Thursday, October 18, 2018

Από την...ταβέρνα στο Μοναστήρι - Αληθινή Ιστορία


«...Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (κατά Ματθαίον δ')


Έριξε μια γρήγορη, τελευταία ματιά στο χάρτη πριν ξεκινήσει. Ασυναίσθητα κοίταξε το αγιορείτικο κομποσχοίνι που κρεμόταν στον καθρέφτη του παρμπρίζ κι έκανε τον σταυρό του.

Μόλις είχε ξεκινήσει για μία ακόμα εξόρμηση, από αυτές που ονόμαζε «χαρούμενη εργασία». Ήταν φωτογράφος και, μετά από αρκετές αναβολές, αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα από τα μεγάλα του όνειρα: Να εκδώσει ένα βιβλίο με φωτογραφίες από τα σπουδαιότερα Μοναστήρια του ιδιαίτερου τόπου καταγωγής του, την Πελοπόννησο.

Έτσι λοιπόν, εδώ και λίγες εβδομάδες είχε δώσει σάρκα και οστά στο μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο. Οι δυσκολίες μεγάλες: Πολλά έξοδα, δύσκολη αναζήτηση πληροφοριών για ξεχασμένες Ιερές Μονές, ακόμα δυσκολότερη επικοινωνία με τους μοναχούς και πρόσβαση σε αυτά τα Προσκυνήματα που, παρότι ξεχασμένα από τους ανθρώπους, έστεκαν ακλόνητα εκεί, για να δοξολογούν τον Θεό.

Ήταν, με λίγα λόγια, μια «τρέλα» το όλο εγχείρημα. «Ποιος θ' ασχοληθεί με Μοναστήρια στην εποχή μας;», του έλεγαν διάφοροι «λογικοί». «Άλλη δουλειά δεν έχεις να κάνεις μ' αυτή την κρίση, παρά να τρέχεις να βρεις τους καλόγερους;», συμπλήρωναν άλλοι. Όμως αυτός, εκεί. Είχε μια παλαβή επιμονή πως τελικά θα τα καταφέρει, παρά τις αντιξοότητες.

Έτσι σκεφτόταν και τώρα, ενώ διέσχιζε την Εθνική Οδό στο ύψος των Μεγάρων, με κατεύθυνση την Ορεινή Κορινθία. Όλες τις δυσκολίες που αναφέρθηκαν, τις είχε υπόψη του. Έλα όμως που παρουσιάστηκε και μία ακόμα, που δεν είχε υπολογίσει! Η Νηστεία της Σαρακοστής, που αποφάσισε να τηρήσει φέτος για πρώτη φορά μετά από χρόνια, «δοκιμαστικά» όπως έλεγε δίνοντας κουράγιο στον εαυτό του, μην πιστεύοντας πως τελικά θα φτάσει μέχρι το Πάσχα νηστεύοντας.

Άλλο όμως είναι να νηστεύει κανείς στο σπίτι του κι άλλο όταν ταξιδεύει. Στη δεύτερη περίπτωση, οι δυσκολίες και οι πειρασμοί είναι απείρως περισσότεροι και παραμονεύουν σε κάθε...χιλιόμετρο. Έτσι και τώρα, «οδοιπόρος» καθώς ήταν - έστω και μέσα στην άνεση του αυτοκινήτου - δεν πίστευε πως θα καταφέρει να νηστέψει και σήμερα. Το είχε δεδομένο πως, όλο και σε κάποια ταβέρνα στα χωριουδάκια της Ορεινής Κορινθίας θα γευόταν τα φρέσκα κρεατικά, τις τοπικές νοστιμιές και άλλες λιχουδιές που είχε στερηθεί - αλλοίμονο! - για 5-6 μέρες...

Άλλωστε, είχε ήδη έτοιμη την δικαιολογία: Δεν μπορείς να δουλεύεις, να κάνεις εκατοντάδες χιλιόμετρα μέσα σε μία μόνο ημέρα και να μένεις νηστικός! Δεν το χωράει ούτε η νοοτροπία της σύγχρονης εποχής αυτό, ούτε το αντέχει το στομάχι! Καλά ήταν όσο νήστεψε μέχρι τώρα, του χρόνου πάλι και βλέπουμε...

Με αυτές τις σκέψεις, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε τον Ισθμό κι άρχισε σιγά - σιγά να ανηφορίζει προς τα ορεινά του Νομού Κορινθίας. Η φύση δεν ήταν ακόμα ανοιξιάτικη, παρότι βρισκόμασταν στις αρχές Απριλίου. Ο καιρός, του προκαλούσε ιδιαίτερο εκνευρισμό, καθώς δεν επιβεβαίωνε τις μετεωρολογικές προβλέψεις για ηλιοφάνεια και πυκνά, μαύρα σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους στο βάθος, εκεί στην οροσειρά που βρισκόταν το παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου.

Μετά από αλεπάλληλες στροφές και οδήγηση σε στενούς επαρχιακούς δρόμους, έφτασε στον προορισμό του. Ήταν εκνευρισμένος, γιατί η ώρα ήταν μία παρά και στις 1 η Μονή έκλεινε. Πότε θα προλάβαινε να βγάλει φωτογραφίες;

Στα γρήγορα έτρεξε και μπήκε μέσα. Στο Καθολικό με τις παλιές τοιχογραφίες, άρχισε να φωτογραφίζει βιαστικά. Ένας μοναχός τον καλωσόρισε. Ήξερε τον σκοπό της επίσκεψής του και τον εξυπηρέτησε σε ό,τι του ζήτησε: Ιστορικά στοιχεία, αδιάκριτες ερωτήσεις και συνεχείς φωτογραφίες, δεν πείραζαν το καλοκάθαγο γεροντάκι, το αντίθετο μάλιστα.

«Ελάτε να σας πάω στον Ηγούμενο», πρότεινε στο τέλος της περιήγησης.

Ο φωτογράφος δέχτηκε. Τον ανέβασαν μέσω μιας ξύλινης σκάλας - που ένιωθες πως θα σπάσει από τα πολλά τριξίματα - στον Γέροντα της Μονής, έναν πρόσχαρο και σεβάσμιο Ιερομόναχο. Έναν λεβεντόπαπα, από αυτούς που κρατάνε ακόμα ζωντανά τα Ιερά Προσκυνήματα αυτού του τόπου, παρά την εγκατάλειψη από τους ανθρώπους, ακόμα και τους «πιστούς Χριστιανούς».

Εκείνος τον καλοδέχτηκε. Ζήτησε να μάθει για τα βιβλία του και του έδειξε μερικές εκδόσεις της Μονής. Αμέσως προσφέρθηκε λουκουμάκι και κρύο νερό, παραδοσιακό μοναστηριακό κέρασμα. Η ώρα περνούσε και το στομάχι...διαμαρτυρόταν. Με αφέλεια αλλά και θράσος, ρώτησε έναν καλόγερο «αν ξέρει καμιά ταβέρνα εδώ γύρω».

«Ναι, βέβαια», απάντησε εκείνος γελώντας. «Θα την βρείτε ευθεία στα 20 μέτρα και δεξιά, στη δεύτερη πόρτα». Μέχρι ο φίλος μας να καταλάβει τι γινόταν, τον είχε αρπάξει από το μπράτσο ο Ηγούμενος, λέγοντάς του «ελάτε να φάτε μαζί μας, είναι καλύτερα από την ταβέρνα!»

Διστακτικά ακολούθησε. «Δεν είναι κακό να τσιμπήσω κάτι για ορεκτικό πριν τα κοψίδια», σκέφτηκε ο...κολλημένος με τα παϊδάκια και τα άλλα κρεατικά «οδοιπόρος». Θα έτρωγε λοιπόν κάτι «ψιλό» εδώ και μετά...γραμμή για την ταβέρνα!

Ο Γέροντας τον οδήγησε σ' ένα μικρό δωματιάκι με ένα τραπεζάκι και 4-5 καθίσματα γύρω. Δεν θύμιζε σε τίποτα τις ωραίες τράπεζες που έβλεπε στο Άγιον Όρος. Εδώ όλα ήταν τελείως λιτά, φτωχικά θά' λεγε κανείς.

Έκαναν προσευχή και κάθησαν στο τραπέζι. Παρατήρησε πως συνολικά 5 άτομα έπρεπε να φάνε, αλλά τι; Από μια μικρή κατσαρόλα ένας Δόκιμος έβαζε κάτι λαδερό στα πιάτα, σε μικρές μερίδες. Ήταν αρακάς με λάδι - «είστε τυχερός, γιατί ήρθατε Σάββατο που γίνεται κατάλυση ελαίου», τόνισε ο Ηγούμενος - σε ποσότητες που πιθανόν να έφταναν για κάποιο παιδάκι 5 ετών, αλλά όχι για πεινασμένους ενήλικες!

Το τραπέζι είχε στρωθεί. Με έκπληξη παρατήρησε πως η δική του μερίδα ήταν τουλάχιστον η διπλάσια, μπορεί και τριπλάσια, από αυτές των μοναχών! Πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Γέροντας Γεννάδιος διαβάζοντας τη σκέψη του, τον έκοψε: «Έχετε δρόμο μπροστά σας, πρέπει να φάτε».

Το «μενού» περιελάμβανε, εκτός του αρακά, μαύρο ψωμί, άγρια χόρτα με απίστευτη πικράδα που δεν έφευγε με κανέναν τρόπο και υπολείμματα ταραμοσαλάτας που είχαν μείνει σ' ένα μικρό μπολ. Μάταια αναζήτησε ο επισκέπτης λίγο τυρί ή έστω κανονικό, άσπρο ψωμάκι, μιας και αυτό της ολικής άλεσης ήταν πικρό, περίπου όπως τα χόρτα.

Ξεκινώντας ανόρεχτα να φάει, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε μισή ώρα στο τραπέζι. Ο Γέροντας ελάχιστα είχε ακουμπήσει το φαγητό του, αφού έλεγε ιστορίες της Μονής από τα παλιά, τις οποίες διάνθιζε με συμβουλές για τη νηστεία, την εγκράτεια και την ταπείνωση.

Έτσι, όταν το γεύμα αυτό τελείωσε, οι σκέψεις της ταβέρνας και των κρεατικών είχαν απομακρυνθεί ολότελα από τον κακομαθημένο προσκυνητή. Τόση ώρα, είχε χορτάσει όχι βέβαια με τον παραβρασμένο αρακά και τις άγριες βρούβες, αλλά με τα λόγια του Γέροντα που δημιουργούσαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, ακόμα και την ώρα του φαγητού!


Ολόκληρη η διάθεσή του είχε αλλάξει. Σκέφτηκε πόσο γελοία ήταν όσα υπολόγιζε πριν για ταβέρνες και...κοψίδια. Ο παπα - Γεννάδιος, βλέποντάς τον σκεφτικό, τον προσκάλεσε για καφεδάκι στον εξώστη της Μονής, που έβλεπε στην όμορφη λιμνούλα που βρισκόταν από κάτω.

Η ώρα περνούσε και ο επισκέπτης δεν χόρταινε να ακούει τα πνευματικά θησαυρίσματα της σοφίας του Γέροντα. Έπρεπε όμως να βγάλει ακόμα μερικές φωτογραφίες και να κατέβει και στη λίμνη, όπου βρισκόταν το «Παλαιομονάστηρο», δηλαδή ένα εκκλησάκι που εγκαταλείφθηκε παλιά από τους μοναχούς προκειμένου να αναζητήσουν ασφαλέστερο καταφύγιο ψηλότερα.

Ζήτησε επιπλέον πληροφορίες, ασπάστηκε το αγιασμένο χέρι του Γέροντα και αποχαιρέτησε τους μοναχούς που τον είχαν φιλοξενήσει εγκάρδια και αβραμιαία, με την υπόσχεση κάποια στιγμή να επιστρέψει και να τους ξαναδεί.

Η διάθεσή του ήταν ευχάριστη και ούτε ο θόρυβος των δεκάδων προσκυνητών που ήρθαν εκείνη την ώρα με πούλμαν την μετέβαλε. Κατηφόρησε προς τη λίμνη, όπου διάφοροι ντόπιοι πουλούσαν τα προϊόντα τους. «Κύριε, θέλετε να δοκιμάστε την γραβιέρα μας; Ορίστε, πάρτε και το παξιμάδι μαζί, δικά μας είναι όλα!», του είπε ένας νεαρός. Εκείνος, πήρε μόνο το παξιμάδι που όντως ήταν πεντανόστιμο.

Η φωτογραφική εργασία και στο παλιό εκκλησάκι είχε ολοκληρωθεί. Ήταν αργά το μεσημέρι, όταν ο ιδιότροπος προσκυνητής - φωτογράφος αποφάσισε πως έφτασε η ώρα του γυρισμού στην Αθήνα. Μάλιστα, θα ακολουθούσε άλλη διαδρομή, λίγο πιο μακρινή, για να θαυμάσει από κοντά και μια εκκλησιά με 17 τρούλους, όπως του είχαν πει οι καλόγεροι του Αγίου Γεωργίου.

Ξεκίνησε πάλι να οδηγεί. Περνώντας από τα διάφορα ορεινά χωριουδάκια, οι μυρωδιές των φρεσκοψημένων κρεατικών του προκαλούσαν όχι πείνα, όπως θα περίμενε, αλλά ένα μειδίαμα αυτοσαρκασμού, ίσως και απογοήτευσης, για την αξία που είχε δώσει πρωτύτερα σε αυτά.

Ευτυχώς, τέλειωσε τις φωτογραφικές του περιπέτειες πριν ξεκινήσει να ψιλοβρέχει. Βρισκόταν τώρα στον δρόμο του γυρισμού, με χίλιες σκέψεις να κατακλύζουν το μυαλό του. Θυμήθηκε τη γκρίνια του, την απροθυμία να νηστεύσει, την έτοιμη δικαιολογία του «οδοιπόρου» που είχε για να κάνει κατάλυση κρέατος. Με νοσταλγία ξανάζησε, έστω νοερά, την ζεστή φιλοξενία στον Άγιο Γεώργιο και - αν είναι δυνατόν! - χάρηκε με τη σκέψη πως από το πρωί ως τώρα το βράδυ, είχε φάει μονάχα ένα πιάτο αρακά και άγρια χόρτα.

Ένιωσε μια περίεργη γαλήνη και αισθάνθηκε πληρότητα μέσα του. Όχι στο στομάχι, που ακολουθεί πάντα τους δικούς του...ρυθμούς, αλλά στην ψυχή του. Μάλλον ήταν αυτό το «Ουκ επ' άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος», που του είχε πει ο παπα - Γεννάδιος αποχαιρετώντας τον. Σοφές κουβέντες, από το στόμα του ίδιου του Χριστού...

Τόσο ευχαριστημένος ήταν, που αποφάσισε να κρατήσει τη νηστεία μέχρι το Πάσχα. Και τα κατάφερε με ευκολία! Περισσότερο δύσκολη υπόθεση ήταν η έκδοση του βιβλίου του, που όμως κι αυτή - συν Θεώ - πραγματοποιήθηκε.

Έτσι, ένα χρόνο μετά, τέτοιες ημέρες στην αρχή της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, θυμήθηκε αυτό το περιστατικό στο παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, στο Φενεό Κορινθίας. Κι αποφάσισε να γράψει δυο λόγια για το μεγάλο μάθημα που πήρε τότε...
http://agiameteora.net

Tuesday, October 9, 2018

Το Σήμερα είναι ένα δώρο


Μια ιστορία που θέλει ένα λεπτό για να την διαβάσετε και να αλλάξετε τον τρόπο σκέψης σας.

Δύο άνδρες , και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου .Του ενός άνδρα του επιτρεπόταν να σηκώνεται όρθιος στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα για να κατέβουν τα υγρά από τα πνευμόνια του .

Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου . Ο άλλος άνδρας έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του ξαπλωμένος .Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες. Μιλούσαν για τις γυναίκες και τις οικογένειές τους,τα σπίτια , τις δουλειές τους , τη συμμετοχή τους στη στρατιωτική θητεία , πού ήταν σε διακοπές.

Κάθε απόγευμα , όταν ο άνδρας στο κρεβάτι με το παράθυρο μπορούσε να σηκωθεί , περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον συγκάτοικό του όλα τα πράγματα που έβλεπε έξω από το παράθυρο.Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους μίας ώρας όπου ο κόσμος του διευρυνόταν και ζωντάνευε με όλη τη δραστηριότητα και το χρώμα από τον κόσμο εκεί έξω.

Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια όμορφη λίμνη. Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια και μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης μπορούσε να ιδωθεί στο βάθος. Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλα αυτά με θεσπέσια λεπτομέρεια , ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό. Ένα ζεστό απόγευμα , ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραψε μία παρέλαση που περνούσε…

Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική – μπορούσε να τη δει στο μάτι του μυαλού του καθώς ο κύριος δίπλα στο παράθυρο το απεικόνιζε με παραστατικές λέξεις.


Μέρες , βδομάδες και μήνες πέρασαν . Ένα πρωί , η πρωινή νοσοκόμα ήρθε να τους φέρει νερό για το μπάνιο τους και είδε το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο , ο οποίος είχε πεθάνει ειρηνικά στον ύπνο του. Ξαφνιάστηκε και κάλεσε τους θεράποντες ιατρούς να πάρουν το νεκρό σώμα .

Μόλις θεωρήθηκε πρέπον, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί δίπλα στο παράθυρο . Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή , και αφού σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο .

Σιγά, επώδυνα , στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα για να δει για πρώτη φορά του τον έξω κόσμο . Πάσχισε να γείρει να δει έξω από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι. Αντίκρισε ένα λευκό τοίχο .

Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα τι θα μπορούσε να κάνει το συχωρεμένο συγκάτοικό του να περιγράφει τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο. Η νοσοκόμα αποκρίθηκε πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο. Είπε , “ Ίσως ήθελε απλώς να σου δώσει θάρρος . “

Επίλογος : Υπάρχει τεράστια ευτυχία στο να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους , παρά τη δική μας κατάσταση. Η μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη , αλλά η ευτυχία όταν μοιράζεται, διπλασιάζεται. Αν θέλεις να νιώσεις πλούσιος , απλώς μέτρησε όλα τα πράγματα που έχεις που τα χρήματα δεν μπορούν να αγοράσουν .

Το Σήμερα είναι ένα δώρο.

https://agapienxristou.blogspot.com

Saturday, October 6, 2018

Ο Άγιος Παΐσιος για τις προγαμιαίες σχέσεις.

Ήρθαν δύο-τρεις φοιτήτριες σήμερα και μου είπαν: «Γέροντα, κάντε προσευχή να περάσουμε στις εξετάσεις» και εγώ τις είπα: «Θα προσευχηθώ να περάσετε τις εξετάσεις της αγνότητας.

Αυτό είναι το πιο βασικό. Όλα τα άλλα βολεύονται μετά». Καλά δεν τις είπα; Ναι, είναι μεγάλο πράγμα να βλέπεις στα πρόσωπα των νέων σήμερα τη σεμνότητα, την αγνότητα! Πολύ μεγάλο πράγμα!

Έρχονται μερικές κοπέλες οι καημένες τραυματισμένες. Ζουν άτακτα με νέους, δεν καταλαβαίνουν πως ο σκοπός τους δεν είναι καθαρός και σακατεύονται. «Τι να κάνω, πάτερ;» με ρωτούν. «Ο ταβερνιάρης, τις λέω, έχει φίλο τον μπεκρή, αλλά γαμπρό δεν τον κάνει στην κόρη του». Να σταματήσετε τις σχέσεις. Αν σας αγαπούν πραγματικά, θα το εκτιμήσουν. Αν σας αφήσουν, σημαίνει ότι δεν σας αγαπούν και θα κερδίσετε χρόνο».

Ο πονηρός εκμεταλλεύεται τη νεανική ηλικία, που έχει επιπλέον και τη σαρκική επανάσταση και προσπαθεί να καταστρέψει τα παιδιά στη δύσκολη αυτή περίοδο που περνούν. Το μυαλό είναι ανώριμο ακόμα, υπάρχει απειρία μεγάλη και απόθεμα πνευματικό καθόλου. Γι’ αυτό ο νέος πρέπει πάντα να αισθάνεται ως ανάγκη τις συμβουλές των μεγαλυτέρων σ’ αυτή την κρίσιμη ηλικία, για να μη γλιστρήσει στο γλυκό κατήφορο της κοσμικής λεωφόρου, που στη συνέχεια γεμίζει την ψυχή από άγχος και την απομακρύνει αιώνια από τον Θεό.

Καταλαβαίνω ότι ένα φυσιολογικό παιδί, στη νεανική ηλικία, δεν είναι εύκολο να βρίσκεται σε τέτοια πνευματική κατάσταση, ώστε να κάνει διάκριση· «ουκ ένι άρσεν και θήλυ». Γι’ αυτό και οι πνευματικοί πατέρες συνιστούν να μην κάνουν συντροφιά τα αγόρια με τα κορίτσια, όσο και πνευματικά κι αν είναι, γιατί η ηλικία είναι τέτοια που δε βοηθάει και ο πειρασμός εκμεταλλεύεται τη νεότητα. Γι’ αυτό συμφερότερο είναι ο νέος θα θεωρηθεί ακόμα και κουτός από τα κορίτσια (ή η νέα από τα αγόρια) για την πνευματική του φρονιμάδα και αγνότητα και να σηκώνει και αυτόν το βαρύ σταυρό. Γιατί αυτός ο βαρύς σταυρός κρύβει όλη τη δύναμη και τη σοφία του Θεού και τότε ο νέος θα είναι πιο δυνατός από τον Σαμψών και πιο σοφός από το σοφό Σολομώντα.

Καλύτερα είναι, όταν βαδίζει, να προσεύχεται και να μην κοιτά δεξιά και αριστερά, ακόμα και αν πρόκειται να παρεξηγηθεί από συγγενικά πρόσωπα, γιατί δήθεν τους περιφρόνησε και δεν τους μίλησε, παρά να περιεργάζεται και να βλάπτεται και να παρεξηγηθεί ακόμα από τους κοσμικούς ανθρώπους που σκέφτονται πονηρά. Χίλιες φορές καλύτερα να φεύγει σαν το αγρίμι από τους ανθρώπους μετά τον εκκλησιασμό για να διατηρήσει την πνευματική του φροντίδα και ό,τι απεκόμισε από τον εκκλησιασμό, παρά να κάθεται και να χαζεύει στις γούνες (ή στις γραβάτες η νέα) και να αγριέψει πνευματικά από το γρατσούνισμα που θα του κάνει ο εχθρός στην καρδιά.

Είναι αλήθεια ότι ο κόσμος δυστυχώς έχει σαπίσει και, απ’ όπου κι αν περάσει μια ψυχή που θέλει να διατηρηθεί αγνή, θα λερωθεί. Με τη διαφορά όμως ότι ο Θεός δεν θα ζητήσει τα ίδια με αυτά που θα ζητούσε την παλιά εποχή από ένα Χριστιανό που ήθελε να διατηρηθεί αγνός. Χρειάζεται ψυχραιμία, και ο νέος να κάνει ό,τι μπορεί. Να αγωνισθεί, για να αποφεύγει τα αίτια, και ο Χριστός μας θα βοηθήσει από εκεί και πέρα. Ο θείος έρωτας, αν φουντώσει στην ψυχή του, είναι τόσο πολύ θερμός που έχει τη δύναμη να καίει κάθε άλλη επιθυμία και κάθε άσχημη εικόνα. Όταν ανάψει αυτή η φωτιά, τότε αισθάνεται και τις θείες εκείνες ηδονές, που δεν μπορεί κανείς να τις συγκρίνει με καμιά άλλη ηδονή.

Όταν γευτεί το ουράνιο εκείνο μάννα, δεν θα του κάνουν καμιά εντύπωση πλέον τα άγρια ξυλοκέρατα. Γι’ αυτό πρέπει να πιάσει γερά το τιμόνι και να κάνει το σταυρό του και να μη φοβάται. Μετά από τον μικρό του αγώνα θα λάβει και την ουράνια τροφή. Την ώρα του πειρασμού θέλει παλληκαριά, και ο Θεός θαυματουργικά θα βοηθήσει.

Μου είχε διηγηθεί ο Γέρο-Αυγουστίνος: Είχε πάει σαν αρχάριος σε ένα Μοναστήρι στην Ρωσία, στην πατρίδα του. Εκεί ήταν όλοι σχεδόν γεροντάκια και έστειλαν αυτόν ως διακονητή, για να βοηθάει έναν υπάλληλο της Μονής στο ψάρεμα, γιατί η Μονή συντηρείτο από την αλιεία. Μια μέρα λοιπόν ήρθε η κόρη του υπαλλήλου και είπε στον πατέρα της να πάει γρήγορα στο σπίτι για μια επείγουσα δουλειά και κάθησε εκείνη να βοηθήσει. Ο πειρασμός όμως την είχε κυριεύσει την ταλαίπωρη και, χωρίς να σκεφθεί, όρμισε επάνω στον δόκιμο με αμαρτωλές διαθέσεις. Εκείνη την στιγμή τα έχασε ο Αντώνιος –αυτό ήταν το κατά κόσμον όνομά του-, γιατί ήταν ξαφνικό.

Έκανε τον σταυρό του και είπε: «Χριστέ μου, καλύτερα να πνιγώ παρά να αμαρτήσω» και πετάχτηκε από την όχθη μέσα στο βαθύ ποτάμι! Αλλά ο Καλός Θεός βλέποντας τον μεγάλο ηρωισμό του αγνού νέου, που ενήργησε σαν νέος Άγιος Μαρτινιανός, για να διατηρηθεί αγνός, τον κράτησε επάνω στο νερό, χωρίς καν να βραχεί! «Ενώ πετάχθηκα, μου έλεγε, με το κεφάλι κάτω, δεν κατάλαβα πώς βρέθηκα όρθιος επάνω στο νερό, χωρίς να βραχούν ούτε τα ρούχα μου!».

Εκείνη την στιγμή ένιωσε και μια εσωτερική γαλήνη με μια ανέκφραστη γλυκύτητα, που εξαφάνισε τελείως κάθε λογισμό αμαρτωλό και κάθε ερεθισμό σαρκικό, που του είχε δημιουργήσει προηγουμένως με τις άσεμνες χειρονομίες της η κοπέλα. Όταν είδε μετά η κοπέλα επάνω στο νερό όρθιο τον Αντώνιο, άρχισε να κλαίει μετανοιωμένη για το σφάλμα της και συγκινημένη για το μεγάλο αυτό θαύμα.

Παλιά με τι θυσίες κρατούσαν την αγνότητά τους οι κοπέλες! Θυμάμαι, στον πόλεμο είχαν αγγαρέψει μερικούς χωρικούς με τα ζώα τους και είχαν αποκλεισθεί σε ένα ύψωμα από τα χιόνια. Οι κάτω από τα χιονισμένα έλατα έκαναν κάτι υπόστεγα με κλωνάρια από έλατα, για να προφυλαχθούν από το κρύο. Οι γυναίκες πάλι αναγκάσθηκαν να προστατευθούν από συγχωριανούς, γνωστούς ανθρώπους. Μια κοπέλα και μια γριά ήταν από κάποιο μακρινό χωριό και αναγκάσθηκαν και αυτές να μπουν σε ένα από αυτά τα ελάτινα υπόστεγα. Αλλά δυστυχώς υπάρχουν μερικοί άπιστοι και δειλοί. Οι οποίοι δεν συγκλονίζονται ακόμη και εν καιρώ πολέμου. Δεν πονάνε για τους διπλανούς τους που τραυματίζονται ή σκοτώνονται, αλλά, εάν βρουν ευκαιρία, επιδιώκουν ακόμη και να αμαρτήσουν, γιατί φοβούνται μήπως σκοτωθούν και δεν προλάβουν να γλεντήσουν, ενώ έπρεπε, τουλάχιστον εν ώρα κινδύνου, να μετανοήσουν.

Ένας σαν και αυτούς που εν καιρώ πολέμου, όπως ανέφερα, δεν σκέφτονται να μετανοήσουν, αλλά να αμαρτήσουν, ενοχλούσε την κοπέλα τόσο άσχημα που αναγκάσθηκε να φύγει. Προτίμησε να ξυλιάσει, ακόμη και να πεθάνει έξω στα χιόνια, παρά να χάση την τιμή της. Βλέποντας η καημένη η γριά ότι έφυγε η κοπέλα, ακολούθησε και αυτή τα ίχνη της και την βρήκε τριάντα λεπτά μακριά, κάτω από ένα μικρό υπόστεγο ενός εξωκκλησιού του Τιμίου Προδρόμου. Ο Τίμιος Πρόδρομος ενδιαφέρθηκε για την τίμια κοπέλα και την οδήγησε στο εξωκκλησάκι του που η κοπέλα ούτε καν το ήξερε. Και στην συνέχεια τι έκανε ο Τίμιος Πρόδρομος!

Παρουσιάσθηκε σ΄ έναν στρατιώτη (9), στον ύπνο του, και του είπε να πάει στο εξωκκλήσι του το συντομώτερο. Σηκώνεται λοιπόν ο στρατιώτης και ξεκινάει μέσα στην φωτισμένη νύχτα από τα χιόνια και πάει στο εξωκκλήσι, ήξερε περίπου που είναι. Τι να δη όμως! Μια γριά και μια κοπέλα καρφωμένες μέσα στο χιόνι μέχρι τα γόνατα, μελανιασμένες και ξυλιασμένες από το κρύο. Άνοιξε αμέσως το εκκλησάκι, μπήκαν μέσα και συνήλθαν κάπως. Δεν είχε τίποτε άλλο να τους προσφέρει ο στρατιώτης παρά το κασκόλ του στην γριά και από ένα γάντι στην καθεμία και τις είπε να το αλλάζουν τα χέρια. Του διηγήθηκαν μετά τον πειρασμό που συνάντησαν. «Καλά, λέει στην κοπέλα ο στρατιώτης, πώς αποφάσισες να φύγεις νύχτα, μέσα στα χιόνια και σε άγνωστο μέρος;»

Και εκείνη απάντησε: «Εγώ μόνον αυτό μπορούσα να κάνω και πίστευα ότι ο Χριστός θα με βοηθούσε από εκεί και πέρα». Τότε ο στρατιώτης τελείως αυθόρμητα, από πόνο και όχι απλώς για να τις παρηγορήσει, λέει: «Τελείωσαν πια τα βάσανά σας. Αύριο θα είσθε στα σπίτια σας». Με τα λόγια αυτά χάρηκαν πολύ και ζεστάθηκαν περισσότερο. Και πράγματι, ξεκίνησαν τα Λ.Ο.Μ., άνοιξαν τον δρόμο και την άλλη μέρα το πρωί τα στρατιωτικά μεταγωγικά ήταν εκεί, και οι καημένες πήγαν στα σπίτια τους. Τέτοιες Ελληνοπούλες που είναι ντυμένες και με θεία Χάρη –και όχι οι απογυμνωμένες και από θεία Χάρη- πρέπει να θαυμάζονται και να επαινούνται.

Τα καημένα τα παιδιά τα καταστρέφουν σήμερα με θεωρίες διάφορες.

Γι’ αυτό είναι αναστατωμένα, ζαλισμένα. Άλλο θέλει να κάνη το παιδί, άλλο κάνει. Αλλού θέλει να πάει, αλλού το πάει το ρεύμα της εποχής. Μεγάλη προπαγάνδα γίνεται από σκοτεινές δυνάμεις που κατευθύνουν όσα παιδιά δεν τους κόβει πολύ το μυαλό.

Στα σχολεία μερικοί δάσκαλοι λένε: «Για να έχετε πρωτοβουλία, να μη σέβεστε, να μην υποτάσσεστε στους γονείς», και τα αχρηστεύουν.

Μετά τα παιδιά δεν ακούνε ούτε γονείς ούτε δασκάλους. Και είναι δικαιολογημένα, γιατί νομίζουν πως έτσι πρέπει να κάνουν. Τα υποστηρίζει και το κράτος, τα κανοναρχούν, τα εκμεταλλεύονται και οι άλλοι που δεν νοιάζονται ούτε για Πατρίδα ούτε για οικογένεια ούτε για τίποτε, για να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους.

Ε, αυτό λίγο-πολύ έχει κάνει πολύ κακό στην νεολαία σήμερα, πάρα πολύ κακό, μέχρι που καταλήγουν τα παιδιά να έχουν αρχηγό τον διάβολο. Φοβερό! Τι σας δίνει και τι σας παίρνει, κακόμοιρα παιδιά!

Μικρά παιδιά αγριεμένα, με τους καφέδες, με τα τσιγάρα… Πού να δεις βλέμμα λαμπερό, Χάρη Θεού στο πρόσωπό τους!

Δεν είναι ελευθερία όταν πούμε στους νέους ότι όλα επιτρέπονται έλεγε ο π. Παίσιος. Για να προκόψει κανείς πρέπει να δυσκολευθεί. Έχουμε ένα δενδράκι. Το περιποιούμαστε, του βάζουμε πάσσαλο και το δένουμε με σχοινί. Δεν το δένουμε όμως με σύρμα, γιατί θα του κάνουμε κακό. Με τους τρόπους αυτούς δεν περιορίζουμε το δενδράκι; Και όμως δεν γίνεται αλλιώς. Για κοιτάξτε και το παιδάκι. Του περιορίζουμε την ελευθερία από την αρχή. Μόλις συλλαμβάνεται είναι περιορισμένο το κακόμοιρο στην κοιλιά της μητέρας· μένει εκεί εννιά μήνες. Μόλις αρχίζει να μεγαλώνει του βάζουν κάγκελα. Όλα αυτά φαίνονται ότι του στερούν την ελευθερία, αλλά δίχως αυτά τα προστατευτικά μέτρα το παιδί θα πέθαινε από την πρώτη στιγμή.

Μια φορά είχε έρθει στο καλύβι ένα νέο παιδί απελπισμένο, γιατί έπεφτε σε σαρκική αμαρτία και δεν μπορούσε να απαλλαγεί από αυτό το πάθος. Είχε πάει σε δύο πνευματικούς που προσπάθησαν με αυστηρό τρόπο να το βοηθήσουν να καταλάβει ότι είναι βαρύ αυτό που κάνει. Το παιδί απελπίστηκε. «Αφού ξέρω ότι αυτό που κάνω είναι αμαρτία, είπε, και δεν μπορώ να σταματήσω να το κάνω και να διορθωθώ, θα κόψω κάθε σχέση μου με τον Θεό». Όταν άκουσα το πρόβλημά του, το πόνεσα το καημένο και του είπα: «Κοίταξε, ευλογημένο, ποτέ να μην ξεκινάς τον αγώνα σου απ’ αυτά που δεν μπορείς να κάνεις, αλλά από αυτά που μπορείς να κάνεις. Για να δούμε τι μπορείς να κάνεις και να αρχίσεις από αυτά.

Μπορείς να εκκλησιάζεσαι κάθε Κυριακή;». «Μπορώ», μου λέει. 
«Μπορείς να νηστεύεις κάθε Τετάρτη και Παρασκευή;». «Μπορώ». 
«Μπορείς να δίνεις ελεημοσύνη το ένα δέκατο απ’ το μισθό σου ή να επισκέπτεσαι αρρώστους και να τους βοηθάς;». «Μπορώ». 
«Μπορείς να προσεύχεσαι κάθε βράδυ, έστω και αν αμάρτησες και να λες: «Θεέ μου, σώσε την ψυχή μου;». «Θα το κάνω γέροντα» μου λέει. «Άρχισε, λοιπόν, του λέω, από σήμερα να κάνεις όλα αυτά που μπορείς και ο Παντοδύναμος Θεός θα κάνει το ένα που δεν μπορείς». Το καημένο ηρέμησε και συνέχεια έλεγε: «Σ’ ευχαριστώ, πάτερ». Είχε, βλέπεις, φιλότιμο και ο Καλός Θεός το βοήθησε.

(Απόσπασμα από το βιβλίο του πατερ. Γεωργίου Καλπούζου «Έφηβοι και προγαμιαίες σχέσεις», σελ. 60-67).

Thursday, September 27, 2018

Η σκέπη της μετανοίας - Αββάς Ησαΐας

 Όσον καιρό είναι το βρέφος στην αγκαλιά της μητέρας του, αυτή συνεχώς το φυλάει άπό κάθε κακό και όταν κλάψει, αμέσως του δίνει τον μαστό της καμιά φορά το χαστουκίζει ελαφρά, δσο σηκώνει, γιά νά το φοβερίσει νά θηλάζει το γάλα της με φόβο και νά μήν είναι δύστροπο αν όμως κλάψει, το σπλαχνίζεται, γιατί βγήκε άπό τά σπλάχνα της το καλοπιάνει, το φιλά, το χαϊδεύει, ωσότου νά δεχτεί τον μαστό της.

Άν δείξουν στο βρέφος χρυσάφι ή ασήμι ή μαργαριτάρια ή όποιο άλλο σκεύος του κόσμου, αυτό τά κοιτάζει βέβαια, άλλα, καθώς είναι στην αγκαλιά της μητέρας του, όλα τά παραβλέπει, γιά νά θηλάσει άπό τον μαστό της. Δέν το μαλώνει ό πατέρας του, πού δεν δουλεύει ή πού δέν πάει νά πολεμήσει τους εχθρούς του. Ξέρει ότι είναι μικρό και δέν μπορεί έχει πόδια, άλλα δέν μπορεί νά στηριχτεί σε αυτά έχει χέρια, αλλά δέν μπορεί νά κρατήσει όπλα. Περιμένουν λοιπόν με υπομονή οι γονείς του, ώσπου νά μεγαλώσει.

Όταν μεγαλώσει λίγο και γίνει παιδάκι, και πάει νά παλέψει με κάποιον και εκείνος το ρίξει κάτω, δέν του θυμώνει γι' αυτό ό πατέρας του, γιατί ξέρει ότι ακόμη είναι παιδί. Όταν όμως γίνει άντρας, τότε φαίνεται ή προθυμία του, αν έχει έχθρα προς τους εχθρούς του πατέρα του, και τότε και ό πατέρας του εμπιστεύεται σε αυτόν τα υπάρχοντα του, γιατί είναι γιος του.
Άν όμως, μετά από τόσους κόπους πού πέρασαν γι' αυτό οι γονείς του, γίνει, όταν μεγαλώσει, ένας παλιάνθρωπος και μισήσει τους καλούς γονείς του και δεν υπακούει σε αυτούς και γίνει φίλος με τους εχθρούς τους, αυτοί παύουν να το αγαπούν, το διώχνουν από το σπίτι τους και το άποκληρώνουν.

Και έμεΐς λοιπόν, αδελφοί, ας φροντίσουμε για τον εαυτό μας, να μείνουμε στη σκέπη της μετάνοιας, και ας θηλάσουμε γάλα από τους άγιους μαστούς της, για να μας θρέψει· και ας υπομείνουμε τον ζυγό της καθώς θα μας παιδαγωγεϊ, ώσπου να αναγεννηθούμε πνευματικά σύμφωνα μέ το θέλημα του Θεού και νά γίνουμε ώριμοι, φτάνοντας στην τελειότητα πού μέτρο της εΐναι ό Χριστός.

Sunday, September 23, 2018

Μπροστὰ στὸν θάνατο οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδύναμοι ( Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς )




Μπροστὰ στὸν θάνατο οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδύναμοι σὰν τὰ κουνούπια, σὰν τὰ πετραδάκια.
Γιὰ ποιὸ πρᾶγμα καυχᾶσθε ὦ ἄνθρωποι;
Γιὰ τὸν πλοῦτο, τὴν ἐπιστήμη, τὴν φιλοσοφία καὶ τὴν κουλτούρα;
Ὅλα αὐτὰ εἶναι σκύβαλα - σὺ καὶ ἐγὼ δοῦλοι τοῦ θανάτου! Κάθε ἄνθρωπος εἶναι δοῦλος τοῦ φόβου, δοῦλος τοῦ θανάτου.
Μπορεῖ νὰ γίνει ἄνθρωπος σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο μὲ χαρά;
Ὄχι δὲν μπορεῖ.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ ἀντικρίσει σοβαρὰ τὸν ἑαυτό του καὶ μὲ σοβαρότητα θὰ κοιτάξει τὸν θάνατο σὰν τὸν ἔσχατο σταθμὸ αὐτῆς τῆς ζωῆς, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει χαρὰ σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο, δὲν ὑπάρχει γι' αὐτὸν καμιὰ ἀπόλαυση ἐδῶ. Ὅλες οἱ ἀπολαύσεις εἶναι ἕνα ψέμα, ἐὰν ὁ θάνατος ἀποτελεῖ γιὰ μένα καὶ γιὰ σένα τὸν τελευταῖο σταθμὸ αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
Ποιὸς εἰσήγαγε τὸν θάνατο σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο;
Ποιὸς ἄλλος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία;
Στὸν ἄνθρωπο ἀνήκει δυστυχῶς, αὐτὸς ὁ γεμάτος ντροπὴ ρόλος αὐτῆς τῆς ζωῆς, τῆς εἰσαγωγῆς δηλ. τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο.
Δὲν τὸ ἔπραξαν αὐτὸ μήτε οἱ τίγρεις μήτε οἱ ἀλεποῦδες, τὸ ἔπραξε ὁ ἄνθρωπος.
Γι' αὐτὸ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλάσμα ντροπιασμένο μπροστὰ σὲ ὅλα τὰ ζώα καὶ ὅλα τὰ φυτά καὶ ὅλα τὰ πετούμενα.
Πρέπει νὰ ντρέπεται ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἐκλιπαρεῖ γιὰ συγνώμη ἀπὸ τὸ κάθε πουλὶ γιὰ τὸ ὅτι αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔφερε τὸν θάνατο στὸν κόσμο αὐτό, ἔφερε τὸν θάνατο καὶ στὰ πουλιά καὶ στὰ ζῶα καὶ στὰ φυτά.
Τὰ πάντα φθείρονται καὶ ἀποθνήσκουν.
Μέχρι πότε ὅμως;
Μέχρι τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ὅταν ὁ Κύριος θὰ κρίνει τὸν κόσμο καί, στὴ θέση τῆς παλαιᾶς γῆς, θὰ δώση καινὴ γῆ, ὅταν ὅλα θὰ γίνουν ἀθάνατα ἐπάνω της.
Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε μὰ οὔτε καὶ ξέρουμε νὰ τὸ συλλάβουμε, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἡ καλὴ εἴδηση τοῦ Κυρίου καὶ Χριστοῦ μας.


Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Tuesday, September 18, 2018

Οι γυναίκες της εποχής μας ( Γεροντας Σωφρωνιος Ζαχάρωφ )

Τα παιδιά μας έγιναν ανίκανα για την πίστη εξ αιτίας των γονέων - Πώς ή γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;
[...]Επειδή οι γυναίκες της εποχής μας έχασαν την υψηλή αυτή συνείδηση, άρχισαν να γεννούν προπαντός κατά σάρκα. Τα παιδιά μας έγιναν ανίκανα για την πίστη. Συχνά αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι εικόνα του Αιωνίου Θεού. Η μεγαλύτερη αμαρτία στις ημέρες μας έγκειται στο ότι οι άνθρωποι βυθίστηκαν στην απόγνωση και δεν πιστεύουν πια στην Ανάσταση. Ο θάνατος του ανθρώπου εκλαμβάνεται από αυτούς ως τελειωτικός θάνατος, ως εκμηδένιση, ενώ πρέπει να θεωρείται ως στιγμή αλλαγής της μορφής της υπάρξεώς μας ως ημέρα γεννήσεώς μας στην ανώτερη ζωή, σε ολόκληρο πλέον το πλήρωμα της ζωής που ανήκει στο Θεό.
Αλήθεια, το Ευαγγέλιο λέει: «Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον ο δε απειθών τω Υιώ ουκ όψεται ζωήν» (Ιωάν. 3,36). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν ότι… ο πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. 5,24). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν τις τον λόγον τον εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα» (Ιωάν. 8,51). Παρόμοιες λοιπόν εκφράσεις μπορούμε να αναφέρουμε πολλές.
Συχνά ακούω από τους ανθρώπους: Πώς ή γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;
Γιατί η πλειονότητα των ανθρώπων έχασε την ικανότητα να πιστεύει; Δεν είναι άραγε η νέα απιστία συνέπεια της ευρύτερης μορφώσεως, όταν αυτό που λέει η Γραφή γίνεται μύθος, απραγματοποίητο όνειρο;
Η πίστη, η ικανότητα για την πίστη, δεν εξαρτάται πρωτίστως από τον βαθμό μορφώσεως του ανθρώπου. Πράγματι παρατηρούμε ότι στην εποχή μας, κατά την οποία διαδίδεται η μόρφωση, η πίστη ελαττώνεται, ενώ θα έπρεπε ουσιαστικά να συμβαίνει το αντίθετο όσο δηλαδή πλατύτερες γίνονται οι γνώσεις του ανθρώπου, τόσο περισσότερες αφορμές έχει για να αναγνωρίζει τη μεγάλη σοφία της δημιουργίας του κόσμου. Σε τί λοιπόν συνίσταται η ρίζα της απιστίας;
Πριν απ’ όλα οφείλουμε να πούμε ότι το θέμα αυτό είναι πρωτίστως έργο των γονέων, των πατέρων και των μητέρων. Αν οι γονείς φέρονται προς την πράξη της γεννήσεως του νέου άνθρωπου με σοβαρότητα, με τη συνείδηση ότι το γεννώμενο βρέφος μπορεί να είναι αληθινά «υιός άνθρωπου» κατ’ εικόνα του Υιού του Ανθρώπου, δηλαδή του Χριστού, τότε προετοιμάζονται για την πράξη αυτή όχι όπως συνήθως γίνεται αυτό. Να ένα υπέροχο παράδειγμα ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ προσεύχονταν για πολύ καιρό να τους χαρισθεί τέκνο… Και τί συνέβη λοιπόν; «Ώφθη δε αιτώ (τω Ζαχαρία) άγγελος Κυρίου εστώς εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. Και εταράχθη Ζαχαρίας ιδών, και φόβος επέπεσεν επ’ αυτόν. Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος μη φοβού, Ζαχαρία διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ γεννήσει υιόν σοι, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιωάννην και έσται χαρά σοι και αγγαλίασις, και πολλοί επί τη γεννήσει αυτού χαρήσονται. Έσται γαρ μέγας ενώπιον του Κυρίου… και Πνεύματος Αγίου πλησθήσεται έτι εκ κοιλίας μητρός αυτού, και πολλούς των υιών Ισραήλ επιστρέψει έπι Κύριον τον Θεόν αυτών» (Λουκ. 1,11-16).
Βλέπουμε μάλιστα στη συνέχεια ότι ο Ιωάννης, ευρισκόμενος ακόμη στην κοιλιά της μητέρας του, αναγνώρισε την επίσκεψη της μητέρας του Χριστού, σκίρτησε από χαρά και η χαρά του μεταδόθηκε στη μητέρα του. Τότε εκείνη γέμισε με προφητικό πνεύμα. Άλλο παράδειγμα είναι η προφήτιδα Άννα.
Έτσι και τώρα αν οι πατέρες και οι μητέρες θα γεννούν παιδιά συναισθανόμενοι την άκρα σπουδαιότητα του έργου αυτού, τότε τα παιδιά τους θα γεμίζουν από Πνεύμα Άγιο, ήδη από την κοιλιά της μητέρας και η πίστη στον Θεό, τον Δημιουργό των απάντων, ως προς τον Πατέρα τους, θα γίνει γι’ αυτά φυσική, και καμία επιστήμη δεν θα μπορέσει να κλονίσει την πίστη αυτή, γιατί «το γεννώμενον εκ Πνεύματος πνεύμα εστίν». Η ύπαρξη λοιπόν του Θεού και η εγγύτητά του σε μας είναι για μια τέτοια ψυχή οφθαλμοφανές γεγονός. Και η απιστία των πολυμαθών ή των αμαθών στα μάτια των τέκνων αυτών του Θεού θα είναι απλώς απόδειξη ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν γεννήθηκαν ακόμη Άνωθεν, και ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος αυτού δεν πιστεύουν στον Θεό, διότι είναι εξολοκλήρου σάρκα, γεννημένοι από σάρκα.
Εκείνο όμως που αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για την Εκκλησία, τον προορισμό της, είναι το πώς να πείσει τους ανθρώπους ότι είναι αληθινά τέκνα και θυγατέρες του αιωνίου Πατρός πώς να δείξει στον κόσμο τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής, όμοιας προς τη ζωή του ιδίου του Χριστού, ή τη ζωή των προφητών και των αγίων.
Η Εκκλησία οφείλει να φέρει στον κόσμο όχι μόνο την πίστη στην ανάσταση, αλλά και τη βεβαιότητα γι’ αυτήν. Τότε περιττεύει η απαίτηση για οποιεσδήποτε άλλες ηθικιστικές διδασκαλίες.
Αποσπάσματα από το βιβλίο του (†)Αρχιμ. Σωφρονίου, «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ 2010 
 
Πηγή: http://hellas-orthodoxy.blogspot.co.
http://agapienxristou.blogspot.com

Saturday, September 15, 2018

Ρώτησαν τον αββά Ησαία τι είναι ταπείνωση ....( Γεροντικό )



Ρώτησαν τον αββά Ησαία τι είναι ταπείνωση, κι εκείνος είπε:

-Ταπείνωση είναι να θεωρούμε τον εαυτό μας πιο αμαρτωλό απ΄ όλους τους ανθρώπους και να εξουθενώνουμε τον εαυτό μας ότι τίποτε καλό δεν κάναμε ενώπιον του Θεού.
Και η εργασία της ταπείνωσης είναι η εξής: Να σιωπούμε, να μη ψηφίζουμε τον εαυτό μας σε καμιά περίπτωση, να μην είμαστε φιλόνικοι, να είμαστε έτοιμοι για υποταγή, με το βλέμμα χαμηλωμένο, τον θάνατο να έχουμε πρό οφθαλμών, να μην χρησιμοποιούμε το ψέμα και τον αργό λόγο.

Να μην αντιμιλούμε στον μεγαλύτερο, να μη θέλουμε να περάσει ο λόγος μας, να υπομένουμε τις περιφρονήσεις, να μισήσουμε την ανάπαυση, να βιάζουμε τον εαυτό μας σε κάθε περίπτωση, να είμαστε νηφάλιοι, να κόψουμε το θέλημά μας, να μην προκαλούμε κανέναν και να μη φθονούμε κανένα».
«Ας μη μιλάει η γλώσσα σου, αλλά η πράξη. Ο λόγος σου να΄ ναι ταπεινός περισσότερο απ΄ ό,τι η πράξη.
Μην μιλήσεις ερήμην της συνειδήσεώς σου και μη διδάξεις χωρίς ταπείνωση, για να δεχθεί η γη τον σπόρο σου». 



Γεροντικό