
Ὅταν θελήσεις νὰ κάνεις ἀρχὴ καλοῦ ἔργου, πρῶτα νὰ ἑτοιμάσεις τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν πειρασμῶν, ποὺ πρόκειται νὰ ἔρθουν ἐναντίον σου. Γιατὶ ὁ ἐχθρός, ὅταν δεῖ κάποιον ν᾿ ἀρχίζει μὲ θερμὴ πίστη μία θεάρεστη ζωή, συνηθίζει νὰ τοῦ ἐπιτίθεται μὲ διάφορους καὶ φοβεροὺς πειρασμούς, ὥστε νὰ δειλιάσει ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν καλή του πρόθεση. Καὶ παραχωρεῖ ὁ Θεὸς νὰ πέσει σὲ πειρασμοὺς γιὰ νὰ χτυπήσεις ἐπίμονα τὴ θύρα (τοῦ ἐλέους) Του καὶ γιὰ νὰ ριζώσει μέσα στὸ νοῦ σου, ἀπὸ τὸ φόβο τῶν θλίψεων, ἡ μνήμη Ἐκείνου, καὶ γιὰ νὰ Τὸν πλησιάσεις μὲ τὶς προσευχές, ὥστε ν᾿ ἁγιαστεῖ ἔτσι ἡ καρδιά σου ἀπὸ τὴν ἀκατάπαυστη ἐνθύμησή Του. Καὶ ὅταν Τὸν ἐπικαλεῖσαι, θὰ σὲ ἀκούσει. Καὶ θὰ μάθεις ἔτσι, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ σὲ λυτρώνει. Καὶ τότε θὰ νιώσεις τὴν παρουσία Ἐκείνου ποὺ σ᾿ ἔπλασε καὶ σὲ δυναμώνει καὶ σὲ προστατεύει. Γιατὶ ἡ σκέπη καὶ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἀγκαλιάζει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν γίνεται ὅμως ὁρατὴ παρὰ μόνο σ᾿ ἐκείνους ποὺ καθάρισαν τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ εἶναι συνεχῶς προσηλωμένοι στὸ Θεό. Ἐξαιρετικὰ μάλιστα φανερώνεται σ᾿ αὐτοὺς ἡ βοήθεια καὶ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὅταν μποῦν σὲ μεγάλη δοκιμασία γιὰ χάρη τῆς ἀλήθειας, γιατὶ τότε τὴν αἰσθάνονται πολὺ καθαρά με τὴν αἴσθηση τοῦ νοῦ.
Μερικοί, ποὺ εἶδαν αὐτὴ (τὴ βοήθεια) καὶ μὲ τὰ σωματικά τους μάτια, ἀνάλογα μὲ τὶς δοκιμασίες, καὶ διαπίστωσαν ἔτσι τὴ συμπαράσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποκινήθηκαν ἀπ᾿ αὐτὴ σὲ γενναῖες πράξεις, ὅπως μαθαίνουμε γιὰ τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ καὶ τοὺς Τρεῖς Παῖδες καὶ τὸν ἀπόστολο Πέτρο καὶ τοὺς ἄλλους ἁγίους, ποὺ ἄθλησαν γιὰ τὸ Χριστό. Σ᾿ αὐτοὺς (ἡ θεία βοήθεια) ἦταν ὁλοφάνερη, ἔχοντας ἀνθρώπινη μορφή, δίνοντάς τους θάρρος καὶ προετοιμάζοντάς τους γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς εὐσέβειας. Ἀλλὰ καὶ στοὺς πατέρες, ποὺ ἔζησαν στὴν ἔρημο καὶ ἔδιωξαν ἀπὸ κεῖ τοὺς δαίμονες καὶ ἔγιναν κατοικητήρια ἀγγέλων, καὶ σ᾿ αὐτοὺς παρουσιάζονταν συνεχῶς οἱ ἅγιοι ἄγγελοι καὶ μὲ κάθε τρόπο τοὺς βοηθοῦσαν καὶ τοὺς συμπαραστέκονταν σὲ ὅλα καὶ τοὺς στήριζαν καὶ τοὺς λύτρωναν ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, ποὺ οἱ ἄγριοι δαίμονες τοὺς προξενοῦσαν. Ἀλλὰ καὶ μέχρι σήμερα δὲν ἀπομακρύνεται ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁλοκληρωτικὰ ἀφιερώθηκαν στὰ ἔργα ποὺ Ἐκεῖνος εὐαρεστεῖται, ἀλλὰ βρίσκεται κοντὰ σὲ ὅλους ὅσοι Τὸν ἐπικαλοῦνται.
Μικρὸς Εὐεργετινός

Ο άνθρωπος ζη κάθε ημέρα μέσα σε ένα τρελό μεθύσι, σε μάι ευφροσύνη, σε μία ικανοποίηση, σε μία «ευτυχία» και «ανάπαυσι», σε μία ευαρέσκεια και αυτάρκεια. Κάθε ημέρα αναπαύεται σε ένα στρώμα το οποίο προέρχεται από τις ποικίλες αμαρτίες του, στην πραγματικότητα όμως πίνει και τρώει τον ευατό του, ζυμώνει το είναι του με τον εαυτό του.
Διότι, ποιος θα μπορούσε να επιζήσει και στον μεγαλύτερο πόνο, αν δεν είχε κάποια χαρά; Έχω την χαρά της γυναικός μου, την χαρά της ελπίδος, της αναγνωρίσεώς μου, του χρήματός μου, ποικίλες χαρές. Κάθε φορά βρίσκω και κάτι. Μπορεί να διαβάσω ένα περιοδικό και να με απορροφήση πέντε ώρες. Αυτή η απορρόφησις είναι μία μέθη άνευ οίνου. Γνωρίζομε όμως ότι δεν είναι δυνατόν ο πιστός να έχει αληθινή ευφροσύνη χωρίς δάκρυα και αληθινή χαρά χωρίς λύπη. Δεν είναι δυνατόν επίσης να υπάρχει κατα Θεόν λύπη, δηλαδή μετάνοια αληθινή, άνευ της χαρμονής, άνευ της χαράς του Χριστού, άνευ της παρουσίας Του. Η λύπη είναι κατά Θεόν όταν είναι χαρμολύπη, και η χαρά είναι αληθινή, όταν βγαίνει από τα δάκρυα της μετανοίας.
Είναι λοιπόν δυνατόν ο άνθρωπος να χαίρεται, να έχει χίλιες δύο ικανοποιήσεις, επιθυμίες ή ενέργειες, να είναι ή να φαίνεται χαρούμενος, αλλά η χαρά του να είναι ψευδής, αν δεν υπάρχει ο οίνος των δακρύων. Μόνον τα δάκρυα δίνουν την αληθινή μέθη. Αλλά και όσα δάκρυα δεν χαρίζουν την μέθη, την χαρά, την ευτυχία, είναι ψευδή, εγωπαθή, μειονεκτικά, αρρωστημένα, δαιμονιώδη, δεν είναι πνευματικά.
Τα δάκρυα δεν έχουν αυτά καθ’ εαυτά σημασία. Η σημασία τους έγκειται στην μέθη την οποία προκαλούν, η δε μέθη ελέγχεται για το γνήσιό της από το αν προέρχεται από τον αληθινό οίνο.
Γι’ αυτό ο αββάς Ησαΐας λέγει, έως πότε θα έχω χαρές χωρίς δάκρυ μετανοίας; Και έως πότε τα μάτια μου θα βγάζουν δάκρυα, χωρίς να έχω μεθύσι, χωρίς να είμαι χαρούμενος;
Πόσες φορές εμείς μετανοούμε και δεν έχουμε χαρά! Είναι βέβαιο τότε ότι θα ξαναπέσουμε. Πόσες φορές εξομολογούμεθα και δεν πυρπολείται και δεν μεθάει η καρδιά μας! Προφανώς, είναι ψεύτικος αυτός ο οίνος. Πόσες φορές πιστεύουμε ότι βρήκαμε την αλήθεια ή την χαρά, αλλά δεν έχουμε τον οίνο, το δάκρυ το πνευματικό! Έως πότε λοιπόν θα είναι ψεύτικη η χαρά μου, η λύπη μου, ψεύτικες οι μετάνοιές μου, όλες οι προσφορές μου και οι θυσίες μου για τον Θεό; Εώς πότε θα αμελώ και θα ζω αυτή την ψευδότητα;
Έχω μεθύσι, αλλά δεν έχω οίνο, δεν έχω δάκρυ, διότι η σκληρότητα της καρδιάς μου, που επαχύνθη, που ελιπάνθη, εξήρανε τους οφθαλμούς μου. Από την καρδιά βγαίνουν όλα. Όταν είναι σκληρή η καρδιά, τί να βγάλουν τα μάτια;
Είναι η περιπέτεια της ζωής μας, λόγω των ποικίλων φροντίδων και ενδιαφερόντων μας. Κάθε φορά δηλαδή κάτι μας απασχολεί, κάτι γυαλίζει στα μάτια μας ως επιθυμία. Σήμερα με απασχολεί να πετύχω αυτό, αύριο να διαμορφώσω το μοναστήρι μου κατά τον καλύτερο τρόπο. Κάθε φορά κάτι σαν σαράκι τρώει και σκληραίνει την ρίζα της καρδιάς μου και εν συνεχεία της κεφαλής μου και με αχρηστεύει.
Ο περισπασμός της διανοίας και της καρδιάς είναι η οριστική αχρήστευσις του ανθρώπου. Η φροντίδα, όπως λέγει και η Αγία Γραφή, οδηγεί σε αδιέξοδα. Επιθυμώ και δεν έχω. Επιθυμώντας και μη έχοντας, ή επιδιώκω περισσότερο την πραγματοποίηση τους, ή αναζητώ άλλους ορίζοντες, για να μπορώ να έχω δικό μου μεθύσι, δική μου χαρά. Έτσι, περιπίπτω σε έναν περισπασμό της καρδιάς, ζω από εδώ και από εκεί, ζω παντού, δεν ζω όμως την δική μου ύπαρξη. Το αποτέλεσμα αυτών των ποικίλων απασχολήσεων και περισπασμών είναι να ξεχνάω τα πάντα. Ξεχνάω ότι δεν έχω οίνο, ξεχνάω την λήθη που γεννιέται μέσα μου.
Τί σημαίνει λήθη; Έχω, λόγου χάριν, λήθη του τάδε προσώπου, σημαίνει ότι το πρόσωπο αυτό είναι ανύπαρκτο για μένα. Επομένως όταν ο αββάς Ησαΐας λέγει «ο περισπασμός της καρδιάς μου εποίησέ μοι λήθην» σημαίνει ότι το αποτέλεσμα της λήθης είναι μέσα μου, εγώ είμαι ο τόπος της απουσίας του Θεού. Οι φροντίδες μου και οι επιθυμίες μου με τα οποία ζω, μου απομακρύνουν τον Θεόν· γίνομαι ως άθεος εν τω κόσμο.
«Έως την ώρα του σκότους». Επειδή έχω μεθύσια, ζω νομίζοντας ότι έχω Θεόν, μέχρι την ώρα που θα γλιστρήσω μέσα στο σκοτάδι. Πλησιάζει η τελευταία στιγμή της ζωής μου, κατά την οποία «ουκ έστιν ο μνημονεύων σου», και ακόμη δεν ανεκάλυψα ότι ζω χωρίς Θεόν.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της χαράς χωρίς δάκρυ και των δακρύων χωρίς χαρά.
Από το βιβλίο: ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ
αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου
εκδ.:ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Γράφει ο σοφός και ενάρετος κληρικός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, πως του έλεγε κάποιος: «Πάτερ, ένα περίεργο πράγμα. Πάω να βιδώσω μια βίδα, δεν βιδώνει.
Προσπαθώ, προσπαθώ, προσπαθώ, δεν βιδώνει. Άμα πω μια βλαστήμια, βιδώνει αμέσως»! «Είναι πολύ απλό και ευεξήγητο αυτό που συμβαίνει», διευκρινίζει ο π. Επιφάνιος.
«Δεν εμποδίζει τη βίδα κάποιο φυσικό αίτιο, αλλά κάτι άλλο, παραπέρα: η δαιμονική ενέργεια. Για να κάνει τον άνθρωπο να βλαστημήσει. Απ’ τη στιγμή που θα γίνει αυτό, η δαιμονική ενέργεια φεύγει απ’ τη βίδα και υποδουλώνει τον άνθρωπο. Τί να την κάνει τη βίδα πια; Γι’ αυτό και αυτή βιδώνει τότε μια χαρά. Αντί να βλασφημήσεις», καταλήγει ο π. Επιφάνιος, «δεν λες εκείνη την ώρα, κάνοντας το σημείο του σταυρού, «πίσω μου σ’ έχω, σατανά» ή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» Να δεις, δεν θα βιδώσει η βίδα»;
Πόσο εύκολα καταφεύγουμε στην κάκιστη συνήθεια της βλαστήμιας, όταν κάτι δεν μας πάει καλά! Μήπως έτσι λύνουμε το πρόβλημα; Όχι βέβαια, απλώς το περιπλέκουμε περισσότερο. Γιατί στην τρέχουσα δυσκολία μας προσθέτουμε και την παρέμβαση του διαβόλου. Και με τη δική του επιρροή και ενέργεια τί καλό μπορούμε να περιμένουμε; Όμως μπορούμε σε κάθε στιγμή, και ιδιαίτερα όταν βρισκόμαστε σε ψυχική αναστάτωση (από στενοχώρια, θυμό, αγωνία, φοβία, άγχος και άλλα πολλά), να επαναλαμβάνουμε αδιάκοπα μέσα μας τις σύντομες προσευχές προς το Χριστό και την Παναγία:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν» – «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Ο άγιος Ιωάννης, συγγραφέας της Κλίμακος, συμβουλεύει: «Ονόματι Ιησού μάστιζε πολεμίους». Με το όνομα του Ιησού να μαστιγώνεις τους εχθρούς σου (=τους δαίμονες).
Έτσι εφαρμόζουμε εμπράκτως την προτροπή του Ευαγγελίου: «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Αν έχουμε μάλιστα και κομποσχοίνι (πράγμα που έγινε και πολύ της μόδας τελευταία), μπορούμε να το χρησιμοποιούμε ανάλογα. Δεν είναι κάτι μαγικό το κομποσχοίνι για να μας ωφελεί και να μας προστατεύει από μόνο του.
Αξία έχει μόνο, όταν γίνεται μέσο προσευχής. Η χρήση του είναι απλούστατη: το κρατάμε στο χέρι περνώντας με τα δάχτυλά μας έναν-έναν τους κόμπους του, λέγοντας στον καθένα μια φορά την προσευχή, που αναφέραμε, προς το Χριστό ή την Παναγία.
Το χρησιμοποιούμε, γιατί την ώρα της προσευχής ο διάβολος συγκεντρώνει πάνω μας όλη τη δύναμη πυρός που διαθέτει, για να δημιουργεί στο νου μας αντιπερισπασμό. Γι’ αυτό, όπως λέει και ο αββάς Αγάθων στο Γεροντικό, «το να προσεύχεσαι, χρειάζεται αγώνα μέχρι την τελευταία σου πνοή».
Στην περιστολή των περισπασμών του νου εν ώρα προσευχής βοηθάει σημαντικά και το κομποσχοίνι. Και πρέπει να το αξιοποιούμε δεόντως, αντί να το έχουμε περασμένο απλώς γιο στολίδι στο χέρι μας.
Το κομποσχοίνι λοιπόν για την προσευχή! Και η προσευχή για τη λύση των δυσκολιών, μικρών και μεγάλων. Μακριά από την εύκολη «λύση» της βλαστήμιας.
Ἡ πρώτη εἶναι τὸ χαμόγελο...
Ἡ δεύτερη εἶναι τὰ δάκρυα...
Ἡ τρίτη εἶναι τὸ ἄγγιγμα...
Ἡ τέταρτη εἶναι ἡ προσευχή...
Ἡ πέμπτη εἶναι ἡ ἀγάπη...
Μὲ αὐτὲς τὶς πέντε γλῶσσες γυρίζεις ὅλη τὴ γῆ καὶ ὅλος ὁ κόσμος εἶναι δικός σου. Ὅλους τοὺς ἀγαπᾷς τὸ ἴδιο. Ἀσχέτως θρησκείας καὶ ἔθνους. Ἀσχέτως μὲ ὅλα. Παντοῦ ὑπάρχουν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν ξέρεις αὐτὸς ποὺ βλέπεις σήμερα, ἂν αὔριο δὲ θὰ εἶναι ὁ Ἅγιος...

Αμαρτήσαμε, Κύριε, ανομήσαμε, ασεβήσαμε.
Λησμονήσαμε τις εντολές σου και πορευθήκαμε σύμφωνα με τη δική μας πονηρή σκέψη.
Συμπεριφερθήκαμε ανάξια προς την κλήση μας και προς το Ευαγγέλιο του Χριστού σου.
Περιφρονήσαμε τη θεία Του συγκατάβαση και τα άγια παθήματά Του, που για χάρη μας υπέμεινε.
Ντροπιαστήκαμε μπροστά στον αγαπητό σου Υιό. Κλήρος και λαός απομακρυνθήκαμε από κοντά σου και όλοι βρισκόμαστε μακριά από Σένα. Όλοι παρεκτραπήκαμε, ναι, όλοι, και γίναμε ανάξιοι. Κανένας μας, μα ούτε ένας δεν εφαρμόζει δικαιοσύνη και δεν αποφασίζει δίκαια.
Αποδειχθήκαμε ανάξιοι της ευσπλαχνίας σου και της φιλανθρωπίας σου και της στοργικής σου αγάπης, Θεέ μας, εξαιτίας της κακίας και της πονηρίας μας που εκδηλώθηκε στα καθημερινά μας έργα και στις συνήθειές μας Συ είσαι γεμάτος αγάπη και αγαθότητα, αλλά εμείς γίναμε παραβάτες του νόμου σου.
Συ είσαι μακρόθυμος, αλλά εμείς άξιοι για πολλές τιμωρίες. Γνωρίζουμε την αγαθότητά σου, μολονότι εξακολουθούμε να φερόμαστε ασύνετα. Λίγο μας έχεις τιμωρήσει σε σύγκριση με το πλήθος των αμαρτιών μας.
Συ εμπνέεις φόβο, και ποιός μπορεί να αντισταθεί στη δύναμή σου; Εάν θελήσεις να φανερώσεις τη δύναμή σου, τρόμος θα καταλάβει ακόμη και τα όρη. Αλλά και στο μέγεθος της δυνάμεώς σου ποιός ποτέ θα έχει το θάρρος να αντιπαραταχθεί;
Εάν κλείσεις τον ουρανό, ποιός μπορεί να τον ανοίξει; Και αν ανοίξεις τους καταρράκτες σου, ποιός θα βρεθεί να τους συγκρατήσει; Πολύ εύκολο είναι σε Σένα να κάνεις σε μια στιγμή τον πλούσιο ζητιάνο και τον φτωχό πλούσιο, να δώσεις ζωή σ’ όποιον δεν έχει και να οδηγήσεις στον θάνατο αυτό που είναι γεμάτος υγεία, να πατάξεις με ασθένεια, αλλά και να θεραπεύσεις. Και μόνο να θελήσεις κάτι, αυτό έχει γίνει κιόλας πράξη τελειωμένη Κάνε, Κύριε, να κοπάσει η οργή σου. Δώσε άφεση, Κύριε, συγχώρησε, Κύριε. Μη μας καταδικάσεις ολοκληρωτικά για τις ανομίες μας. Είμαστε και μεις λαός σου και γνήσιοι κληρονόμοι σου. Γι’ αυτό τιμώρησέ μας, αλλά με επιείκια και αγάπη και όχι με τον θυμό σου. Αμήν.
Τό ἔτος 1988, μετά ἀπό ὀκτώ ἀκριβῶς χρόνια, ἀπό τήν ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Χοζεβίτου ἀπό τόν τάφο του, ὁ πατριάρχης τῶν Ἱεροσολύμων Διόδωρος διώρισε νέον ἡγούμενο τῆς μονῆς τοῦ Χοζεβᾶ, τόν ἱερομόναχο Συνέσιο, ἀφοῦ ἐν τῶν μεταξύ εἶχε κοιμηθῆ ὁ προηγούμενος ἡγούμενος π. Ἀμφιλόχιος.
Τότε ὁ π. Συνέσιος ἦτο ἡλικίας 24 ἐτῶν. Τό 1980 ἦλθε στήν μονή Χοζεβᾶ καί ἕνας διάκονος ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθω, μέ τό ὄνομα Νικηφόρος. Ἀλλά οὔτε ὁ π. Συνέσιος, οὔτε καί ὁ διάκονος εἶχαν εὐλάβεια στόν ὅσιο Ἰωάννη καί συχνά περιφρονοῦσαν καί κακολογοῦσαν τόν Ἅγιο.
Κάποια ἡμέρα, πού εἶχαν ἔλθει στήν Μονή πολλοί ρουμᾶνοι προσκυνητές, ὁ ἡγούμενος π. Συνέσιος ἐμάλωσε ἄγρια τον π. Ἰωαννίκιο, μαθητή τοῦ ὁσίου Ἰωάννου, διότι ἔφερε πολλούς ἀνθρώπους νά προσκυνήσουν τό λείψανο τοῦ Ὁσίου καί ἀκόμη τούς ἔδωσε μερικά βιβλία μέ τόν τίτλο «Πνευματική τροφή» βιβλίο πού ἔγραψε ὁ ὅσιος καί περιέχει ποιήματά του καί διδασκαλίες του. Ἐξ αἰτίας τῆς ὀργῆς καί νοερᾶς ταραχῆς του ὁ π. Συνέσιος άπηγόρευσε στόν π. Ἰωαννίκιο νά γράφη κάτι γιά τόν μακαριστό Γέροντά του, λέγοντας ὅτι τό σῶμα του μυρίζει ἄσχημα καί πρέπει πάλι νά ταφῆ.
Τότε ὁ π. Ἰωαννίκιος ἀναστέναξε βαθειά καί εἶπε:
-Δέν θά συμπληρωθοῦν σαράντα ἡμέρες καί σύ ὁ ἴδιος μέ τόν μαθητή σου Νικηφόρο, θά ἰδῆτε ἐάν ὁ ὅσιος Ἰωάννης εἶναι ἤ ὄχι ἅγιος.
Τήν δεύτερη ἡμέρα τό πρωΐ ὁ ἡγούμενος Συνέσιος μπῆκε στήν ἐκκλησία, ἔχοντας κομμένη τήν γενειάδα του. Ὅταν ὁ π. Ἰωαννίκιος τόν ἐρώτησε τί συμβαίνει, ἐκεῖνος τοῦ εἶπε:
-Αὐτή τήν νύκτα ἦλθε ἕνας μοναχός σέ μένα, μέ κτύπησε σκληρά καί ἔβαλε στό κελλί μου φωτιά, ἀλλά δέν ὑπῆρχε κάτι εὔφλεκτο στό κελλί μου, ἐκτός ἀπό τήν γενειάδα μου.
Κατόπιν, μέσα στό διάστημα τῶν 40 ἡμερῶν, αὐτός ὁ μοναχός, ὁ ὁποῖος μπῆκε στό κελλί τοῦ π. Συνεσίου, μέ κλειδωμένη τήν πόρτα κι αὐτός δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τόν ὅσιο Ἰωάννη, ἐρχόταν καί τόν κτυποῦσε κάθε νύκτα, μέχρις ὅτου ὁμολογήση τό σφάλμα του καί διορθώση τόν λογισμό του. Μετά ὁ ἡγούμενος ἐπίστευσε στόν ὅσιο, προσευχήθηκε καί ζήτησε νά τόν συγχωρήση.
Ὅλο αὐτό τό διάστημα ὁ διάκονος Νικηφόρος, παρότι ἐγνώριζε ὅλα αὐτά πού συνέβαιναν στόν ἡγούμενο, συνέχιζε νά καταδικάζει καί περιφρονεῖ τόν ὅσιο Ἰωάννη. Τότε ὁ π. Ἰωαννίκιος τόν συμβούλευσε νά εἶναι πολύ προσεκτικός μέ τούς ἁγίους τοῦ Θεοῦ γιά νά μή τιμωρηθῆ κι αὐτός ἀπό τόν Ἅγιο.
Ὁ Νικηφόρος ὅμως δέν ἤθελε νά βαδίσει τήν σωστή καί εὐθεία ὁδό καί ἡ τιμωρία τοῦ Ἁγίου δέν ἄργησε νά ἔλθη. Μετά ἀπό μερικές ἡμέρες αὐτός ὁ διάκονος ἄρχισε νά πηγαίνει στούς βεδουΐνους, νά τρώγει μαζί τους καί νά κοιμᾶται στίς καλύβες τους. Μετά ἀπό ἕξι μῆνες ὁ Νικηφόρος ἔφυγε ἀπό τήν Ἱεριχώ, ἀποσχηματίσθηκε καί δέχθηκε τήν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ καί ὠνομάσθηκε Μουσταφᾶς. Καί τό χειρότερο ἀκόμη νυμφεύθηκε μία χήρα ἀράβισσα μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε καί δύο παιδιά.
Μετά ἀπό ὅσα συνέβησαν στόν ἡγούμενο π. Συνέσιο καί στόν διάκονο Νικηφόρο, τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ἔστειλε ἕνα νέον ἡγούμενο, τόν π. Ἀντώνιο, ὁ ὁποῖος προερχόταν ἀπό τήν μονή τοῦ ἁγίου Σάββα.
Ὁ νέος ἡγούμενος π. Ἀντώνιος δέν ὕβριζε τόν ὅσιο Ἰωάννη, ἀλλά οὔτε καί τόν τιμοῦσε σάν ἅγιο, δεδομένου ὅτι τόν θεωροῦσε σάν ἕνα ἁπλό καλόγερο. Ἀλλά ὁ Πανάγαθος Θεός, γιά τήν ἀγάπη του πού εἶχε πρός τούς ἀνθρώπους, ἐλέησε καί τόν ἡγούμενο νά τόν βοήθησε νά πιστεύσει στήν ἁγιότητα τοῦ Ὁσίου καί ἔτσι νά λυτρωθῆ ἀπό τήν ἀπιστία του.
Κάποια ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ὅταν ὁ π. Ἀντώνιος ἦλθε στήν ἐκκλησία γιά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, προσκύνησε πρῶτα τά Λείψανα τῶν Ἁγίων τῆς ἐκκλησίας καί μετά ἐπῆγε καί προσκύνησε καί τό ὁλόσωμο Λείψανο τοῦ ὁσίου Ἰωάννου.
Ἀφοῦ προσκύνησε τά Ἅγια λείψανα, ἐπῆγε στό ἀναλόγιο καί ἐρώτησε τούς Πατέρας:
-Ποιός ἐράντισε μέ ἄρωμα τήν λειψανοθήκη μέ τό σῶμα τοῦ πατρός Ἰωάννου;
Οἱ Πατέρες τοῦ ἀπήντησαν ὅτι δέν ἔκανε κανείς αὐτό τό ἔργο. Ὁ ἡγούμενος στενοχωρήθηκε καί ἐκάλεσε τούς ἄλλους Πατέρες νά ἔλθουν δίπλα στήν λειψανοθήκη τοῦ Ὁσίου γιά νά αἰσθανθοῦν κι αὐτοί τήν εὐωδία. Τότε ὁ π. Ἰωαννίκιος εἶπε ὅτι ἔτσι εύωδιάζει πάντοτε ἡ Λειψανοθήκη τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου. Μετά ὁ ἡγούμενος εἶπε:
–Δέν εἶναι δυνατόν, διότι ἐγώ μέχρι τώρα πρώτη φορά αἰσθάνθηκα αὐτή τήν ὡραία εὐωδία.
Καί ὁ λόγος εἶναι ὅτι ὁ ἡγούμενος, ἐπειδή δέν ἐπίστευε ἀκράδαντα, δέν εἶχε ποτέ προσκυνήσει τό Σκήνωμα τοῦ Ὁσίου, ὁπότε δέν εἶχε αἰσθανθῆ καί καμμία εὐωδία. Ἀλλά, ὅταν ταπεινώθηκε καί προσκύνησε τόν ὅσιο Ἰωάννη, κατά τρόπο θαυμαστό ἀξιώθηκε νά μεταλάβη αὐτῆς τῆς θείας δωρεᾶς, πού πηγάζει σάν πηγή ἀπό τό ἅγιο σῶμα του.
Τήν δεύτερη ἡμέρα, μετά ἀπό ὅσα συνέβησαν, ἦλθε μία ὁμάδα ἑλλήνων προσκυνητῶν. Μαζί τους εἶχαν κι ἕνα ἄνδρα δαιμονισμένο καί δεμένον μέ ἁλυσίδες. Αὐτός πολλές φορές ἔσπαζε τίς ἁλυσίδες του, ἔφευγε ἀπό τά χέρια τῶν σωματοφυλάκων του καί πολλοί πού τοῦ ἔδειχναν τήν ἀγάπη τους, τούς κτυποῦσε ἄσχημα.
Ὅταν πλησίαζαν στό μοναστήρι, τά δαιμόνια ἀλλάλαζαν δυνατά καί αὐτοί πού τά ἄκουγαν, ἐξεπλήττοντο. Ἔλεγαν:
-Τί ἔχεις μ᾿ἐμᾶς, Ἰωάννη; Δέν μᾶς διώχνεις! Δέν μπορεῖς νά μᾶς βασανίσεις! Δικός μας εἶναι! Ἄφησέ μας! Μή μᾶς κτυπᾶς!
Μέ πολλή δυσκολία κατάφεραν νά τόν φέρουν στήν ἐκκλησία καί, ὅταν τόν ἄγγιξαν στό Λείψανο τοῦ Ὁσίου, ὁ δαιμονισμένος οὔρλιαξε καί ἔκαμε σάν ἕνα ἄγριο θηρίο. Μετά ἔπεσε κάτω σάν νεκρός καί ἐπί μία περίπου ὥρα δέν ἐκινεῖτο, ἀλλά ἵδρωνε ἀργά ἀργά.
Βλέποντας τό θαῦμα αὐτό ὁ π. Ἀντώνιος ἔτρεξε νά εἰδοποιήσει τόν π. Ἰωαννίκιο γιά νά ἰδῆ καί νά σημειώσει τό θαῦμα, διότι εὑρισκόταν στήν σπηλιά τοῦ ὁσίου Γέροντός του Ἰωάννου.
από το βιβλίο: «ΘΑΥΜΑΣΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ – ΓΙΑ ΜΙΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥΣ» – Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010.>

Μια νύχτα, που ήταν πανσέληνος, ο Άγιος Ευθύμιος, μόλις είχε τελειώσει τους μεσονυκτικούς του ύμνους στον Θεό και όπως συνήθιζε, έκανε προσκυνηματικές επισκέψεις στους ναούς.
Ξαφνικά, βλέπει σ” έναν υπαίθριο χώρο, δύο ανθρώπους να κλέβουν σιτάρι από τις υπόγειες αποθήκες.
Ο ένας έβγαζε από κάτω το σιτάρι, ενώ ο άλλος έπαιρνε πάνω σακιά και τα πήγαινε… σε μια γωνιά, όπου δεν θα τα έβλεπε κανείς. Μόλις εκείνος ο σβέλτος σιτοκλέφτης πήρε είδηση τον Άγιο, το έβαλε στα πόδια, αφήνοντας τον σύντροφό του στον λάκκο.
Τότε, ο θείος Ευθύμιος, επειδή θεώρησε πως θα έκανε μεγάλο κακό, αν στερούσε από τους φτωχούς το αναγκαίο σιτάρι και μάλιστα σε μια εποχή που το ψωμί ήταν τόσο σπάνιο όσο και το χρυσάφι αποφάσισε να πάρει την θέση αυτού, που έφυγε.
Συνέχισε λοιπόν ο άλλος να βγάζει το σιτάρι, χωρίς να ξέρει τίποτε ενώ ο Άγιος το έπαιρνε και το μετέφερε.
Όταν πια, ο άνθρωπος εκείνος έβγαλε αρκετό σιτάρι και θέλησε ν” ανέβει πάνω, ο Άγιος μέσα στο σκοτάδι, σκύβει και του λέει… Τί, θα φύγουμε και θ” αφήσουμε εκείνα τα τυριά, και του έδειχνε συνάμα με το δάκτυλο τον τόπο. Και πού το ξέρεις εσύ αυτό;
Άκουσα πριν από λίγο καιρό τον επίσκοπο, να το λέει, απάντησε ο Άγιος. Τότε ο άλλος βρήκε τον τόπο και πήρε, όσα τυριά ήθελε και τα παρέδωσε στον Άγιο. Έπειτα πιάνοντας το χέρι που του έδωσε εκείνος, ανέβηκε πάνω. Και μόλις κατάλαβε, ποιός ήταν, έλιωσε από την ντροπή και την τρομάρα. Παραλυμένος από φόβο κυλίστηκε μπροστά στα πόδια του Αγίου.
Μα εκείνος, τον χάιδεψε με καλοσύνη, τον σήκωσε από την γη, τον αγκάλιασε και είπε… Μην στεναχωριέσαι παιδί μου, νομίζοντας, πως έκανες κάτι τρομερό. Γιατι τα πράγματα αυτά είναι δικά σου και του Θεού.
Κι αν πήρες κάτι, από τα δικά σου τα πήρες και όχι από τα ξένα. Μα και πάλι, αν θελήσεις, έλα να πάρεις, ότι χρειάζεσαι! Κι εκείνος, ο σιτοκλέφτης μετανόησε κι έγινε υπόδειγμα στους άλλους χριστιανούς.
Αγίου Ευθυμίου του νέου