Friday, July 3, 2015

Περί φόβου Θεού ( Γεροντας Κλεοπας )


Πατέρες και αδελφοί,
Στον σημερινό λόγο εγώ ο ανάξιος και αδύνατος για τα καλά έργα, θέλω να αναφέρω στην Οσιότητα σας μία από τις μεγαλύτερες αρετές του χριστιανισμού, τον φόβο του Θεού, ο οποίος βοηθεί όλους μας να βαδίσουμε την δύσκολη οδό της σωτηρίας, την επιτέλεση των εντολών του Θεού και των καλών έργων. Με αυτή την μεγάλη αρετή διέλαμψαν στον κόσμο οι άγιοι και εκλεκτοί του Θεού άνθρωποι.

Πρώτα πρέπει να εξετάσουμε τι μας λέγει η Αγία Γραφή για τον θείο φόβο. Ο Προφήτης Δαβίδ λέγει ότι: «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου», ο δε Σολομών λέγει: «φόβος Κυρίου εστί διδασκαλία και σοφία», ενώ στο βιβλίο Σοφία Σειράχ διαβάζουμε ότι ο φόβος του Κυρίου είναι ανώτερος από κάθε αρετή. Στις Παροιμίες (14, 27) διαβάζουμε ότι ο φόβος του Θεού είναι πηγή της ζωής, και στην Σοφία Σειράχ ότι είναι η ρίζα της σοφίας. Κατά τον Προφήτη Ησαϊα (33,5) ο φόβος του Θεού είναι αιώνιος θησαυρός της δικαιοσύνης, ενώ κατά τον Προφήτη Ιερεμία (39,40) ο φόβος του Κυρίου είναι δώρο του Θεού. «Και δώσω αυτοίς οδόν ετέραν και καρδίαν ετέραν του φοβηθήναι με πάσας τας ημέρας... και τον φόβον μου δώσω εις την καρδίαν αυτών προς το μη άποστήναι αυτούς απ’ εμού».


Από τους Αγίους Πατέρας αρκετοί μας μίλησαν για τον θείο φόβο. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέγει ότι ο φόβος του Θεού είναι αρχή των καλών έργων, ενώ ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ότι είναι η αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου. Ο άγιος Εφραίμ λέγει ότι ο φόβος του Κυρίου είναι σαν ένα δίκοπο σπαθί το οποίο κόπτει όλες τις κακές επιθυμίες και κάθε δαιμονική επίθεση κατά των μοναχών, και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγει ότι ο φόβος του Θεού είναι ένα ανίκητο όπλο της πίστεως. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τον παρομοιάζει με τον ήλιο, ο όποιος στέλνοντας μία ακτίνα στο δωμάτιο, αποκαλύπτει σ’ αυτό και το μικρότερο σκουπίδι και την λεπτότερη σκόνη, ενώ σε άλλο μέρος ο ίδιος λέγει ότι ο πλούτος του θείου φόβου είναι η αρχή της αγάπης προς τον Θεό.


Ο φόβος του Θεού, κατά τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή γεννάται από την πίστη προς τον Θεό, ενώ ο Ιωάννης της Κλίμακος λέγει ότι προέρχεται από την γνώσι του εαυτού μας (Λόγος 25ος). Ο Άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός λέγει: «Γι’ αυτό και εγώ είμαι τόσο κακός και χειρότερος από έναν άπιστο και δεν θέλω να εργασθώ για να εύρω την βαθειά πίστη και με αυτή να έλθω στον φόβο του Θεού και στην αρχή της σοφίας του Πνεύματος». Ο ίδιος άγιος διαιρεί τον θείο φόβο σε δύο είδη και συγκεκριμένα: «Είναι ο φόβος του Θεού που λέγεται και πρωταρχικός και ο άλλος ο τέλειος που γεννάται από τον πρώτο». Για τον πρώτο φόβο μας ομιλεί η Αγία Γραφή, όταν λέγει: «τω δε φόβω Κυρίου εκκλίνει πας από κακού» (Παροιμ. 15, 27) και πάλι: «Καθήλωσον εκ του φόβου σου τας σάρκας μου, από γάρ των κριμάτων σου εφοβήθην» (Ψαλ. 118, 120). Αυτός ο πρώτος φόβος του Θεού προσιδιάζει στους δούλους: «Εκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν» (33, 15) και πάλι: «Καθήλωσον εκ του φόβου σου τας σάρκας μου, από γάρ των κριμάτων σου εφοβήθην» (Ψαλ. 118, 120). Όσο ασκείται κάποιος στο αγαθό, άλλο τόσο αποκτά και τον φόβο του Θεού, γνωρίζει και τα μικρότερα σφάλματα του, τα οποία ποτέ δεν τα είχε μέχρι τότε επισημάνει, επειδή ευρισκόταν στο σκοτάδι της αγνωσίας του. Ιδού ένα παράδειγμα: Κάποιος βαδίζει την νύκτα σ’ ένα ολισθηρό δρόμο και γεμάτο λάσπη. Του συμβαίνει να πέσει και να λερωθεί, αλλά λόγω του σκότους της νυκτός δεν μπορεί να αντιληφθεί κατά πόσο λερώθηκαν τα ρούχα του. Την επομένη ήμερα, όταν ταξιδεύσει, βλέπει υπό το φως του ηλίου πόσο λερώθηκαν τα ρούχα του από τα λασπόνερα και τις βρωμιές. Το ίδιο συμβαίνει και με αυτόν που είναι αρχάριος στον φόβο του Θεού. Γνωρίζει ότι έπεσε και είναι λερωμένος, αλλά δεν γνωρίζει με λεπτομέρεια σε ποια φοβερή κατάσταση ευρίσκεται. Εισερχόμενος όμως στο πρώτο στάδιο του θείου φόβου αρχίζει να γνωρίζει την ρυπαρότητα της ψυχής του και όλονέν καθαιρούμενος από τα πάθη εισέρχεται στο δεύτερο στάδιο του θείου φόβου. «Ο φόβος Κυρίου αγνός, διαμένων εις αιώνα αιώνος» (Ψαλμ. 18, 10).


Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής μας εξηγεί σαφέστερα για τα δύο είδη του θείου φόβου: «Ο φόβος του Θεού είναι δύο ειδών: ο ένας καθαρός και ο άλλος ακάθαρτος, επειδή και οι άνθρωποι άλλοι είναι ακάθαρτοι και άλλοι δίκαιοι. Οι δίκαιοι φυλάγουν μέσα τους τον θειο φόβο με την καθαρότητα της συνειδήσεως τους, ενώ οι αμαρτωλοί λαμβάνουν από τον Θεό το πρώτο είδος του θείου φόβου, που τους προκαλείται λόγω των αμαρτιών τους και των ενδεχομένων παιδεύσεων, εάν δεν μετανοήσουν. Ο καθαρός φόβος παραμένει πάντοτε και δεν σβήνει, κατά το ανωτέρω ψαλμικό, ενώ ο ακάθαρτος σβήνει και παρέρχεται με την δύναμη της μετανοίας. Γι’ αυτό, όταν ο Απόστολος έλεγε ότι αυτός που φοβάται δεν τελειώθηκε ακόμη στην αγάπη, είχε υπ’ όψιν του το πρώτο είδος του θείου φόβου, ενώ, όταν ο Προφήτης Δαβίδ λέγει ότι, όσοι έχουν τον θείο φόβο δεν στερούνται από τίποτε, έχει υπ’ όψιν του το δεύτερο και τελειότερο είδος του θείου φόβου. «Μακάριος ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον, εν ταις εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα» (Ψαλμ. 111,1), δηλαδή αγαπά πάρα πολύ να εκτελεί τις εντολές του. Ένας τέτοιος άνθρωπος ευρίσκεται στην θέση του υιού, κατά χάριν Θεού, επειδή δεν εργάζεται τις εντολές από τον φόβο των βασάνων, αλλά μόνο από αγάπη προς τον Θεό.


Συνεχίζοντας τον λόγο μας, ας αναφερθούμε τώρα και στους καρπούς αυτής της ευλογημένης αρετής των αρετών. Πάλι η Αγία Γραφή μας πληροφορεί ότι οι καρποί της είναι η αρχή σοφίας (Παροιμ. 1,7), «φόβος Κυρίου προστίθησιν ημέρας» (Παροιμ. 10,27), είναι πηγή της ζωής (Παροιμ. 14, 27), φυλάττει από το κακό (Παροιμ. 8,13), είναι τιμή προς τον Θεό (Ψαλμ. 5,8). «Κύριον τον Θεόν σου φοβηθήσει και αυτώ μόνω λατρεύσεις» (Δευτ. 6,13) ή «Δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και άγαλλιάσθε αυτώ εν τρόμω» (Ψαλμ. 2,11).


Ο φόβος του Κυρίου μας βοηθεί να εργαζόμαστε την σωτηρία μας, κατά την μαρτυρία του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος συμβουλεύοντας τους Φιλιππισίους τους λέγει τα εξής: «μετά φόβου και τρόμου την εαυτών σωτηρίαν κατεργάζεσθε» (2,12), μας ενισχύει στην πραγματοποίηση των θείων εντολών στην ζωή μας «και ενετείλατο ημίν Κύριος ποιείν πάντα τα δικαιώματα ταύτα φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν ημών, ίνα ευ η ημίν πάσας τας ημέρας, ίνα ζώμεν ώσπερ και σήμερον» (Δευτερ. 6,24), μας βοηθεί στην απόκτηση της καθαρότητος και αγιότητος, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Ταύτας έχοντες τας επαγγελίας, αγαπητοί, καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β' Κορ. 7,1). Επίσης μας βοηθεί να κρίνουμε τον συνάνθρωπο μας με δικαιοσύνη (Εξοδ. 18), μας κάνει ευάρεστους ενώπιον του Θεού, όπως είναι γραμμένο: «αλλ’ εν παντί Εθνει ο φοβούμενος αυτόν και εργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αυτώ εστί» (Πράξ. 10,35), μας αξιώνει από τον Θεό αμέτρητων δωρεών, όπως λέγει το ψαλμικό: «Ως πολύ το πλήθος της χρηστότητας σου, Κύριε, ης έκρυψας τοις φοβουμένοις σε» (Ψαλμ. 30,20), μας βοηθεί ν’ αποκτήσουμε το θείο έλεος: «ότι κατά το ύψος του ουρανού από της γης εκραταίωσε Κύριος το έλεος αυτού επί τοις φοβουμένοις αυτόν» (Ψαλμ. 102,11). Ο θείος φόβος μας δίνει παρρησία στην προσευχή μας προς τον Θεό, ο Οποίος και εισακούει τα αιτήματα μας: «Θέλημα των φοβούμενων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς» (Ψαλμ. 144,19), μας κάνει άξιους της ευλογίας του Κυρίου «τις εστίν άνθρωπος ο φοβούμενος τον Κύριον;» (Ψαλμ. 24,12), μας φυλάγει από τον φόβο και τρόμο των ανθρώπων, κατά το ψαλμικό (22,4): «Ου φοβηθήσομαι κακά ότι συ μετ’ έμου ει», ενώ ο Κύριος μας λέγει: «Μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι...» (Ματθ. 10,28).


Από τους θείους Πατέρας που ομιλούν για τους καρπούς του φόβου του Θεού ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει: «Ο φόβος του Θεού είναι το θεμέλιο για το ταξίδι του ανθρώπου προς τους ουρανούς, ενώ ο άγιος Νικόδημος λέγει: «Ο φόβος του Θεού είναι πηγή, μητέρα και ρίζα της συνέσεως και όλων των αρετών». Ο θειος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει ότι ο θείος φόβος μας βοηθεί στην εφαρμογή των εντολών του Κυρίου και στην καθαρότητα του σώματος. Όποιος απέκτησε τον θείο φόβο δεν φοβάται τίποτε κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, ο οποίος λέγει ακριβώς: «Όποιος έγινε δούλος του Θεού, δεν φοβάται τον Δεσπότη του, ενώ όποιος δεν έχει τον θείο φόβο, αυτός φοβάται ακόμη και τη σκιά του» (Λόγος 21ος).


Ιδού εν συνεχεία μερικά παραδείγματα αγίων ανδρών από την Αγία Γραφή, οι οποίοι ήταν άνθρωποι φοβούμενοι τον Θεό: Ο πατριάρχης Νώε «πίστει χρηματισθείς περί των μηδέπω βλεπομένων, ευλαβηθείς κατασκεύασε κιβωτόν εις σωτηρίαν του οίκου αυτού» (Έβρ. ΙΙ, 7), ο πατριάρχης Αβραάμ τόσο φόβο επέδειξε προς τον Θεό, ώστε έσπευσε να θυσιάσει στον Θεό τον μονογενή του υιό Ισαάκ, τον όποιον ο ίδιος ό Θεός του υπέδειξε. Ο εγγονός κατόπιν του Ισαάκ ο Ιωσήφ, έχοντας τον θείο φόβο, δεν υπάκουσε στις προτάσεις της κυρίας του για να τελέσει την αμαρτία και είπε: «πώς ποιήσω το ρήμα τούτο το πονηρόν και αμαρτήσομαι εναντίον του Θεού» (Γεν. 39,9), με αποτέλεσμα να κλεισθεί στην φυλακή. Αλλά ο Πανάγαθος και Δίκαιος Θεός τον έβγαλε από την φυλακή και τον έδόξασε.


Και πριν τελειώσουμε αυτό τον λόγο θα σημειώσουμε μια σχετική ιστορία που συνέβη σ’ ένα χωριό της πατρίδος μας:


Κάποιος χριστιανός είχε αιχμαλωτισθεί πολύ από την κακή συνήθεια της κλοπής. Κάποτε, την περίοδο του θερισμού, βλέποντας το αγρόκτημα ενός πλουσίου να είναι γεμάτο θημωνιές από σιτάρι, αποφάσισε να το κλέψει. Ετοίμασε και έζευξε τις αγελάδες στην καρότσα και την νύκτα ετοιμάσθηκε για τον σκοπό του. Τότε η κορούλα του 5-6 ετών άρχισε να κλαίει θέλοντας να ανεβεί και εκείνη στην καρότσα, επειδή της άρεσε ο περίπατος με τα ζώα. Ο πατέρας της για να την καθησύχαση, την επήρε στην αγκαλιά του και την ανέβασε στην καρότσα. Έτσι ξεκίνησαν τα μεσάνυκτα για το ξένο κτήμα. Φθάνοντας εκεί, άφησε τις αγελάδες στην άκρη του χωραφιού και, επειδή ήταν πανσέληνος η νύκτα, παρατηρούσε δεξιά-αριστερά, μήπως ιδεί κανέναν και τον αντιληφθεί κάνοντας την κλοπή. Και, επειδή δεν είδε κανέναν, άρχισε να μεταφέρει χειρόβολα από τις θημωνιές στην καρότσα του. Τότε η κόρη του παρακινούμενη μάλλον από το Θεό, του είπε: «Πατέρα, κοίταξες σ’ όλα τα μέρη, αλλά ξέχασες να κοιτάξεις και προς τον ουρανό». Τότε εκείνος την ερώτησε: «Γιατί να κοιτάξω στον ουρανό, παιδί μου;». Και η κόρη του είπε: «Ίσως θα ήταν καλό να κοιτάξεις και προς τον ουρανό, διότι στ’ άλλα μέρη είδα ότι τα παρατήρησες με προσοχή». Τότε ο πατέρας της σκεπτόμενος τα λόγια της κόρης του, και φοβούμενος τον Θεό, σιώπησε. Μετά επήρε τα κλεμμένα χειρόβολα, τα επέστρεψε στον τόπο τους και με την καρότσα επέστρεψαν στο σπίτι τους έχοντας την συνείδηση του αναπαυμένη.


Αφού διηγήθηκε τα γεγονότα στη γυναίκα του, η οποία ήταν πιστή χριστιανή και τον εμπόδιζε πάντοτε σε τέτοια έργα, της είπε στο τέλος: «Έχεις τον λόγο μου, γυναίκα, ότι απ’ αυτή την νύκτα εγώ δεν θα ξανακλέψω σ’ όλη μου τη ζωή. Από τώρα θα κοιτάζω πρώτα στον ουρανό, διότι γνωρίζω ότι τα μάτια του Θεού βλέπουν όλα τα έργα μας».


Έτσι ο άνθρωπος αυτός ελεγχόμενος από τον φόβο και την πανταχού παρουσία του Θεού, εγκατέλειψε για πάντα την κλοπή. Κατόπιν πηγαίνοντας σ’ ένα καλό Πνευματικό, εξομολογήθηκε και διορθώθηκε στην ζωή του.


Είθε να δώσει ο Καλός Θεός, όταν και εμείς ως αμαρτωλοί πειραζώμεθα, να κοιτάζουμε πρώτα προς τον ουρανό, προς τον Θεό, ο Οποίος βλέπει όλα τα έργα μας και έτσι να επιτελούμε στην ζωή μας μόνο το άγιο θέλημα Του. Αμήν.

Ό σκοπός της νηστείας είναι....( Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης )


Ό σκοπός της νηστείας είναι να καθαρθεί ό άνθρωπος από την παχύτητα των παθών, ώστε ό νους να λεπτυνθεί και να γίνη επιτήδειος για την πνευματική εργασία.


Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
 

Χαρά καί Δάκρυα ( Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος )


Ὅταν μέ ἀκοῦς νά σοῦ μιλάω γιά δάκρυα, μή φαντάζεσαι ὅτι σέ θέλω γεμᾶτο πίκρες καί φαρμάκια.

Τά δάκρυα γιά τά ὁποῖα σοῦ μιλάω, δέν φέρνουν πίκρα στήν καρδιά, ἀλλά μιά γλύκα τόσο μεγάλη, πού δέν σοῦ τήν δίνουν οὔτε τά γέλια τά πιό τρανταχτά.

Δέν μέ πιστεύεις ἐμένα; Ἄκουσε τότε τόν ἅγιο Λουκᾶ. Μᾶς λέγει: Οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν πιάσει τούς ἁγίους ἀποστόλους. Καί τούς ἔδωσαν «τό ξύλο τῆς χρονιᾶς τους»! Καί τούς ἔδιωξαν. Καί οἱ ἀπόστολοι ἔφυγαν γεμᾶτοι χαρά! (Πράξ. 5,41).

Τήν χαρά αὐτή, δέν τούς τήν προκάλεσε τό ξύλο! Αὐτό μόνο πόνο προκαλεῖ. Ὄχι εὐχαρίστηση. Ὄχι χαρά. Αὐτό ὅμως πού δέν τό κάνει τό ξύλο, τό κάνει ἡ πίστη στόν Χριστό. Γιατί ἡ πίστη στό Χριστό εἶναι ἐπάνω ἀπό τήν φύση· ἐπάνω ἀπό ὅλα.

Καί γι’ αὐτό τό ξύλο πού ἔφαγαν γιά χάρη Του, ἔγινε μέσα τους αἰτία καύχησης καί πηγή χαρᾶς.

Δυσκολεύεσθε ἀκόμη νά τό καταλάβετε, ὅτι τά δάκρυα, τό κάθε δάκρυ, πού χύνομε γιά τόν Χριστό εἶναι πηγή χαρᾶς; Νά μή δυσκολεύεσθε!

Τά δάκρυα πού χύνομε γιά τόν Χριστό, εἶναι μέσα μας πηγή χαρᾶς· βαθειᾶς χαρᾶς.

Γιατί εἶναι μεγάλος ὁ Χριστός.

Γιατί ἡ πίστη Του εἶναι μεγάλη.

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Thursday, July 2, 2015

Τα μάτια της Μοναχής



῎Εκλεισαν ἁπαλά τήν πόρτα πίσω τους. Διέσχισαν τό ἥσυχο δρομάκι κι ἔστριψαν ἀριστερά γιά τόν μεγάλο δρόμο πού ἔβγαζε στήν ᾽Εκκλησία τῆς περιοχῆς τους. Δέν ἄργησαν νά φτάσουν. ῎Αναψαν τό κεράκι τους καί ἀποσύρθηκαν σέ μιά ἥσυχη καί σκοτεινή γωνιά. Σιωπηλές προσεύχονταν. ῾Η ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου γιά τήν Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς δέν εἶχε ἀκόμη ξεκινήσει.

῎Ενιωθαν πολύ τυχερές πού σέ τόσο μικρή ἀπόσταση ἀπό τό σπίτι τους βρισκόταν ὁ ναός καί μποροῦσαν

νά πηγαίνουν στίς θεῖες λειτουργίες, τίς Κυριακές καί τίς ἑορτές. Δέν ἦταν βέβαια λίγες καί οἱ φορές πού ἐπισκέπτονταν τόν ναό γιά νά προσφέρουν τρόφιμα, ροῦχα, χρήματα γιά τούς ἀναγκεμένους συνανθρώπους τους. Οἱ ἐλεημοσύνες τους ἦταν συνεχεῖς καί εἶχαν γίνει γνωστές, παρ᾽ ὅλες τίς προσπάθειες νά τίς κρατήσουν μυστικές. ῞Οσο περισσότερο μάλιστα κρύβονταν, τόσο καί πιό πολύ τίς φανέρωνε ὁ Θεός.

Τό ὑπόλοιπο διάστημα τῆς ἑβδομάδας τό περνοῦσαν στό σπίτι, πού τό ᾽χαν μετατρέψει σέ μοναστήρι. ᾽Αξημέρωτα ἀκόμη ξεκινοῦσαν τίς προσευχές μπροστά στό εἰκονοστάσι τους καί συνέχιζαν μέχρις ὅτου ὁ ἥλιος ἀνέβαινε ψηλά. Συνέχιζαν μέ τά διακονήματά τους: τό μαγείρεμα, τό καθάρισμα τοῦ σπιτιοῦ, τόν ἀργαλειό γιά τά ὑφαντά τους, πού τούς ἀπέφεραν ἀρκετά γιά τήν ἐπιβίωσή τους καί τίς προσφορές τους. ῾Ο κόπος τῆς ἐργασίας ἦταν μέσα στόν καθημερινό τους πρόγραμμα. Τό ἀπόγευμα οἱ προσευχές ἔπαιρναν καί πάλι τήν θέση τους. Τό βράδυ ἐπίσης. Οἱ ἀγρυπνίες τους πολλές. Δέν ὑπῆρχε προσευχή καί ἀκολουθία πού νά μήν τήν ἔλεγαν καί νά μήν τήν ἔψελναν.
῾Οἱ μοναχές᾽, ἔλεγε ὁ κόσμος μόλις τίς ἔβλεπε, κι ἔνιωθε ἕνα δέος κι ἕναν ξεχωριστό σεβασμό στό πέρασμά τους. Δέν ἦταν λίγες μάλιστα οἱ φορές πού γυναῖκες ταλαιπωρημένες καί κακοποιημένες ἔπαιρναν τό θάρρος νά διαβοῦν τό κατώφλι τους, γιά νά βροῦν λίγη βοήθεια καί παρηγοριά.

῾Η μία ἦταν πράγματι μοναχή. ῾Η ἀδελφή ᾽Ιωάννα. ᾽Από νεαρή εἶχε ἀφιερωθεῖ στόν Θεό καί εἶχε δώσει τούς ὅρκους της στό γυναικεῖο μοναστήρι λίγο ἔξω ἀπό τήν ᾽Αλεξάνδρεια. Οἱ γονεῖς της πού ἔτρεφαν ὄνειρα νά τήν δοῦν ἀποκαταστημένη μέ τήν δική της οἰκογένεια, λόγω τῆς μόρφωσής της καί τῆς ἰδιαίτερης ὀμορφιᾶς της, στήν ἀρχή ἀντέδρασαν, ἀλλά γρήγορα πείστηκαν ὅτι αὐτό ἦταν πού ποθοῦσε περισσότερο ἀπό ὅλα ἡ μονάκριβη θυγατέρα τους. ῎Εδωσαν τήν συγκατάθεσή τους κι ἄρχισαν κι αὐτοί νά χαίρονται τήν προκοπή της. Γιατί πράγματι πολύ γρήγορα ἡ καλόγρια κόρη τους προχώρησε πνευματικά. ῾Η ταπείνωση καί ἡ ἀγάπη της τήν ἔκαναν σύντομα νά ξεχωρίσει.
᾽Αναγκάστηκε ἐκ τῶν πραγμάτων νά ἐγκαταλείψει τό μοναστήρι μετά ἀπό λίγα χρόνια. Πέθανε ὁ πατέρας της, ἀρρώστησε ἡ μάνα της. Πῆγε κοντά της νά τήν ὑπηρετεῖ. Μαζί της εἶχε καί τήν ὑπηρέτρια τοῦ σπιτιοῦ τους, τήν Μαρία, μιά πολύ πιστή στόν Θεό μεσήλικη γυναίκα, τήν ὁποία βεβαίως ἀντιμετώπιζε ὄχι μόνο ὡς ἀδελφή, ἀλλά σάν τόν ἑαυτό της καί τά σπλάχνα της, κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου. Μιά ψυχή σέ δυό σώματα, πού λέγανε γιά τόν ἅγιο Βασίλειο καί τόν ἅγιο Γρηγόριο.

῞Οταν ἔφυγε ἀπό τήν ζωή αὐτή μετά ἀπό κάποιο διάστημα καί ἡ μάνα της, σκέφτηκε ἡ ᾽Ιωάννα νά παραμείνει στό σπίτι καί νά τό κάνει ἡσυχαστήριο. Θά ᾽χε βοηθό καί συναγωνίστρια τήν Μαρία, πού συγκατένευσε μέ μεγάλη εὐχαρίστηση. Κι ἐκείνη δέν εἶχε κανέναν στόν κόσμο. Μέ τήν ἄδεια τῆς ἡγουμένης τοῦ μοναστηριοῦ πράγματι ἄρχισε ἕναν ἄλλον ἀγώνα. ῾Ησυχάστρια μέσα στόν κόσμο.
Ποιό καλό ἔργο ὅμως μένει ἥσυχο καί ἀνέπαφο στόν κόσμο αὐτό; Δέν εἴμαστε μόνο ἐμεῖς πού παλεύουμε μέ τά πάθη μας. Εἶναι καί ὁ Πονηρός, ὁ ὁποῖος ῾ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ᾽.
Δέν ἄργησε λοιπόν ὁ τρισκατάρατος νά φθονήσει τήν καθαρότητα τῆς ζωῆς τους καί τό ἐλεῆμον ἔργο τους καί νά σηκώσει κουρνιαχτό, κατά τό λεγόμενο, ἐναντίον τους καί μάλιστα κατά τῆς ἀδελφῆς ᾽Ιωάννας. Τοῦ παρεχώρησε ὁ Κύριος καί ἄρχισε τά σκάνδαλά του. Καί βρῆκε ἕναν πολύ ὕπουλο τρόπο γιά νά ταράξει τήν ἥσυχη ζωή τους: προξένησε σατανικό πόθο σ᾽ ἕναν νέο γιά τήν… μοναχή. ῾Ο νέος ἄρχισε νά τήν σκέφτεται νυχθημερόν κι ἔβαλε σκοπό του νά τῆς ἀλλάξει τά μυαλά, νά τήν φέρει στά δικά του νερά, νά τήν κάνει δική του.

Καθημερινά λοιπόν τήν ἔστηνε ἔξω ἀπό τό σπίτι τῶν γυναικῶν. Δέν τολμοῦσαν νά βγοῦν νά πᾶνε στήν ᾽Εκκλησία, τήν μόνη ἄλλωστε ἔξοδό τους, καί τίς ἀκολουθοῦσε, λέγοντας λόγια ἀδιάντροπα στήν μοναχή, καλώντας την νά ἀνταποκριθεῖ στόν ἔρωτά του, νά ὑποταχτεῖ στόν μανιακό πόθο του.
Οἱ γυναῖκες καί πιό πολύ ἡ ἀδελφή ᾽Ιωάννα ταράχτηκαν πολύ. Εἶδαν καθαρά τόν πειρασμό τοῦ διαβόλου καί μέ σιωπή καί προσευχή προσπάθησαν νά τόν ξεπεράσουν.
῾Κύριε, φώτισε τόν νεαρό καί ἀπάλλαξέ τον ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ᾽, ἔλεγαν καί ξανάλεγαν στίς προσευχές τους.
Ματαίως ὅμως. ῞Οσο περνοῦσε ὁ καιρός ὁ πειρασμός σάν νά φούντωνε. Σταμάτησαν πιά νά βγαίνουν ἔξω. Τό σπίτι τους ἦταν σάν κάστρο πολιορκημένο. ῾Ο νεαρός εἶχε γίνει ἡ σκιά τους.

Ρίχτηκαν περισσότερο στήν προσευχή. ῾Γνώρισόν μοι ὁδόν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ, Κύριε, ἦρα τήν ψυχήν μου᾽. Σέ Σένα, Κύριε, καταφεύγουμε, πές μας τί νά κάνουμε.
Φωτίστηκε μιά μέρα ἡ καλόγρια. ᾽Αποφάσισε νά ἀντιμετωπίσει κατά πρόσωπο τό πρόβλημα.
῾Πές στόν νεαρό νά μπεῖ μέσα στό σπίτι᾽, εἶπε στήν Μαρία. ᾽Εκείνη γούρλωσε τά μάτια της, ἀλλά ὑπάκουσε. ῾῎Ελα μέσα᾽ τοῦ εἶπε. ῾Σέ θέλει ἡ κυρά μου᾽.
Πέταξε ἀπό τήν χαρά του τό ἐνεργούμενο τοῦ διαβόλου. ῾Πέτυχα τόν σκοπό μου᾽ σκέφτηκε. ῾Θά γίνει δικιά μου᾽. Κι ἔνιωσε τήν καρδιά του νά χτυπάει μανιασμένα.
Βρῆκε τήν μοναχή νά κάθεται στόν ἀργαλειό της. ῾Κάθισε᾽ τοῦ πρότεινε ἐκείνη. Τήν παρατηροῦσε ξαναμμένος.
῾Εἰλικρινά, ἀδελφέ μου᾽ εἶπε ἥσυχα καί χωρίς ταραχή ἡ μοναχή, ῾θέλω νά μοῦ πεῖς γιατί μέ στενοχωρεῖς τόσο καί δέν μ᾽ ἀφήνεις νά βγῶ οὔτε ἔξω ἀπό τό σπίτι μου!᾽

῎Εσπευσε νά ἀπαντήσει ὁ νέος. ῾Εἰλικρινά σοῦ μιλάω κι ἐγώ, κυρία μου, ὅπως σοῦ τοῦ ἔχω ξαναπεῖ, σέ ποθῶ πάρα πολύ. Κάθε φορά μάλιστα πού σέ βλέπω γίνομαι ὁλόκληρος σάν φωτιά᾽. Σάν νά κοκκίνησε λίγο μέ τά λόγια αὐτά, πράγμα πού τό θεώρησε πολύ θετικό ἡ ᾽Ιωάννα. ῾Κάτι καλό ἔχει μέσα του τό παλληκάρι αὐτό᾽, σκέφτηκε. ῾῾Υπάρχει μιά ντροπή πού σημαίνει ὅτι λειτουργεῖ ἀκόμη ἡ χάρη τοῦ βαπτίσματός του. Φαίνεται ὅμως ὅτι βρῆκε κάποια δίοδο μέσα του ὁ διάβολος καί τό περιπαίζει μέ τόν τρόπο αὐτόν᾽. ῾Κύριε, βοήθησε κι αὐτόν κι ἐμένα᾽ ἔστρεψε νοερά τήν σκέψη της στόν Κύριο ἡ ᾽Ιωάννα.
῾Καί τί καλό εἶδες σέ μένα καί μ᾽ ἀγαπᾶς τόσο;᾽ συνέχισε τήν κουβέντα ἡ μοναχή, πού ᾽νιωσε μιά ἰδιαίτερη δύναμη στήν καρδιά της.

Τήν φορά αὐτή ὁ νέος δέν ἔσπευσε στήν ἀπάντησή του. Πέρασαν κάποιες στιγμές καί τελικά τό ξεστόμισε. ῾Τά μάτια σου. Αὐτά μέ ἀπάτησαν καί μέ ἔκαναν νά χάσω τόν νοῦ καί τόν ὕπνο μου!᾽
῞Ο,τι ἀκολούθησε δέν περιγράφεται μέ λόγια. ῾Η ᾽Ιωάννα σηκώθηκε ὄρθια, ὕψωσε τό βλέμμα της στόν οὐρανό καί πῆρε ἤρεμα τήν σαΐτα τοῦ ἀργαλειοῦ της.
῾Η Μαρία παρακολουθοῦσε τήν σκηνή ἄναυδη, χωρίς νά μπορεῖ νά καταλάβει τί γίνεται κι οὔτε νά ὑποψιαστεῖ τό τί θ᾽ ἀκολουθήσει. ῾Ο νεαρός φαινόταν νά τά ᾽χει χαμένα.

Μέ κινήσεις ἀποφασιστικές ἡ μοναχή, ἔχοντας ἀπόλυτη ἐπίγνωση καί συναίσθηση τοῦ τί ἔκανε, εἶπε φωναχτά: ῾Κύριε, Σύ εἶπες ὅτι ἄν ὁ ὀφθαλμός σου σέ σκανδαλίσει, βγάλε τον καί πέταξέ τον, γιατί συμφέρει νά μπεῖ κανείς χωρίς μάτια στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παρά μέ μάτια καί ἔξω ἀπό αὐτήν. Κύριε, δέξου τήν θυσία μου αὐτή καί ἀπάλλαξε τόν δοῦλο σου ἀπό τόν πειρασμό του γιά μένα᾽.

῏Ηταν τά τελευταῖα λόγια πού εἶπε ἡ μάρτυρας καλόγρια πρίν γίνει ἐντελῶς ἀόμματη. Γιατί ἀμέσως μετά τά λόγια τῆς προσευχῆς ἔστρεψε τήν σαΐτα ἴσια πάνω στά μάτια της, τά τρύπησε καί τά ἔβγαλε.

᾽Ακούστηκε μιά κραυγή τῆς Μαρίας κι ἀμέσως ἔπεσε χάμω λιπόθυμη.
῾Ο νέος δέν μποροῦσε νά σύρει οὔτε τά βήματά του. ῎Εβλεπε κάτασπρος τό αἷμα νά χύνεται κάτω ποτάμι, τά δυό μάτια χυμένα, τήν μοναχή μ᾽ ἕνα γαλήνιο χαμόγελο, τήν ἄλλη γυναίκα στό πάτωμα. Μαθεύτηκε σέ λίγο καιρό ὅτι ὁ νεαρός πῆγε σέ μία γειτονική μοναχική σκήτη κι ἔγινε καλόγερος. ᾽Αργότερα ἀκούστηκε ὅτι τά δάκρυα δέν ἔφυγαν ποτέ ἀπό τά μάτια του κι ὅτι ἔφτασε σέ μεγάλα ὕψη ἁγιότητας ἀπό τήν μετάνοιά του. 




Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη 

http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/07/blog-post_5843.html

Τα «γουρουνάκια» της Παναγίας..



Στο περιβόλι της Παναγίας μας, η παρουσία της Παναγίας μας είναι έντονη. Παντού φαίνεται να υπάρχει η παρουσία Της Ακόμα και ο προσκυνητής μπορεί να νοιώσει την ευλογία Της και ότι η ακούραστη μεσίτριά μας σκεπάζει με στοργή το αγιώνυμο Όρος της. Άλλωστε είναι η προστάτις του Μοναχισμού μας και η μητέρα όλων των Μοναχών.
Μια από τις αμέτρητες διηγήσεις για την παρουσία της Παναγίας μας στη ζωή των μοναχών είναι και η εξής που μας διηγήθηκαν και που για άλλη μια φορά αποδεικνύει το μέγεθος της αγάπης του Θεού που κανέναν δεν αποστρέφεται, αλλά θέλει «πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Κάποτε λοιπόν, λέει η διήγηση, ζούσαν σ’ ένα μοναστήρι δυο υποτακτικοί, οι οποίοι είχαν κυριευθεί από το πάθος της «μέθης». Και ήταν καθημερινά μεθυσμένοι. Ο Γέροντας και οι υπόλοιποι αδελφοί προσπαθούσαν με αγάπη να τους νουθετήσουν και να τους συμβουλέψουν. Εκείνοι όμως δεν εθεραπεύοντο και παρέμεναν κυριευμένοι στο πάθος τους. Επειδή όμως αποτελούσαν σκάνδαλο με την αμετανοησία τους και με τη συνεχιζόμενη απαράδεκτη συμπεριφορά τους λόγω της «μέθης» τους, γι’ αυτό και η Αδελφότητα και η Ιερά Επιστασία απεφάσισε να τους εκδιώξει από τη Μονή, προς γνώση και συμμόρφωση. Ένα χειμωνιάτικο όμως βράδυ, που ο καιρός είχε αγριέψει πολύ και το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα και συνέχιζε να πέφτει πυκνό, ο Ηγούμενος βλέπει στον ύπνο του την Παναγία να τον σκουντά και να του λέει: «Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν».
Ο ηγούμενος νόμιζε ότι η ενέργεια ήταν εκ του πονηρού και δεν υπήκουσε. Οπότε η Θεοτόκος ξαναήλθε για δεύτερη φορά και του επανέλαβε τα ίδια λόγια: «Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν». Και όταν ο ηγούμενος και πάλι δεν υπήκουσε, ήλθε πιο αυστηρή αυτή τη φορά και σε τόνο που δεν σήκωνε πλέον ανυπακοή του λέει «Τρέξε τώρα, γιατί σου είπα ότι τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν». Οπότε αυτή τη φορά σηκώθηκε και μαζί με άλλους πατέρες βγήκε έξω από την μάνδρα της Μονής, ψάχνοντας τα γουρουνάκια της Παναγίας.

Σε μια στιγμή ακούνε στα δεξιά τους και από το βάθος ενός γκρεμού βογγητά και άρχισαν να κατεβαίνουν την απόκρημνη πλαγιά και φτάνουν κοντά σε δυο μοναχούς που ήταν χτυπημένοι από το πέσιμο και κυριολεκτικά θαμμένοι μέσα στο χιόνι. Τους σηκώνουν και, ω του θαύματος! Aναγνωρίζουν στα πρόσωπά τους τους δύο μοναχούς που μεθούσαν και ήθελαν ως εκ τούτου να εκδιώξουν από το Μοναστήρι. Με πολύ κόπο, τους σήκωσαν και τους πήγαν στο Μοναστήρι, αλλά όμως δεν τους έδιωξαν όπως είχαν αποφασίσει, διότι πως ήταν δυνατόν αυτούς που η Παναγία τους έσωσε τόσο θαυματουργικά και νοιάστηκε η ίδια για να σωθούν τα γουρουνάκια της, αυτοί να τους διώξουν; Γι’ αυτό αποφάσισαν, αφού έτσι το θέλει η Παναγία, να κρατήσουν «τα γουρουνάκια»στο μοναστήρι.
Αλλά, ω του θαύματος! Η θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου σωφρόνισε τους δυο μοναχούς και από τότε που σώθηκαν με την θαυματουργική της επέμβαση δεν ξαναέπεσαν στο πάθος της «μέθης», αλλά έζησαν πλέον εν μετανοία.
Λέγεται δε, ότι ίσως, το Άγιο Όρος να ονομάζεται «περιβόλι της Παναγίας», διότι περιέχει όλων των ειδών τα «λουλούδια», αγίους και αμαρτωλούς. Κανέναν όμως μοναχό δεν απομακρύνουν, όσο αμαρτωλός κι αν είναι, ενθυμούμενοι πάντοτε το περιστατικό με τα «γουρουνάκια»…

http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/07/blog-post_3253.html

Wednesday, July 1, 2015

Μετά την εξομολόγησιν κλείνει ή πληγή της αμαρτίας, αλλά μένει το σημάδι. ( Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης )


Εις τον πνευματικόν να λέτε, είμαι αμαρτωλός, έπεσα, εν γενικές γραμμές... όσο να καταλάβει το είδος της πτώσεως.

Δεν χρειάζεται λεπτομερώς το είδος και ό τρόπος της αμαρτίας διότι ημπορεί -από πειρασμόν- να βλέψωμεν και εκείνον.

Και εκείνος σάρκα φορεί. Λυπηθείτε, προφυλάξετε και τον Ιερέα και τον εαυτόν σας. Αν δεν τον προφυλάξετε και άλλην άμαρτίαν θα έχετε.

Ό αέρας όλους μας φυσά. Δεν φυσά τον έναν και τον άλλον αφήνει. Προσέχετε, να προφυλάγετε και τον άλλον.

Να αποφεύγεις την αμαρτίαν μετά την εξομολόγησιν.

Να λέγεις πέρασα από την φωτιά και γλίτωσα. Ό Κύριος τώρα με ελέησε. Να ξαναπεράσω; Μήπως οργιστεί ό Θεός;

Μετά την εξομολόγησιν κλείνει ή πληγή της αμαρτίας, αλλά μένει το σημάδι.

Ενίοτε να βλέπεις το σημάδι δια να λυπήσαι και να προσέχεις (ότι την ανομίαν μου εγώ γιγνώσκω). Εις την δεύτερον Παρουσίαν θα φύγουν και τα σημάδια.

'Η Εξομολόγησης ξανά δι' ότι εξομολογήθεις, είναι απιστία στο μυστήριον.


Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης

Ο δρόμος της ζωής και ο δρόμος του θανάτου


Ό Θεός είναι Αθανασία, ευσέβεια
Ό Θεός είναι σεμνός, ηθικός
Ό Θεός είναι αμνός, αρνίον
Ό Θεός είναι σοφός, πανίσχυρος
Ό Θεός είναι ρόδον, κρίνον
Ό Θεός είναι άξιος πάσης τιμής
Ό Θεός είναι Κριτής, ελεήμων
Ό Θεός είναι μειλίχιος, ευμενής
Ό Θεός είναι αθώος, ειρηνικός
Ό Θεός είναι εργατικός, ταπεινός
Ό Θεός είναι στοργικός, φιλόκαλος
Ό Θεός είναι ένδοξος, φιλόξενος
Ό Θεός είναι Παράδεισος


Ό Σατανάς θάνατος, ασέβεια.
Ό Σατανάς άσεμνος, ανήθικος.
Ό Σατανάς λύκος, τίγρης, λέων.
Ό Σατανάς άσοφος, μωρός, αδύνατος.
Ό Σατανάς ακάνθι, τρίβολος.
Ό Σατανάς ανάξιος, άτιμος.
Ό Σατανάς υπόδικος, ανελεήμων, σκληρός.
Ό Σατανάς πικρός, θράσος, κακούργος.
Ό Σατανάς ένοχος, πταίστης, φιλόνικος.
Ό Σατανάς τεμπέλης, υπερήφανος.
Ό Σατανάς τύραννος, φιλόκακος.
Ό Σατανάς άδοξος, μισόξενος.
Ό Σατανάς Κόλασης.


Αυτή είναι μία είκών του Θεού και του πονηρού πνεύματος. Ή μία Κλίμαξ αναβιβάζει τον άνθρωπον εις τον ουρανόν, εις τον Παράδεισον.

Ή δε δευτέρα καταβιβάζει εις τον Άδη, εις την αιώνιον κόλασιν.


Και τώρα μένει εις την διάθεση μας ελεύθερα να διαλέξωμεν τον ένα από τους δύο δρόμους, στην πρόσκαιρο αυτήν ζωή.

Χρειάζεται μελέτη και προσοχή δια να αποφασίσει ό καθείς ποίον δρόμο θα ακολουθήσει και θα βαδίσει αποφασιστικά και θετικά, σκεπτόμενος τας συνεπείας και τα αποτελέσματα, το τέλος της ζωής του.

Παράδεισον αιώνιον ή Κόλασιν.

Ό Θεός να μας αξιώσει να βαδίζωμεν τον δρόμο της ζωής. Αμήν.


ΙΕΡΕΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΠΑΜΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2005