, θεατρικῶν, τηλεοπτικῶν ἔργων.


Ἀνήθικες σκέψεις, λογισμοί, φαντασίες.


Πορνεία, μοιχεία, αὐνανισμὸς κ.λπ. σαρκικὰ ἁμαρτήματα.


Ἔκτρωση.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ εἰλικρίνεια, ἂς γράψουμε σ᾿ ἕνα χαρτί, ὅ,τι συλλέξαμε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔρευνα καὶ ὕστερα ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό.

Ἐμπόδια-δικαιολογίες-ἐνστάσεις

Ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς δὲν εἶναι χωρὶς ἐμπόδια. Ἐνῶ κατὰ βάθος μπορεῖ νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἐπιστροφή μας, δὲν κάνουμε τὸ σωτήριο βῆμα. Ἀναβάλλουμε τὴν ἐξομολόγηση, προσπαθώντας μὲ διάφορες δικαιολογίες νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Εἶναι συνηθισμένες οἱ δικαιολογίες: «Γιατί νὰ ἐξομολογηθῶ; Δὲν σκότωσα, δὲν ἔκλεψα...» ἢ «ἐγὼ τὰ λέω στὴν εἰκόνα...» κ.λπ. Ἄλλοι, πάλι, διστάζουμε ἀπὸ ντροπή, ἢ ἀπόγνωση. Ἄλλοι ζητοῦμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς διαβάσει εὐχέλαιο ἢ μόνον τὴν συγχωρητικὴ εὐχή. Ὅμως μάταια προσπαθοῦμε νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Δικαιολογίες μποροῦμε νὰ βροῦμε ἄπειρες. Ἡ καρδιά μας ὅμως μόνον μὲ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια μπορεῖ νὰ ἀναπαυτεῖ.

Μπροστὰ στὸν πνευματικὸ

Ὅταν εἴμαστε ἕτοιμοι γιὰ τὸ μεγάλο βῆμα, ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό, ποὺ θὰ τὸν νιώσουμε σὰν πατέρα καὶ ἂς τοῦ ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας. Γιὰ νά ῾ναι εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ἐξομολόγησή μας, πρέπει νὰ γίνει μὲ ταπείνωση, μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ εἰλικρίνεια, μὲ ἀκρίβεια, χωρὶς ὑπερβολές. Ἂς ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι κατὰ τὴν ἱερὴ ὥρα τῆς ἐξομολόγησης:

α. Δὲν μεταφέρουμε εὐθύνες σὲ ἄλλους, δὲν ἀναφέρουμε ἄλλους, οὔτε ἐξομολογούμαστε τὰ ἁμαρτήματα ἄλλων. Ἀναλαμβάνουμε ὅλη τὴν εὐθύνη καὶ ἀποφεύγουμε τὶς δικαιολογίες καὶ τὰ μισόλογα.

β. Δὲν ἀρχίζουμε ἱστορίες ὁλόκληρες καὶ ἐκτεταμένες περιγραφές. Εἴμαστε σύντομοι καὶ συγκεκριμένοι.

γ. Δὲν ἐξομολογούμαστε γενικὰ καὶ ἀόριστα (π.χ. «Εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλός», ἢ «ὅλες τὶς ἁμαρτίες τὶς ἔχω κάνει»). Ἀναφέρουμε συγκεκριμένα σὲ τί βρεθήκαμε ἀνάξιοί της ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

δ. Δὲν ἀναφέρουμε τὰ καλά μας ἔργα καὶ τὶς (ἀνύπαρκτες) «ἀρετές» μας.

ε. Δὲν ἀναφέρουμε ἁμαρτίες ποὺ ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ (ἐκτὸς ἂν τὶς ἐπαναλάβαμε).

γ. Δὲν ἀποκρύπτουμε τίποτα, γιατὶ ἔτσι ἐμπαίζουμε τὸ μυστήριο.

Μετὰ τὴν ἐξομολόγηση

Ὁ πνευματικός μας πατέρας, ἀφοῦ μᾶς ἀκούσει, θὰ μᾶς συμβουλεύσει καὶ θὰ μᾶς κατατοπίσει πῶς θὰ ἀγωνιστοῦμε καὶ πῶς θὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας. Πιθανὸν νὰ μᾶς δώσει κάποιο ἐπιτίμιο. Αὐτὸ δὲν ἔχει χαρακτήρα τιμωρίας ἢ ἐξιλέωσης. Τὸ ἐπιτίμιο εἶναι πνευματικὸ φάρμακο καὶ πνευματικὸ ἀγώνισμα ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσει ἀποτελεσματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τὸ δεχόμαστε μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ νὰ τὸ τηροῦμε μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀκρίβεια.

Στὸ τέλος ὁ πνευματικός μας θὰ μᾶς διαβάσει τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ ἔτσι θὰ ἀποκατασταθοῦμε πάλι στὸ πατρικὸ σπίτι, στὴν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ-Πατέρα. Καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας ἑτοιμάζει καὶ μᾶς παραθέτει οὐράνια τράπεζα. Μᾶς κάνει κοινωνοὺς τοῦ σώματος καὶ αἵματός Του. Μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς μας.

Μετάνοια: ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος

Πολλοὶ ρωτοῦν: «Κάθε πότε πρέπει νὰ ἐξομολογούμαστε»; Θὰ ἀπαντήσουμε πολὺ ἁπλά: Ὅποτε ἔχουμε κάτι. Οὔτε ἀραιὰ καὶ σπάνια, ἀλλὰ οὔτε καὶ μὲ τὸ παραμικρό. Ἂν π.χ. πέσουμε καὶ χτυπήσουμε καὶ τὸ τραῦμα εἶναι μικρό, δὲν χρειάζεται νὰ ἐνοχλήσουμε τὸν γιατρό. Ἂν τὸ τραῦμα εἶναι μεγάλο, τότε ἀσφαλῶς θὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε.

Ἀφοῦ, λοιπόν, τὰ καθημερινὰ ἁμαρτήματα δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ τὰ ἀποφύγουμε, θὰ προσπαθήσουμε νὰ ζοῦμε σὲ συνεχῆ μετάνοια καὶ τακτικὴ ἐξομολόγηση. Χρονικὲς συνταγὲς δὲν ὑπάρχουν. Ὁ καθένας ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητά του, τὶς δικές του ἀνάγκες καὶ μποροῦμε μὲ τὸν πνευματικό μας πατέρα νὰ βροῦμε τὴν χρυσὴ τομή.

Τέλος ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος, μιὰ διαρκὴς κατάσταση, ποὺ δὲν σταματάει ποτέ. Δὲν ὑπάρχει τέλος στὴ μετάνοια, γιατί τοῦτο θὰ σήμαινε τέλεια ὁμοίωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ἔζησαν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας. Ἔτσι ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὴν ζήσουμε καὶ ἐμεῖς. Αὐτὴ ἂς εἶναι καὶ ἡ προσευχή μας: «Κύριε, δώρησαί μοι μετάνοιαν ὁλόκληρον καὶ καρδίαν ἐπίπονον εἰς ἀναζήτησίν σου».
 
Ἱερὰ Μονὴ Σαγματᾶ
2008 

Wednesday, October 19, 2016

Ο φιλάνθρωπος Θεός όμως, που εργάζεται για την σωτηρία του κάθε ανθρώπου, έβαλε στο νού της τη μνήμη των οδυνηρών κολάσεων και την αρχική δόξα και τιμή, από την οποία είχε ξεπέσει. ( Γεροντικό )

Κάποια μοναχή πολεμήθηκε με λογισμούς πορνείας. Κι επειδή δεν μπορούσε να υπομείνει τον πόλεμο, έφυγε από το μοναστήρι της και γύρισε στον κόσμο.

Δεν άργησε να καταλήξει σε πορνείο. Έμεινε εκεί αρκετά χρόνια και πλούτισε πολύ , γιατί ήταν πολύ όμορφη.

Ο φιλάνθρωπος Θεός όμως, που εργάζεται για την σωτηρία του κάθε ανθρώπου, έβαλε στο νού της τη μνήμη των οδυνηρών κολάσεων και την αρχική δόξα και τιμή, από την οποία είχε ξεπέσει.

Και εκείνη αφού τα’αναλογίστηκε όλα αυτά, εγκατέλειψε πλούτη και περιουσία, κι έτρεξε στο μοναστήρι της , σαν προβατίνα που γλύτωσε από το στόμα των λύκων.

Μόλις όμως έφτασε στην πύλη της μονής, έπεσε κάτω και ξεψύχησε .

Εκεί κοντά ζούσε κάποιος έγκλειστος μοναχός, που είδε σε όραμα την νύχτα εκείνη αγγέλους και δαίμονες έξω από το μοναστήρι.

Φιλονεικούσαν όλοι μπροστά στη νεκρή για την ψυχή της.

-Εφόσον μετανόησε, είναι δική μας, έλεγαν οι άγγελοι.

-Μέχρι τώρα δούλευε σε μας , διαμαρτύρονταν οι δαίμονες. Άλλωστε δεν πρόφτασε να μπει στο μοναστήρι να μετανοήσει.

Ενώ έτσι φιλονεικούσαν, ήρθε άλλος άγγελος από τον ουρανό.

-Γιατί φιλονεικείτε; Τους ρώτησε και ύστερα τους είπε ότι ο αγαθός Θεός, αφότου η μοναχή σκέφτηκε να μετανοήσει, από την ίδια εκείνη στιγμή δέχθηκε την μετάνοια της.

Αμέσως συνήλθε ο μοναχός από το όραμα και έτρεξε να αναγγείλει στην ηγουμένη τα συμβάντα. Αφού περιποιήθηκαν το λείψανο, το έθαψαν στο κοιμητήριο και ευχαρίστησαν τον ελεήμονα Θεό, που και μόνο ένα καλό λογισμό τον δέχεται σαν μετάνοια.

Από το Γεροντικό

Saturday, October 15, 2016

Πώς πρέπει να κάθεται ο ησυχαστής στην προσευχή και να μη σηκώνεται γρήγορα ( Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης )



Άλλοτε σε σκαμνί, το πιο πολύ, επειδή είναι κουραστικό· άλλοτε πάλι, πιο σπάνια, σε στρωσίδι προσωρινά, για κάποια άνεση. Πρέπει το κάθισμά σου αυτό να γίνεται με υπομονή, όπως λέει ο Απόστολος: «Να επιμένετε καρτερικά στην προσευχή»(Κολ. 4, 2), και να μην αδημονείς και σηκώνεσαι γρήγορα από τον οδυνηρό κόπο και τη νοερή φωνή και το αδιάκοπο σφίξιμο του νου. Γιατί λέει ο Προφήτης: «Με έπιασαν πόνοι σαν τη γυναίκα που γεννάει»(Ησ. 21, 3).

Αλλά σκύβοντας κατω και μαζεύοντας το νου μεσα στην καρδιά, αν βέβαια αυτή έχει ανοιχθεί, να επικαλείσαι τον Κύριο Ιησού να έρθει να σε βοηθήσει. Αν και θα κουραστούν οι ώμοι σου και συχνά θα πονά το κεφάλι σου, εσύ να έχεις καρτερία σ' αυτά με φιλοπονία και έρωτα, ζητώντας μέσα στην καρδιά σου τον Κύριο. «Η βασιλεία του Θεού ανήκει σ' όσους βιάζουν τον εαυτό τους, και αυτοί την αρπάζουν»(Ματθ. 11, 12).

Με αυτά τα λόγια ο Κύριος υπέδειξε αληθινά να επιμένομε σ' αυτά και σ' αυτούς τους κόπους. Γιατί η υπομονή και η καρτερία σε όλα είναι που γεννούν τους κόπους και του σώματος και της ψυχής.

Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης

Sunday, October 9, 2016

Oἱ ψεύτικοι χριστιανοί ( Φώτη Κόντογλου )


Αὐτοὶ οἱ ψεύτικοι χριστιανοί, σὰν τοὺς μιλᾶ κανένας γιὰ σκληρὴ καὶ στερημένη ζωή, γιὰ θυσία, γιὰ ἄσκηση, λένε πὼς αὐτὰ δὲν τὰ θέλει ὁ Χριστός, καὶ πὼς αὐτὰ εἶναι παρακαμώματα. Μά, ὢ ἀνόητε ἄνθρωπε, στὸν Χριστιανισμό, τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ παραγίνει. Γιὰ ὅλα τα ἀνθρώπινα πράγματα μπορεῖς νὰ πεῖς, πὼς κάτι τί εἶναι παρακανωμένο, μονάχα γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ δὲν ὑπάρχει παρακάνωμα. Τί παρακάνωμα μπορεῖ νὰ σηκώσει ἀκόμα τὸ νὰ ἀγαπᾶς αὐτὸν ποὺ σκότωσε τὸν πατέρα σου, τί παρακάνω­μα μπορεῖς νὰ κάνεις στὸ νὰ σὲ χτυπήσουνε καὶ στὸ ἄλλο μάγουλο, τί παρακάνωμα νὰ γίνει ἀκόμα στὸ νὰ πεινᾶς καὶ νὰ διψᾶς τὴν καταφρόνεση, στὸ νὰ κάνεις ὅσα ζητᾶ ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐσένα, δηλ. στὸ ν’ ἀγαπᾶς τοὺς ἐχθρούς σου, νὰ γλυκομιλᾶς αὐτὸν πού σὲ βρίζει, νὰ μὴν κρίνεις αὐτὸν πού σὲ δικάζει, νὰ ταπεινώνεσαι μπροστὰ στὸν πιὸ τιποτένιον ἄνθρωπο, κι’ ὅταν τὰ κάνεις ὅλα αὐτά, νὰ λὲς πώς εἶσαι «ἀχρεῖος δοῦλος»; Τί παρακάνωμα μπορεῖ νὰ γίνει ἀκόμα στὸ νὰ πιστέψεις, πὼς θὰ ἀναστηθοῦνε τὰ σώματά μας ἀθάνατα ὡς νὰ ἀνοιγοκλείσει τὸ μάτι καὶ, πὼς ὁ κόσμος ὅλος θ’ ἀλλάξει μονομιᾶς, καὶ πώς θὰ γίνει ἄλλος καινούριος κόσμος ἄφθαρτος; Λοιπὸν, ὑπάρχει τίποτα στὸν Χριστιανισμὸ, πού νὰ μπορεῖ νὰ παρακαμωθεῖ; Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ ὑπερβολὴ ὅλων τῶν ὑπερβολῶν, τὸ πιὸ ἀπίστευτο ἀπὸ ὅλα τα ἀπίστευτα. Γιὰ τοῦτο… ἡ πόρτα ποὺ μπαίνει κανένας στὴν ἐξωτικὴ χώρα τοῦ Χριστοῦ εἶναι μιὰ μοναχά, ἡ πίστη. Καὶ γιὰ τὴν πίστη δὲν ὑπάρχει κανένα παρακάνωμα. Ἐνῶ γιὰ τὴν ἀπιστία ὑπάρχει ἡ πονηρὴ φρονιμάδα, τὸ μέτριο καὶ ὁ συμβιβασμός. Γι’ αὐτὸ οἱ τέτοιοι ψευτοχριστιανοὶ δὲν ἀντέχουνε στὴ φωτιὰ τῆς πίστεως καὶ γυρίσανε τὸν Χριστιανισμὸ σὲ κάποιο σύστημα ἠθικό, ὠφέλιμο γιὰ τὴν ἐγκόσμια ζωή, ποὺ γι’ αὐτὸ δὲν τοὺς χρειάζεται ὁλότελα ὁ Χριστός. Γιατί ὁ ἄπιστος φοβᾶται, ἐνῶ ὅποιος πιστεύει «ὡς λέων πέποιθε», κατὰ τὸν προφήτη.

Από το βιβλίο: «Μυστικά Ανθη» του Φώτη Κόντογλου.