Friday, December 14, 2018
Monday, December 10, 2018
«Όσο αξίζει μια ψυχή, δεν αξίζει ο κόσμος όλος»!
Η ψυχή που συγκινείται από τις ομορφιές του υλικού κόσμου φανερώνει ότι ζη μέσα της ο μάταιος κόσμος γι' αυτό έλκεται από την πλάση κι όχι από τον Πλάστη, από τoν πηλό κι όχι από τον Θεό. Δεν έχει σημασία αν ο πηλός αυτός είναι καθαρός και δεν έχη λάσπη αμαρτίας. Η καρδιά, όταν έλκεται από... κοσμικές ομορφιές, οι οποίες δεν είναι αμαρτωλές, αλλά δεν παύουν να είναι μάταιες, νιώθει κοσμική χαρά της ώρας, η οποία δεν έχει θεϊκή παρηγοριά, φτερούγισμα εσωτερικό με αγαλλίαση πνευματική. Όταν όμως ο άνθρωπος αγαπά την πνευματική ωραιότητα, τότε γεμίζει και ομορφαίνει η ψυχή του.
Αν γνώριζε ο άνθρωπος, την εσωτερική ασχήμια του, δεν θα επιδίωκε εξωτερικές ομορφιές. Μέσα η ψυχή του έχει τόσους λεκέδες, τόσες μουντζούρες, και θα κοιτάξουμε λ.χ. τα ρούχα μας;
Πλένουμε τα ρούχα μας, τα σιδερώνουμε κιόλας και είμαστε καθαροί, και μέσα είμαστε... μην τα ρωτάς! Γι’ αυτό, αν λάβη υπ’ όψιν του κανείς τι πνευματική ακαθαρσία έχει μέσα του, δεν θα καθίση τόσο σχολαστικά να βγάλη και τον παραμικρό λεκέ από τα ρούχα του, γιατί αυτά είναι χίλιες φορές καθαρώτερα από την ψυχή του. Αλλά αν δεν έχη υπ’ όψιν του ο άνθρωπος την πνευματική σαβούρα που έχει μέσα του, ε, τότε κοιτάζει να βγάλη σχολαστικά και τον παραμικρό λεκέ! Αυτό που χρειάζεται, είναι να στρέψη όλη την φροντίδα του στην πνευματική καθαρότητα, στην εσωτερική ομορφιά κι όχι στην εξωτερική. Τα πρωτεία να δοθούν στην ομορφιά της ψυχής, στην πνευματική ομορφιά και όχι στις μάταιες ομορφιές, γιατί και ο Κύριος μας είπε: «Όσο αξίζει μια ψυχή, δεν αξίζει ο κόσμος όλος».
http://tokandylaki.blogspot.com
Αν γνώριζε ο άνθρωπος, την εσωτερική ασχήμια του, δεν θα επιδίωκε εξωτερικές ομορφιές. Μέσα η ψυχή του έχει τόσους λεκέδες, τόσες μουντζούρες, και θα κοιτάξουμε λ.χ. τα ρούχα μας;
Πλένουμε τα ρούχα μας, τα σιδερώνουμε κιόλας και είμαστε καθαροί, και μέσα είμαστε... μην τα ρωτάς! Γι’ αυτό, αν λάβη υπ’ όψιν του κανείς τι πνευματική ακαθαρσία έχει μέσα του, δεν θα καθίση τόσο σχολαστικά να βγάλη και τον παραμικρό λεκέ από τα ρούχα του, γιατί αυτά είναι χίλιες φορές καθαρώτερα από την ψυχή του. Αλλά αν δεν έχη υπ’ όψιν του ο άνθρωπος την πνευματική σαβούρα που έχει μέσα του, ε, τότε κοιτάζει να βγάλη σχολαστικά και τον παραμικρό λεκέ! Αυτό που χρειάζεται, είναι να στρέψη όλη την φροντίδα του στην πνευματική καθαρότητα, στην εσωτερική ομορφιά κι όχι στην εξωτερική. Τα πρωτεία να δοθούν στην ομορφιά της ψυχής, στην πνευματική ομορφιά και όχι στις μάταιες ομορφιές, γιατί και ο Κύριος μας είπε: «Όσο αξίζει μια ψυχή, δεν αξίζει ο κόσμος όλος».
http://tokandylaki.blogspot.com
Tuesday, December 4, 2018
Κάθε άνθρωπος έχει κάποιο χάρισμα... ( Γέρων Ἱερώνυμος τῆς Αἰγίνης )
Κάθε άνθρωπος έχει κάποιο χάρισμα. Βρες το χάρισμά του και επαίνεσέ τον. Χρειάζεται και ο έπαινος (προς τόνωσιν) και η καλωσύνη και η αγάπη.
Τότε ο άλλος και πολύ καλός να μη είναι, δια την τιμήν, τον έπαινον, την αγάπην που του εκδηλώνουν ελέγχεται και γίνεται καλύτερος.
Γέρων Ἱερώνυμος τῆς Αἰγίνης
Γέρων Ἱερώνυμος τῆς Αἰγίνης
Friday, November 30, 2018
Ο Θεός μάς γεμίζει με την Αγάπη και την Χαρά Του ( Γερόντισσα Γαβριηλία )
Στη ζωή μας, στην αρχή έχουμε ανάγκη από την παρουσία κάποιου άλλου προσώπου αγαπητού ή φιλικού. Όσο προχωρούμε, ο Ένας, ο Θεός, μάς γεμίζει με την Αγάπη και την Χαρά Του τόσο ώστε Κανένας να μην χρειάζεται πιά.
Όλα αυτά τα κάνει στην αρχή η ψυχή γιατί ακόμα δεν ξέρει Ποιον αγαπά και θαρρεί πως είναι εκείνος ο άνθρωπος....
Γερόντισσα Γαβριηλία
Γερόντισσα Γαβριηλία
Thursday, November 22, 2018
Ο ἔρωτας κυριεύει τίς ψυχές πού εἶναι ἄδειες ἀπό τόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ ( Αγίου Νεκταρίου Αιγίνης )
Ο έρωτας είναι πάθος μιας ψυχής που είναι απερίσκεπτη, και γεννιέται από τα μάτια που βλέπουν, με περιέργεια και επιμονή. Ο έρωτας φανερώνεται σαν μια υπερβολική και αλόγιστη επιθυμία, που γεννιέται γρήγορα μέσα στην ψυχή, σβήνει όμως πολύ αργά και με μεγάλη δυσκολία.
Ο έρωτας, μια κι' ανάψει σαν φλόγα μέσα στην καρδιά, την πυρώνει και την κατακαίει και δεν σβήνει εύκολα. Γιατί ζωντανεύει κι αναρριπίζεται απο την φαντασία, που φέρνει πάντα ολοζώντανο μπροστά του το είδωλο του αγαπημένου του προσώπου.
Γι αυτό άμα κυριέψει την ψυχή, την κάνει να απαρνηθεί και την τροφή ακόμη.
Ο έρωτας άμα βρει μια ψυχή αφρούρητη και τρυπώσει μέσα της την αιχμαλωτίζει και την καταδουλώνει. Και την κάνει να καταφρονά τα πάντα και μόνο γι αυτό να γνοιάζεται. Και πολλές αλόγιαστες ψυχές πέφτουν σε αληθινή τρέλα και μανία, επειδή η αχαλίνωτη φαντασία τους όλο και τροφοδοτεί την φλόγα του, και κάνει τον νου τους να παραλογιάζει. Σαν τύχει όμως να συναπαντήσει μια ψυχή λογική και καλοσυγκρατημένη, σβήνει η φλόγα του, προτού να κάνει ζημιά στο μυαλό. Γιατί μια τέτοια ψυχή αυτοκυριαρχείται. και δεν παραδίνεται στη φαντασία για να την σέρνει όπου θέλει.
Ο έρωτας κυριεύει τις ψυχές που είναι άδειες από τον έρωτα του Θεού, και είναι γεμάτες από ανία μέσα στη μοναξιά τους, γιατί η καρδιά του ανθρώπου είναι πλασμένη για να αγαπά, και δεν μπορεί να μένει αδιάφορη στην αγάπη, αν δεν προλάβει να την κυριεύσει ο θείος έρωτας. Γι αυτό ο έρωτας είναι ανήμπορος, μπροστά στις καρδιές που είναι συνερπαμένες από τον θείον έρωτα. Γιατί είναι ολόγιομες απ' αυτόν, και δε μπορεί να βρει μέσα τους καμιά θέση.
Ο Πλούταρχος λέει για τον έρωτα, πως είναι θηρίο που έχει σουβλερά νύχια και δόντια, που μ' αυτά κατασπαράζει την καρδιά, γιατί της ξυπνά τη ζηλοτυπία και τις υποψίες. Και να τι παθαίνουν όσοι είναι ερωτευμένοι, αγαπούνε και μισούνε μαζί. Και το ίδιο πρόσωπο που όταν είναι μακρυά το λαχταρούνε, όταν είναι κοντά τρεμοκαρδίζουν γι αυτό. Και μια το κολακεύουν, μια το βρίζουν. Από το ένα μέρος πεθαίνουν κυριολεκτικά γι αυτό, κι απο το άλλο το σκοτώνουν. Παρακαλούνε να σβήσει η φλόγα της αγάπης τους, κι αντίθετα τρέμουν μήπως παύσουνε να αγαπούνε. Θέλουν να εξουσιάζουν τον αγαπημένο τους, μα και να είναι σκλάβοι του. Γι αυτά όλα, το πάθος του έρωτα λογιάζεται σαν τρέλλα και σαν μανία.''
Από το βιβλίο "Τὸ γνῶθι σαὐτόν
Ο έρωτας, μια κι' ανάψει σαν φλόγα μέσα στην καρδιά, την πυρώνει και την κατακαίει και δεν σβήνει εύκολα. Γιατί ζωντανεύει κι αναρριπίζεται απο την φαντασία, που φέρνει πάντα ολοζώντανο μπροστά του το είδωλο του αγαπημένου του προσώπου.
Γι αυτό άμα κυριέψει την ψυχή, την κάνει να απαρνηθεί και την τροφή ακόμη.
Ο έρωτας άμα βρει μια ψυχή αφρούρητη και τρυπώσει μέσα της την αιχμαλωτίζει και την καταδουλώνει. Και την κάνει να καταφρονά τα πάντα και μόνο γι αυτό να γνοιάζεται. Και πολλές αλόγιαστες ψυχές πέφτουν σε αληθινή τρέλα και μανία, επειδή η αχαλίνωτη φαντασία τους όλο και τροφοδοτεί την φλόγα του, και κάνει τον νου τους να παραλογιάζει. Σαν τύχει όμως να συναπαντήσει μια ψυχή λογική και καλοσυγκρατημένη, σβήνει η φλόγα του, προτού να κάνει ζημιά στο μυαλό. Γιατί μια τέτοια ψυχή αυτοκυριαρχείται. και δεν παραδίνεται στη φαντασία για να την σέρνει όπου θέλει.
Ο έρωτας κυριεύει τις ψυχές που είναι άδειες από τον έρωτα του Θεού, και είναι γεμάτες από ανία μέσα στη μοναξιά τους, γιατί η καρδιά του ανθρώπου είναι πλασμένη για να αγαπά, και δεν μπορεί να μένει αδιάφορη στην αγάπη, αν δεν προλάβει να την κυριεύσει ο θείος έρωτας. Γι αυτό ο έρωτας είναι ανήμπορος, μπροστά στις καρδιές που είναι συνερπαμένες από τον θείον έρωτα. Γιατί είναι ολόγιομες απ' αυτόν, και δε μπορεί να βρει μέσα τους καμιά θέση.
Ο Πλούταρχος λέει για τον έρωτα, πως είναι θηρίο που έχει σουβλερά νύχια και δόντια, που μ' αυτά κατασπαράζει την καρδιά, γιατί της ξυπνά τη ζηλοτυπία και τις υποψίες. Και να τι παθαίνουν όσοι είναι ερωτευμένοι, αγαπούνε και μισούνε μαζί. Και το ίδιο πρόσωπο που όταν είναι μακρυά το λαχταρούνε, όταν είναι κοντά τρεμοκαρδίζουν γι αυτό. Και μια το κολακεύουν, μια το βρίζουν. Από το ένα μέρος πεθαίνουν κυριολεκτικά γι αυτό, κι απο το άλλο το σκοτώνουν. Παρακαλούνε να σβήσει η φλόγα της αγάπης τους, κι αντίθετα τρέμουν μήπως παύσουνε να αγαπούνε. Θέλουν να εξουσιάζουν τον αγαπημένο τους, μα και να είναι σκλάβοι του. Γι αυτά όλα, το πάθος του έρωτα λογιάζεται σαν τρέλλα και σαν μανία.''
Από το βιβλίο "Τὸ γνῶθι σαὐτόν
https://proskynitis.blogspot.com
Friday, November 16, 2018
Όταν σου πῇ ὁ γιατρός νήστεψε, τότε μετράς και τὶς μπουκιὲς σου, ὅταν στό πεί όμως ἡ Ἐκκλησία γελᾷς και ξεκαρδίζεσαι στα γέλια...
Ιερουσαλήμ !
Κατεβαίνοντας στην Αγία Γεσθημανή όπου βρίσκεται ο Ιερότατος Τάφος της Παναγίας μας, το τρίτο κατά σειρά σπουδαιότητας Ορθόδοξο προσκύνημα.
Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου εορτάζεται σάν ἕνα μικρὸ Πάσχα, τὸ λεγόμενο Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ.
Κι ὅπως πρὸ τοῦ Πάσχα ἡ Αγία μας Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει νηστεία, ἔτσι καὶ τὴν περίοδο αὐτή, πρὸ τῆς Κοιμήσεως, ἔχει ὁρίσει νηστεία.
Οἱ Χριστιανοί, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς, πρέπει νὰ νηστέψουν ὅλοι, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά. Νηστεία λοιπὸν αὐτὲς τὶς δεκαπέντε μέρες, καὶ μάλιστα αὐστηρά. Μόνο Σάββατο καὶ Κυριακὴ ἐπιτρέπεται τὸ λάδι καὶ στὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τὸ ψάρι· τὶς ἄλλες μέρες αὐστηρὰ νηστεία.
Όμως, νηστεύουν σήμερα οἱ Χριστιανοί; Ἐλάχιστοι δυστυχῶς.
Ἦταν ἄλλοτε ἐποχὴ ποὺ ὅλοι νήστευαν. Ἰδίως στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὴ Μακεδονία, στὰ εὐλογημένα αὐτὰ μέρη, οἱ Χριστιανοὶ τηροῦσαν τὴ νηστεία αὐτὴ ὅπως τὴ Μεγάλη Σαρακοστή.
Τώρα οὔτε ἡ νηστεία αὐτὴ τηρεῖται, οὔτε ἡ Τετάρτη καὶ Παρασκευή, οὔτε καὶ ἡ Μεγάλη Παρασκευή. Μερικοὶ ακόμη καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ σουβλάκια τρῶνε.
Καὶ εἶνε ἁμαρτία αὐτό; θὰ πῇ κάποιος. Πῶς δὲν εἶνε;
Τὸ ἕνα δὲν εἶνε ἁμαρτία, τὸ ἄλλο δὲν εἶνε ἁμαρτία· ποιό λοιπὸν εἶνε ἁμαρτία;
++++++++++++++++++++++++++++
Ἡ νηστεία εἶνε ἐντολὴ τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας από τα χρόνια των Αγίων Αποστόλων, καὶ πρέπει οἱ Χριστιανοὶ νὰ ὑπακούουν καὶ νὰ τὴν τηροῦν.
Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶνε στὰ Νοσοκομεῖα καὶ ἄλλους ἀσθενεῖς καὶ ἀδυνάτους, ὅλοι οἱ ἄλλοι πρέπει νὰ νηστεύουν.
Δὲν νηστεύουν λοιπόν; ἀθετοῦν τὴν ἐντολὴ αὐτή; Τί θὰ γίνῃ;
Θά ᾽ρθῃ μέρα ―κ᾽ εἶνε κοντά―, ποὺ θὰ πέσῃ πεῖνα. Πεῖνα μεγάλη, ὅπως τὸ ᾽41-᾽42-᾽43. Ἐμεῖς οἱ πιὸ μεγάλοι, ποὺ γεράσαμε, θυμούμεθα μὲ φρίκη ἐκεῖνες τὶς μέρες. Θά ᾽ρθῃ πάλι πεῖνα· θὰ ποῦμε τὸ ψωμὶ ψωμάκι.
Ὄχι πλέον μπύρες καὶ οὖζα καὶ κρασιὰ καὶ ἀσωτίες, ἀλλὰ καὶ τὸ νεράκι θὰ μᾶς λείψῃ καὶ θὰ τρέχουμε στὰ βουνὰ νὰ το βροῦμε.
Μήπως δὲν ὑπάρχουν καὶ σήμερα χῶρες ὅπου μοιράζεται νερὸ μὲ τὸ δελτίο καὶ πεθαίνουν παιδιὰ σὰν τὶς μῦγες; Ἐμᾶς μᾶς τά ᾽χει ἀκόμα ὁ Θεὸς ὅλα πλούσια· ἐν τούτοις δὲν θέλουμε οὔτε Δεκαπενταύγουστο οὔτε ἄλλες μέρες νὰ νηστέψουμε. Γι᾽ αὐτὸ θὰ μᾶς ἔρθῃ τιμωρία.
Οἱ πολλοὶ δὲν ἀκοῦνε τὴν Ἐκκλησία νὰ νηστέψουν. Νηστεύουν ὅμως – πότε; ὅταν πᾶνε στὸ γιατρὸ κ᾽ ἐκεῖνος τοὺς ἐπιβάλλῃ αὐστηρὴ δίαιτα. Τί εἶνε αὐτὴ ἡ αὐστηρὴ δίαιτα; Μιὰ νηστεία εἶνε. Τότε καὶ τὸ ἁλάτι ἀκόμη κόβουν.
Έ, κόσμε ψεύτη! πέρα ἀπ᾽ τὸ κορμὶ καί τὸ τομάρι σου δὲ σὲ νοιάζει τίποτ᾽ ἄλλο. Ἅμα σοῦ τὸ πῇ ὁ γιατρός, τότε μετρᾷς καὶ τὶς μπουκιὲς τὸ ψωμί· ὅταν σοῦ λέῃ ἡ Ἐκκλησία «νήστεψε», εσύ γελᾷς και ξεκαρδίζεσαι στα γέλια...
Βλέπετε λοιπόν; στὸ γιατρὸ ὑπακοῦμε, στὴν Ἐκκλησία ὄχι· σὲ ἀνθρώπους ὑπακοῦμε, στὸ Χριστὸ δὲν ὑπακοῦμε. Μὰ γι᾽ αὐτὸ εἶνε ἁμαρτία· διότι εἶνε μιὰ ἀνυπακοὴ στὸ Χριστό.
* * *
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ νηστεία τὶς ἡμέρες αὐτὲς χτυποῦν οἱ καμπάνες μὲ τὴ δύσι τοῦ ἥλιου καὶ καλοῦν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ πᾶνε ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Τί νὰ κάνουν; Παράκλησι, νὰ ψάλουν τὸν παρακλητικὸ κανόνα, νὰ τιμήσουν καὶ μ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν Παναγία.
Κάθε βράδυ στὶς Παρακλήσεις ἂς σκεφτοῦμε ὅλοι σοβαρά. Ἰδιαιτέρως οἱ γυναῖκες ἂς φέρουν ἐμπρός τους τὴ μορφὴ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἂς προσπαθήσουν νὰ ζήσουν κι αὐτὲς σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμά της.
Ἡ Παναγία μας εἶνε παραπάνω κι ἀπὸ Αποστόλους κι ἀπὸ μάρτυρες κι ἀπὸ Αγγέλους κι ἀπὸ Αρχαγγέλους, παραπάνω ἀπ᾽ ὅλους. Γι᾽ αὐτὸ σ᾽ ἐκείνην στρέφονται οἱ καρδιές. Δύο μορφὲς θυμᾶται καθένας μας· τὴ μάνα του, καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ μάνα του τὴ Μάνα τοῦ Χριστοῦ καὶ μάνα ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ τὴν ἐπικαλεῖται.
«Παναγιά μου» φωνάζει ὁ ἄρρωστος, ποὺ βογγάει στὸ κρεβάτι κ᾽ οἱ γιατροὶ τὸν ἔχουν ἀπελπίσει. «Παναγιά μου» φωνάζει ὁ ναύτης, ποὺ ναυαγεῖ στὸ πελάγος καὶ παλεύει μὲ τὰ ἄγρια κύματα.
«Παναγιά μου» φωνάζει τὸ ὀρφανό, ποὺ ἔμεινε ἔρημο στὸν κόσμο ἀπὸ γονεῖς. «Παναγιά μου» φωνάζει ἡ χήρα, ποὺ δὲν ἔχει τὸ βράδυ ψωμὶ γιὰ τὰ μικρά της. «Παναγιά μου» φωνάζει ὁ στρατιώτης, ποὺ φρουρεῖ τὴν πατρίδα στὰ σύνορα. «Παναγία μας» φώναζαν οἱ πρόγονοί μας ὅταν τοὺς πολιορκοῦσαν οἱ ἐχθροί.
Θὰ σᾶς πῶ μόνο ἕνα θαῦμα ἀπὸ τὰ πολλά. Ἔγινε τὸν καιρὸ τῆς ἐπαναστάσεως στὴ Σάμο.
Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν βάλει στὸ μάτι τὸ νησὶ καὶ ἤθελαν νὰ τὸ πάρουν. Πῆγαν ἐκεῖ μὲ τὴν ἀρμάδα τους, 200 – 300 καράβια γεμᾶτα πάνοπλους στρατιῶτες. Οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ νησιοῦ ἀγωνίζονταν μὲ πέντε παλιοκάραβα, ἀλλὰ τὰ πληρώματά τους ἦταν γενναῖες ψυχές. Οἱ Σαμιῶτες βρέθηκαν σὲ μεγάλο κίνδυνο. Τί νὰ κάνουν;
Χτύπησαν τὶς καμπάνες, κήρυξαν γενικὴ νηστεία κ᾽ ἔπεσαν σὲ προσευχή· ἔψαλλαν ὅλη νύχτα. Γυναῖκες ἄντρες παιδιά, ὅλοι τρεῖς μέρες νηστικοί, παρακαλοῦσαν τὴν Παναγιά. Καὶ ἐνῷ οἱ Τοῦρκοι ἦταν βέβαιοι ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ ὅτι θὰ πάρουν τὸ νησί, ἐν τέλει δὲν τὸ πῆραν.
Στὶς 5 Αὐγούστου τὰ πλοῖα τους ὑπέστησαν καταστροφή από κακοκαιρία· ἡ ἀρμάδα ἀναγκάστηκε νὰ φύγῃ. Καὶ τὸ πρωὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως ὅλη ἡ Σάμος στὸ πόδι δοξολογοῦσε τὸ Θεό. Στὴ σημαία καὶ στὴ μεγάλη σφραγῖδα τους ἔγραψαν «Ἡ Παναγία ἔσωσε τὴ Σάμο», καὶ ἔκτοτε τὸ νησὶ τιμᾷ τὴν ἡμέρα αὐτή.
Δὲν εἶνε λοιπὸν ψέμα· μεγάλη ἡ χάρις τῆς Παναγίας! Σ᾽ αὐτὴν στηρίζουμε τὶς ἐλπίδες μας καὶ τῆς ὀφείλουμε κάθε τιμή.
* * *
Ἀλλ᾽ ἐρωτῶ, ἀγαπητοί· τιμᾶται σήμερα ἡ Παναγία;
Ἦρθε δυστυχῶς καὶ στὴν πατρίδα μας τὸ κατηραμένο φροῦτο ποὺ λέγεται αἵρεσις τῶν Χιλιαστῶν. Αὐτοὶ βλαστημοῦν τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, καταπατοῦν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἀσεβοῦν στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας.
Τί νὰ ποῦμε ὅμως καὶ γιὰ ὡρισμένους λεγομένους χριστιανούς; εἶνε χειρότεροι ἀπ᾽ τοὺς χιλιαστάς. Ἐκεῖνοι καῖνε τὶς εἰκόνες· αὐτοί, οἱ λεγόμενοι «ὀρθόδοξοι», μικροὶ – μεγάλοι βλαστημοῦν τὴν Παναγία.
Καὶ στὸ στρατὸ καὶ στὰ σχολεῖα καὶ στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες καὶ στὰ χωράφια καὶ στὰ λιμάνια, παντοῦ, ἀκοῦς νὰ βρίζουν τὸ ὄνομά της. Καὶ κανείς δὲν ἐνοχλεῖται!
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε· Νὰ ὑβρίσῃς τὸν πατέρα καὶ τὴ μάνα ποὺ μὲ γέννησαν, σὲ συγχωρῶ· νὰ ὑβρίσῃς τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγιά μου, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ.
Ἂς τὰ προσέξουμε αὐτά. Τὴν ἁγία αὐτὴ περίοδο ἂς προσπαθήσουμε νὰ καταπολεμήσουμε τὴ βλαστήμια. Νὰ νηστέψουμε μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς Κοιμήσεως. Νὰ προσευχηθοῦμε στὶς παρακλήσεις. Νὰ συγχωρήσουμε καὶ νὰ συγχωρηθοῦμε. Νὰ Εξομολογηθοῦμε με ειλικρίνεια τὰ ἁμαρτήματά μας.
Και έτσι, καθαροὶ «ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος» (Β΄ Κορ. 7,1), ( και εφ΄ όσον μας έχει επιτρέψει ο Πνευματικός μας, τότε μόνον) νὰ προσέλθουμε τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς νὰ κοινωνήσουμε τὰ ἄχραντα μυστήρια. Ἔτσι θὰ τιμήσουμε πρεπόντως τὴν Παναγία.
Πηγαίνετε στὰ σπίτια σας, κάντε προσευχὴ καὶ παρακαλέστε τὸ Θεό. Εἴμαστε σὲ ἄσχημα χρόνια. Ἀνοῖξτε τὴν Ἀποκάλυψι στὸ 14ο κεφάλαιο, νὰ δῆτε τί γράφει.
Τρόμος καὶ φόβος. Θὰ ᾽ρθῇ, λέει, μεγάλη συμφορά. Θὰ στείλῃ ὁ Θεὸς ἀγγέλους. Κι ὅπως στ᾽ ἀμπέλια τρυγοῦν τὰ σταφύλια, ἔτσι τὸ κοφτερὸ δρεπάνι του θὰ κόψῃ τοὺς ἀνθρώπους. Θὰ τοὺς βάλῃ μέσα στὸ πατητήρι τῆς ὀργῆς του καὶ θὰ τοὺς πατήσῃ. Καὶ θὰ βγῇ τόσο αἷμα, ποὺ θὰ γίνῃ ποτάμι· θὰ κολυμποῦν τὰ ἄλογα, ἡ στάθμη τοῦ αἵματος θὰ φτάσῃ ὣς επάνω στὰ χαλινάρια των ίππων (βλ. Ἀπ. 14,14-20).
Θυμηθείτε το !
Έρχεται μεγάλη ὀργή (βλ. Ἐφ. 5,6. Κολ. 3,6).
Θὰ δοκιμάσῃ ὁ Θεὸς τὸν κόσμο. Θὰ περάσουμε ἀπὸ κόσκινο. Μεγάλες συμφορὲς περιμένουν τὴν ἀνθρωπότητα. Στὴν Κίνα εἶνε ἄθεοι. Δὲν ἔχουμε ἐμεῖς ἀνάγκη ἀπὸ τὸ Θεό, ἔλεγαν. Καὶ μιὰ νύχτα, μιὰ πόλις ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἔξω ἀπ᾽ τὴν πρωτεύουσά τους τὸ Πεκῖνο, ἰσοπεδώθηκε ἀπὸ σεισμό. Δὲν ἔμεινε τίποτα ὄρθιο.
Ὅ,τι ἔγινε στὴν Κίνα καὶ ὅ,τι θεομηνίες γίνονται ἀλλοῦ, θὰ πάθουμε κ᾽ ἐμεῖς. Ἂν δὲν μετανοήσουμε, κι αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ πατᾶμε θὰ γίνουν φίδια νὰ μᾶς φᾶνε.
«Ὅσοι πιστοί», ἄντρες – γυναῖκες, νὰ μείνουμε κοντὰ στὸ Θεό. Προσευχηθῆτε τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες, νηστέψετε, παρακαλέστε τὸ Θεὸ νὰ σκεπάσῃ τὸν τόπο μας ἀπὸ φοβερὴ καταστροφή.
Καὶ ὅλοι, κλῆρος καὶ λαός, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλων τῶν κομμάτων καὶ τῶν ἀποχρώσεων, νὰ ἐπιστρέψουμε στὸ Θεὸ καὶ νὰ τὸν λατρεύουμε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ· ἀμήν.
† Επίσκοπος Αὐγουστῖνος
Κατεβαίνοντας στην Αγία Γεσθημανή όπου βρίσκεται ο Ιερότατος Τάφος της Παναγίας μας, το τρίτο κατά σειρά σπουδαιότητας Ορθόδοξο προσκύνημα.
Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου εορτάζεται σάν ἕνα μικρὸ Πάσχα, τὸ λεγόμενο Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ.
Κι ὅπως πρὸ τοῦ Πάσχα ἡ Αγία μας Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει νηστεία, ἔτσι καὶ τὴν περίοδο αὐτή, πρὸ τῆς Κοιμήσεως, ἔχει ὁρίσει νηστεία.
Οἱ Χριστιανοί, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς, πρέπει νὰ νηστέψουν ὅλοι, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά. Νηστεία λοιπὸν αὐτὲς τὶς δεκαπέντε μέρες, καὶ μάλιστα αὐστηρά. Μόνο Σάββατο καὶ Κυριακὴ ἐπιτρέπεται τὸ λάδι καὶ στὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος τὸ ψάρι· τὶς ἄλλες μέρες αὐστηρὰ νηστεία.
Όμως, νηστεύουν σήμερα οἱ Χριστιανοί; Ἐλάχιστοι δυστυχῶς.
Ἦταν ἄλλοτε ἐποχὴ ποὺ ὅλοι νήστευαν. Ἰδίως στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὴ Μακεδονία, στὰ εὐλογημένα αὐτὰ μέρη, οἱ Χριστιανοὶ τηροῦσαν τὴ νηστεία αὐτὴ ὅπως τὴ Μεγάλη Σαρακοστή.
Τώρα οὔτε ἡ νηστεία αὐτὴ τηρεῖται, οὔτε ἡ Τετάρτη καὶ Παρασκευή, οὔτε καὶ ἡ Μεγάλη Παρασκευή. Μερικοὶ ακόμη καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ σουβλάκια τρῶνε.
Καὶ εἶνε ἁμαρτία αὐτό; θὰ πῇ κάποιος. Πῶς δὲν εἶνε;
Τὸ ἕνα δὲν εἶνε ἁμαρτία, τὸ ἄλλο δὲν εἶνε ἁμαρτία· ποιό λοιπὸν εἶνε ἁμαρτία;
++++++++++++++++++++++++++++
Ἡ νηστεία εἶνε ἐντολὴ τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας από τα χρόνια των Αγίων Αποστόλων, καὶ πρέπει οἱ Χριστιανοὶ νὰ ὑπακούουν καὶ νὰ τὴν τηροῦν.
Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶνε στὰ Νοσοκομεῖα καὶ ἄλλους ἀσθενεῖς καὶ ἀδυνάτους, ὅλοι οἱ ἄλλοι πρέπει νὰ νηστεύουν.
Δὲν νηστεύουν λοιπόν; ἀθετοῦν τὴν ἐντολὴ αὐτή; Τί θὰ γίνῃ;
Θά ᾽ρθῃ μέρα ―κ᾽ εἶνε κοντά―, ποὺ θὰ πέσῃ πεῖνα. Πεῖνα μεγάλη, ὅπως τὸ ᾽41-᾽42-᾽43. Ἐμεῖς οἱ πιὸ μεγάλοι, ποὺ γεράσαμε, θυμούμεθα μὲ φρίκη ἐκεῖνες τὶς μέρες. Θά ᾽ρθῃ πάλι πεῖνα· θὰ ποῦμε τὸ ψωμὶ ψωμάκι.
Ὄχι πλέον μπύρες καὶ οὖζα καὶ κρασιὰ καὶ ἀσωτίες, ἀλλὰ καὶ τὸ νεράκι θὰ μᾶς λείψῃ καὶ θὰ τρέχουμε στὰ βουνὰ νὰ το βροῦμε.
Μήπως δὲν ὑπάρχουν καὶ σήμερα χῶρες ὅπου μοιράζεται νερὸ μὲ τὸ δελτίο καὶ πεθαίνουν παιδιὰ σὰν τὶς μῦγες; Ἐμᾶς μᾶς τά ᾽χει ἀκόμα ὁ Θεὸς ὅλα πλούσια· ἐν τούτοις δὲν θέλουμε οὔτε Δεκαπενταύγουστο οὔτε ἄλλες μέρες νὰ νηστέψουμε. Γι᾽ αὐτὸ θὰ μᾶς ἔρθῃ τιμωρία.
Οἱ πολλοὶ δὲν ἀκοῦνε τὴν Ἐκκλησία νὰ νηστέψουν. Νηστεύουν ὅμως – πότε; ὅταν πᾶνε στὸ γιατρὸ κ᾽ ἐκεῖνος τοὺς ἐπιβάλλῃ αὐστηρὴ δίαιτα. Τί εἶνε αὐτὴ ἡ αὐστηρὴ δίαιτα; Μιὰ νηστεία εἶνε. Τότε καὶ τὸ ἁλάτι ἀκόμη κόβουν.
Έ, κόσμε ψεύτη! πέρα ἀπ᾽ τὸ κορμὶ καί τὸ τομάρι σου δὲ σὲ νοιάζει τίποτ᾽ ἄλλο. Ἅμα σοῦ τὸ πῇ ὁ γιατρός, τότε μετρᾷς καὶ τὶς μπουκιὲς τὸ ψωμί· ὅταν σοῦ λέῃ ἡ Ἐκκλησία «νήστεψε», εσύ γελᾷς και ξεκαρδίζεσαι στα γέλια...
Βλέπετε λοιπόν; στὸ γιατρὸ ὑπακοῦμε, στὴν Ἐκκλησία ὄχι· σὲ ἀνθρώπους ὑπακοῦμε, στὸ Χριστὸ δὲν ὑπακοῦμε. Μὰ γι᾽ αὐτὸ εἶνε ἁμαρτία· διότι εἶνε μιὰ ἀνυπακοὴ στὸ Χριστό.
* * *
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ νηστεία τὶς ἡμέρες αὐτὲς χτυποῦν οἱ καμπάνες μὲ τὴ δύσι τοῦ ἥλιου καὶ καλοῦν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ πᾶνε ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Τί νὰ κάνουν; Παράκλησι, νὰ ψάλουν τὸν παρακλητικὸ κανόνα, νὰ τιμήσουν καὶ μ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν Παναγία.
Κάθε βράδυ στὶς Παρακλήσεις ἂς σκεφτοῦμε ὅλοι σοβαρά. Ἰδιαιτέρως οἱ γυναῖκες ἂς φέρουν ἐμπρός τους τὴ μορφὴ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἂς προσπαθήσουν νὰ ζήσουν κι αὐτὲς σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμά της.
Ἡ Παναγία μας εἶνε παραπάνω κι ἀπὸ Αποστόλους κι ἀπὸ μάρτυρες κι ἀπὸ Αγγέλους κι ἀπὸ Αρχαγγέλους, παραπάνω ἀπ᾽ ὅλους. Γι᾽ αὐτὸ σ᾽ ἐκείνην στρέφονται οἱ καρδιές. Δύο μορφὲς θυμᾶται καθένας μας· τὴ μάνα του, καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ μάνα του τὴ Μάνα τοῦ Χριστοῦ καὶ μάνα ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ τὴν ἐπικαλεῖται.
«Παναγιά μου» φωνάζει ὁ ἄρρωστος, ποὺ βογγάει στὸ κρεβάτι κ᾽ οἱ γιατροὶ τὸν ἔχουν ἀπελπίσει. «Παναγιά μου» φωνάζει ὁ ναύτης, ποὺ ναυαγεῖ στὸ πελάγος καὶ παλεύει μὲ τὰ ἄγρια κύματα.
«Παναγιά μου» φωνάζει τὸ ὀρφανό, ποὺ ἔμεινε ἔρημο στὸν κόσμο ἀπὸ γονεῖς. «Παναγιά μου» φωνάζει ἡ χήρα, ποὺ δὲν ἔχει τὸ βράδυ ψωμὶ γιὰ τὰ μικρά της. «Παναγιά μου» φωνάζει ὁ στρατιώτης, ποὺ φρουρεῖ τὴν πατρίδα στὰ σύνορα. «Παναγία μας» φώναζαν οἱ πρόγονοί μας ὅταν τοὺς πολιορκοῦσαν οἱ ἐχθροί.
Θὰ σᾶς πῶ μόνο ἕνα θαῦμα ἀπὸ τὰ πολλά. Ἔγινε τὸν καιρὸ τῆς ἐπαναστάσεως στὴ Σάμο.
Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν βάλει στὸ μάτι τὸ νησὶ καὶ ἤθελαν νὰ τὸ πάρουν. Πῆγαν ἐκεῖ μὲ τὴν ἀρμάδα τους, 200 – 300 καράβια γεμᾶτα πάνοπλους στρατιῶτες. Οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ νησιοῦ ἀγωνίζονταν μὲ πέντε παλιοκάραβα, ἀλλὰ τὰ πληρώματά τους ἦταν γενναῖες ψυχές. Οἱ Σαμιῶτες βρέθηκαν σὲ μεγάλο κίνδυνο. Τί νὰ κάνουν;
Χτύπησαν τὶς καμπάνες, κήρυξαν γενικὴ νηστεία κ᾽ ἔπεσαν σὲ προσευχή· ἔψαλλαν ὅλη νύχτα. Γυναῖκες ἄντρες παιδιά, ὅλοι τρεῖς μέρες νηστικοί, παρακαλοῦσαν τὴν Παναγιά. Καὶ ἐνῷ οἱ Τοῦρκοι ἦταν βέβαιοι ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ ὅτι θὰ πάρουν τὸ νησί, ἐν τέλει δὲν τὸ πῆραν.
Στὶς 5 Αὐγούστου τὰ πλοῖα τους ὑπέστησαν καταστροφή από κακοκαιρία· ἡ ἀρμάδα ἀναγκάστηκε νὰ φύγῃ. Καὶ τὸ πρωὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως ὅλη ἡ Σάμος στὸ πόδι δοξολογοῦσε τὸ Θεό. Στὴ σημαία καὶ στὴ μεγάλη σφραγῖδα τους ἔγραψαν «Ἡ Παναγία ἔσωσε τὴ Σάμο», καὶ ἔκτοτε τὸ νησὶ τιμᾷ τὴν ἡμέρα αὐτή.
Δὲν εἶνε λοιπὸν ψέμα· μεγάλη ἡ χάρις τῆς Παναγίας! Σ᾽ αὐτὴν στηρίζουμε τὶς ἐλπίδες μας καὶ τῆς ὀφείλουμε κάθε τιμή.
* * *
Ἀλλ᾽ ἐρωτῶ, ἀγαπητοί· τιμᾶται σήμερα ἡ Παναγία;
Ἦρθε δυστυχῶς καὶ στὴν πατρίδα μας τὸ κατηραμένο φροῦτο ποὺ λέγεται αἵρεσις τῶν Χιλιαστῶν. Αὐτοὶ βλαστημοῦν τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, καταπατοῦν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἀσεβοῦν στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας.
Τί νὰ ποῦμε ὅμως καὶ γιὰ ὡρισμένους λεγομένους χριστιανούς; εἶνε χειρότεροι ἀπ᾽ τοὺς χιλιαστάς. Ἐκεῖνοι καῖνε τὶς εἰκόνες· αὐτοί, οἱ λεγόμενοι «ὀρθόδοξοι», μικροὶ – μεγάλοι βλαστημοῦν τὴν Παναγία.
Καὶ στὸ στρατὸ καὶ στὰ σχολεῖα καὶ στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες καὶ στὰ χωράφια καὶ στὰ λιμάνια, παντοῦ, ἀκοῦς νὰ βρίζουν τὸ ὄνομά της. Καὶ κανείς δὲν ἐνοχλεῖται!
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε· Νὰ ὑβρίσῃς τὸν πατέρα καὶ τὴ μάνα ποὺ μὲ γέννησαν, σὲ συγχωρῶ· νὰ ὑβρίσῃς τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγιά μου, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ.
Ἂς τὰ προσέξουμε αὐτά. Τὴν ἁγία αὐτὴ περίοδο ἂς προσπαθήσουμε νὰ καταπολεμήσουμε τὴ βλαστήμια. Νὰ νηστέψουμε μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς Κοιμήσεως. Νὰ προσευχηθοῦμε στὶς παρακλήσεις. Νὰ συγχωρήσουμε καὶ νὰ συγχωρηθοῦμε. Νὰ Εξομολογηθοῦμε με ειλικρίνεια τὰ ἁμαρτήματά μας.
Και έτσι, καθαροὶ «ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος» (Β΄ Κορ. 7,1), ( και εφ΄ όσον μας έχει επιτρέψει ο Πνευματικός μας, τότε μόνον) νὰ προσέλθουμε τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς νὰ κοινωνήσουμε τὰ ἄχραντα μυστήρια. Ἔτσι θὰ τιμήσουμε πρεπόντως τὴν Παναγία.
Πηγαίνετε στὰ σπίτια σας, κάντε προσευχὴ καὶ παρακαλέστε τὸ Θεό. Εἴμαστε σὲ ἄσχημα χρόνια. Ἀνοῖξτε τὴν Ἀποκάλυψι στὸ 14ο κεφάλαιο, νὰ δῆτε τί γράφει.
Τρόμος καὶ φόβος. Θὰ ᾽ρθῇ, λέει, μεγάλη συμφορά. Θὰ στείλῃ ὁ Θεὸς ἀγγέλους. Κι ὅπως στ᾽ ἀμπέλια τρυγοῦν τὰ σταφύλια, ἔτσι τὸ κοφτερὸ δρεπάνι του θὰ κόψῃ τοὺς ἀνθρώπους. Θὰ τοὺς βάλῃ μέσα στὸ πατητήρι τῆς ὀργῆς του καὶ θὰ τοὺς πατήσῃ. Καὶ θὰ βγῇ τόσο αἷμα, ποὺ θὰ γίνῃ ποτάμι· θὰ κολυμποῦν τὰ ἄλογα, ἡ στάθμη τοῦ αἵματος θὰ φτάσῃ ὣς επάνω στὰ χαλινάρια των ίππων (βλ. Ἀπ. 14,14-20).
Θυμηθείτε το !
Έρχεται μεγάλη ὀργή (βλ. Ἐφ. 5,6. Κολ. 3,6).
Θὰ δοκιμάσῃ ὁ Θεὸς τὸν κόσμο. Θὰ περάσουμε ἀπὸ κόσκινο. Μεγάλες συμφορὲς περιμένουν τὴν ἀνθρωπότητα. Στὴν Κίνα εἶνε ἄθεοι. Δὲν ἔχουμε ἐμεῖς ἀνάγκη ἀπὸ τὸ Θεό, ἔλεγαν. Καὶ μιὰ νύχτα, μιὰ πόλις ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἔξω ἀπ᾽ τὴν πρωτεύουσά τους τὸ Πεκῖνο, ἰσοπεδώθηκε ἀπὸ σεισμό. Δὲν ἔμεινε τίποτα ὄρθιο.
Ὅ,τι ἔγινε στὴν Κίνα καὶ ὅ,τι θεομηνίες γίνονται ἀλλοῦ, θὰ πάθουμε κ᾽ ἐμεῖς. Ἂν δὲν μετανοήσουμε, κι αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ πατᾶμε θὰ γίνουν φίδια νὰ μᾶς φᾶνε.
«Ὅσοι πιστοί», ἄντρες – γυναῖκες, νὰ μείνουμε κοντὰ στὸ Θεό. Προσευχηθῆτε τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες, νηστέψετε, παρακαλέστε τὸ Θεὸ νὰ σκεπάσῃ τὸν τόπο μας ἀπὸ φοβερὴ καταστροφή.
Καὶ ὅλοι, κλῆρος καὶ λαός, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλων τῶν κομμάτων καὶ τῶν ἀποχρώσεων, νὰ ἐπιστρέψουμε στὸ Θεὸ καὶ νὰ τὸν λατρεύουμε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ· ἀμήν.
† Επίσκοπος Αὐγουστῖνος
Saturday, November 10, 2018
Όλους τους αγαπώ και προσεύχομαι ( Άγιος Πορφύριος )
Ναι, για όλους προσεύχομαι, και γι’ αυτούς που φεύγουν χωρίς να με δουν. Για όλους γενικά. Για μερικούς όμως και ονομαστικά.
– Δεν κουράζεσθε με τόσο κόσμο; Πώς αντέχετε;
– Τους αγαπώ. Θέλω όλους να τους βοηθήσω, αλλά δεν μπορώ και στενοχωρούμαι. Μιλάω συνέχεια όλη την ημέρα, ξηραίνεται η γλώσσα μου. Από τις 4, τις 5 το πρωί μιλάω. Να, σήμερα με πήρε τηλέφωνο στις 5 το πρωί ένα Ηγούμενος από το Άγιον Όρος, μετά ένας Δεσπότης από την Κρήτη.
Προχθές τα μεσάνυχτα με πήρε τηλέφωνο ένας πατέρας από ένα νησί στον Ειρηνικό Ωκεανό. Καταλαβαίνεις; Ενώ εγώ είμαι εδώ, ήμουν με το πνεύμα μου κι εκεί. Μου είπε για τα κορίτσια του. Τον συμβούλεψα για ένα του κορίτσι. Χάρηκε ο άνθρωπος. Του είπα να με ξαναπάρει.
Όταν κουραστώ, σκεπάζω το πρόσωπό μου και τους αφήνω μόνο να μου φιλούν το χέρι. Και έρχονται, ξέρεις, από μακριά, από την Αλεξάνδρεια προχθές, από το Κιάτο, απ’ όλα τα μέρη Ελλάδος κι άλλοτε από το εξωτερικό.
Άνθρωποι με σοβαρά προβλήματα. Τί να κάνω, προσπαθώ. Όμως δεν μπορώ να μιλώ πάντα. Στενοχωριούνται, φεύγουν λέγοντας λόγια.
Ο Γέροντας από τον «Παράκλητο» μού λέει να τους δέχομαι όλους. Να λέω λίγα στον καθένα ή τουλάχιστον να παίρνουν ευχή.
Ξέρεις, τον πολύ κόσμο δεν μπορεί κανείς να τον ικανοποιήσει. Έτσι, μπορεί μερικοί να με φωνάζουν σήμερα Άγιο και αύριο μπορεί να με γράψουν οι δημοσιογράφοι, ότι δεν ικανοποίησα τον κόσμο ότι είμαι λαοπλάνος.
[Αγάπιου Μοναχού, Η θεϊκή φλόγα που άναψε στην καρδιά μου ο Γέρων Πορφύριος, Αθήναι 2000, σελ. 72π.]
– Δεν κουράζεσθε με τόσο κόσμο; Πώς αντέχετε;
– Τους αγαπώ. Θέλω όλους να τους βοηθήσω, αλλά δεν μπορώ και στενοχωρούμαι. Μιλάω συνέχεια όλη την ημέρα, ξηραίνεται η γλώσσα μου. Από τις 4, τις 5 το πρωί μιλάω. Να, σήμερα με πήρε τηλέφωνο στις 5 το πρωί ένα Ηγούμενος από το Άγιον Όρος, μετά ένας Δεσπότης από την Κρήτη.
Προχθές τα μεσάνυχτα με πήρε τηλέφωνο ένας πατέρας από ένα νησί στον Ειρηνικό Ωκεανό. Καταλαβαίνεις; Ενώ εγώ είμαι εδώ, ήμουν με το πνεύμα μου κι εκεί. Μου είπε για τα κορίτσια του. Τον συμβούλεψα για ένα του κορίτσι. Χάρηκε ο άνθρωπος. Του είπα να με ξαναπάρει.
Όταν κουραστώ, σκεπάζω το πρόσωπό μου και τους αφήνω μόνο να μου φιλούν το χέρι. Και έρχονται, ξέρεις, από μακριά, από την Αλεξάνδρεια προχθές, από το Κιάτο, απ’ όλα τα μέρη Ελλάδος κι άλλοτε από το εξωτερικό.
Άνθρωποι με σοβαρά προβλήματα. Τί να κάνω, προσπαθώ. Όμως δεν μπορώ να μιλώ πάντα. Στενοχωριούνται, φεύγουν λέγοντας λόγια.
Ο Γέροντας από τον «Παράκλητο» μού λέει να τους δέχομαι όλους. Να λέω λίγα στον καθένα ή τουλάχιστον να παίρνουν ευχή.
Ξέρεις, τον πολύ κόσμο δεν μπορεί κανείς να τον ικανοποιήσει. Έτσι, μπορεί μερικοί να με φωνάζουν σήμερα Άγιο και αύριο μπορεί να με γράψουν οι δημοσιογράφοι, ότι δεν ικανοποίησα τον κόσμο ότι είμαι λαοπλάνος.
[Αγάπιου Μοναχού, Η θεϊκή φλόγα που άναψε στην καρδιά μου ο Γέρων Πορφύριος, Αθήναι 2000, σελ. 72π.]
Subscribe to:
Posts (Atom)






