Tuesday, June 21, 2016

«Ἐν εἰρήνη τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» ( Πρωτ. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστόπουλου )

Εἶναι ἡ πρώτη αἴτησις καί ἐκφώνησις τῆς Μεγάλης Συναπτῆς. Μετά τό «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία» ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Συναπτή», τά λεγόμενα «Εἰρηνικά». Σ᾿ αὐτήν περιλαμβάνονται ὅλες οἱ αἰτήσεις, πού ἀφοροῦν τή ζωή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου καί ἰδιαιτέρως οἱ αἰτήσεις γιά τήν πολλαπλῆ εἰρήνη. Εἶναι ἡ πρώτη παρουσία τῆς Ἐκκλησίας μπροστά στόν Θεό καί σέ ὅλες τίς ἐπίγειες ἀνάγκες καί περιστάσεις τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Οἱ τρεῖς πρῶτες δεήσεις εἶναι γιά τήν εἰρήνη. Γιατί ἡ εἰρήνη εἶναι τό ὀξυγόνο, εἶναι ὁ καθαρός ἀέρας, μέσα στόν ὁποῖο μπορεῖ νά ζήση ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Τό πρῶτο πρᾶγμα, πού μᾶς χρειάζεται, γιά νά σταθοῦμε μπροστά στόν Θεό, εἶναι ἡ εἰρήνη. Εἰρηνικοί νά εἴμεθα πρῶτα μέσα μας κι ὕστερα μεταξύ μας: μέ τό σύντροφό μας, μέ τά παιδιά μας, μέ τούς γονεῖς, μέ τά ἀδέλφια, μέ τούς οἰκείους, μέ τούς συγγενεῖς, μέ τόν κάθε πλησίον, γιατί μόνον ὅταν ἔχουμε εἰρήνη μέσα στήν καρδιά μας μποροῦμε νά ἔχουμε καί μεταξύ μας. Μέσα στήν Ἐκκλησία τίποτα δέν μποροῦμε νά ποῦμε καί νά κάνουμε χωρίς εἰρήνη.

Ὁ ἐπίσκοπος, ὅταν μπαίνη στόν Ναό γιά νά χοροστατήση, εἴτε στόν Ἐσπερινό, εἴτε στόν Ὄρθρο καί Θεία Λειτουργία, στέκεται στό κέντρο τοῦ Ναοῦ, δέν ἀνεβαίνει ἀμέσως στόν θρόνο, ἀλλά ἀφοῦ πρῶτα κάνει τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, εὐλογεῖ σταυροειδῶς (μπροστά, πίσω, δεξιά, καί ἀριστερά) τόν λαό τοῦ Θεοῦ λέγοντας μέσα του τό «εἰρήνη πᾶσι». Καί τότε ἀνεβαίνει στόν θρόνο.
Ὅταν δέν ὑπάρχει εἰρήνη στήν καρδιά ἀλλά ἐπικρατοῦν διαφορές, κακίες, μίση καί σκληρότητα, δέν μποροῦμε νά φέρουμε οὔτε λειτουργίες – πρόσφορα – στόν Ναό. Δέν μποροῦμε νά λειτουργηθοῦμε ὅπως πρέπει, πολύ δέ περισσότερο νά κοινωνήσουμε. Ἀλλοίμονο στίς σκληρές ἐκεῖνες καρδιές, πού δέν τίς μαλακώνει ἡ συγγνώμη, ἡ συγχωρητικότητα, ἡ ἀγάπη.

Στό μαρτυρολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρεται ἕνα συνταρακτικό γεγονός:
Ὑπῆρχαν δυό χριστιανοί στά χρόνια τῶν Διωγμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μιά διαφορά μεταξύ τους. εἶχαν διαπληκτισθῆ, εἶχαν φιλονικήσει καί δέν μιλοῦσαν ὁ ἕνας στόν ἄλλον. Ὁ ἕνας λεγόταν Νικηφόρος καί ὁ ἄλλος Σαπρίκιος. Ὁ Σαπρίκιος μάλιστα ἦταν καί ἱερεύς.

Οἱ εἰδωλολάτρες, λοιπόν, μετά ἀπό μιά καταγγελία, πιάνουν τόν Σαπρίκιο μαζί μέ ἄλλους χριστιανούς καί τόν κλείνουν στή φυλακή. Τό μαθαίνει ὁ Νικηφόρος, τρέχει στή φυλακή, πέφτει γονατιστός ἔξω ἀπό τά σίδερα τῆς φυλακῆς καί λέει:

– Σαπρίκιε, συγχώρεσέ με. Αὐτή τήν ὥρα, πού πλησιάζει τό μαρτύριο, συγχώρεσέ με!

– Ὄχι δέν σέ συγχωρῶ! ἀπαντᾶ ὁ Σαπρίκιος.

Ἐπεμβαίνουν οἱ συναθλητές του στό μαρτύριο, καί τοῦ λένε:

– Σαπρίκιε, συγχώρεσέ τον!

– Ὄχι· μοῦ ἔκανε τόσο μεγάλο κακό, πού δέν τόν συγχωρῶ!

Ἔρχεται ἡ ὥρα μαζεύουν τούς Μάρτυρες καί τούς πηγαίνουν σιδηροδέσμιους στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ἀπό πίσω ὁ Νικηφόρος.
–Σαπρίκιε, συγχώρεσέ με!

— Δέν σέ συγχωρῶ! ἦταν ἡ ἀπάντησις τοῦ Σαπρίκιου.

Τότε συνέβη κάτι φοβερό: Ὅταν ἔπεσαν τά πρῶτα κεφάλια κάτω ἀπό τά σπαθιά τῶν δημίων καί ἦρθε ἡ σειρά του νά ὁμολογήση τόν Χριστό γιά τελευταία φορά καί νά ἀποκεφαλισθῆ, ὁ Σαπρίκιος χάνει τό θάρρος του καί ἀρνεῖται τόν Χριστό!!! Τόν ἐγκαταλείπει ἡ Θεία Χάρις!!! Διότι μέσα στήν καρδιά του δέν κυριάρχησε ἡ ἀγάπη, ἡ συγγνώμη, ἡ συγχωρητικότητα.
Ὁ Νικηφόρος πού βλέπει τόν Σαπρίκιο νά ἀρνῆται τόν Χριστό, τρέχει καί παίρνει τή θέσι του! Ὁμολογεῖ, μαρτυρεῖ, ἀποκεφαλίζεται. Καί γίνεται Ἅγιος Μάρτυρας τῆς Ἐκκλησίας μας (1).


ἈπολυτίκιονἉγίου Νικηφόρου

Ἦχος α’. Χορός Ἀγγελικός.

Ἀγάπης τῷ δεσμῷ, συνδεθείς Νικηφόρε, διέλυσας τρανῶς, τήν κακίαν τοῦ μίσους· καί ξίφει τήν κάραν σου, ἐκτμηθείς ἐχρημάτισας, Μάρτυς ἔνθεος, τοῦ σαρκωθέντος Σωτῆρος· ὃν ἱκέτευε, ὑπέρ ἡμῶν τῶν ὑμνούντων, τήν ἔνδοξον μνήμην σου.

Ἐτσι λοιπόν, ὁ ἕνας πού εἶχε μῖσος στήν καρδιά καί σκληρότητα, ἀποδοκιμάσθηκε ἀπό τόν Θεό καί ἡ θυσία του δέν ἔγινε δεκτή. Στερήθηκε τῆς θείας Χάριτος, δηλαδή τῆς θείας δυνάμεως, καί δέν μπόρεσε νά μαρτυρήση. Ἐνῶ ὁ ἄλλος, πού εἶχε ἀγάπη, εὐλογήθηκε ἀπό τόν Θεό καί ἡ θυσία του ἔγινε δεκτή. Ἔτσι καί οἱ δικές μας προσφορές καί θυσίες πρός τόν Θεό, δέν γίνονται δεκτές, ἄν μέσα στήν καρδιά μας ἐπικρατῆ ἡ κακία, τό μῖσος, ἡ ἀσπλαχνία, ἡ σκληρότης καί ἡ ἀσυγχωρησία. Γι᾿ αὐτό ἄς μήν ταράζουν τήν καρδιά μας τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας πάσης φύσεως λογισμοί ἔχθρας, ἐκδικήσεως, ταραχῆς, γογγυσμοῦ, θεομαχίας. Εἰρήνη λοιπόν στήν καρδιά μας κι ὅταν ἀκόμα οἱ πιό μεγάλες ἀδικίες τοῦ κόσμου μᾶς πληγώνουν καί μᾶς ταλαιπωροῦν. Εἰρήνη μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Εἰρήνη Χριστοῦ.

Δυστυχῶς, μέσα στόν ἴδιο Ναό πολλές φορές βρίσκονται χριστιανοί, πού ἔξω ἀπό αὐτόν δέν μιλοῦν, δέν λένε οὔτε καλημέρα· καί τά πρόσωπα αὐτά μπορεῖ νά εἶναι γονεῖς καί παιδιά, νύφες καί πεθερές, συγγενεῖς καί φίλοι, ἀδέλφια μεταξύ τους! Μέ τό μῖσος μπαίνουν στήν Ἐκκλησία, μέ τό μῖσος βγαίνουν. Μέ τό μῖσος ζοῦν μέχρι τό θάνατο. Δέν ἐννοοῦν νά δώσουν ὁ ἕνας στόν ἄλλον συγχώρησι. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ ἔχει φύγει πλέον ἀπό τίς καρδιές τους καί βασιλεύει τό μῖσος τοῦ διαβόλου. Λοιπόν, νά τούς λέτε, ἀλλά κι ἐσεῖς νά τό γνωρίζετε, ὅτι ὅσα πρόσφορα κι ἄν προσφέρουν κι ὅσα κεριά κι ἄν ἀνάψουν κι ὅσες Λειτουργίες κι ἄν κάνουν κι ὅσες ἐλεημοσύνες κι ἄν δώσουν, δέν ὠφελοῦνται σέ τίποτα (2).

Ἡ σκληρότης καί τό ἄσπλαγχνον τῆς καρδίας εἶναι θανάσιμη ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία φέρνει μέσα στόν ἄνθρωπο τήν ταραχή, τήν σύγχυσι. Μέ τήν σκληρότητα καί τήν ἀδιαλλαξία ὁ χριστιανός γίνεται ἐχθρός τοῦ Θεοῦ, ἐχθρός τοῦ ἑαυτοῦ του καί ἐχθρός τοῦ πλησίον.

Ἐχθρός τοῦ Θεοῦ, διότι χωρίζεται ἀπό Αὐτόν.

Ἐχθρός τοῦ ἑαυτοῦ του, διότι χάνει τήν εἰρήνη του.

Ἐχθρός τοῦ πλησίον, διότι γεμίζει ταραχή καί κακία.

» Ἐν εἰρήνη τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν «.

Ζητοῦμε τήν εἰρήνη ἀπό τόν Χριστό, διότι Αὐτός μέ τή Σταυρική Του Θυσία τήν δώρησε στόν κόσμο. Αὐτήν τήν εἰρήνη τήν κερδίζουμε μέ τήν μετάνοια. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, ὅταν Τόν πλησιάσουμε μετανοοῦντες, μᾶς στέλνει ἐκεῖ, πού βασιλεύει ἡ εἰρήνη Του. «Πορεύου εἰς εἰρήνην»(3), μᾶς λέγει καί μᾶς στέλνει στόν ἅγιο Ναό Του, στήν Ἐκκλησία Του, πού εἶναι τό ἄσυλο καί τό ἀνάκτορο τῆς εἰρήνης.

Μέσα στόν Ναό, μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῶν Ἀγγέλων καί τῶν Ἁγίων, ἡ ψυχή μας – ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ὄντως εἰρηνική – βοηθούμενη καί ὑπό τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, ἀσκεῖται στήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι θεωρία τοῦ Θεοῦ. Πιό ἁπλᾶ: μέ τήν εἰρήνη μέσα της ἡ ψυχή, βιώνει τήν «Εὐλογημένη Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

1. Καντιώτου Αὐγ., Μητρ. Φλωρίνης, «Εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν…», ὅ. π. , σελ. 44

2. Καντιώτου Αὐγ., Μητρ. Φλωρίνης, «Εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν…», ὅ. π. , σελ. 46

3.Λουκ. 7:50.

Πρωτ. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστόπουλου

Ἀπό τό βιβλίο: «ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ»

Saturday, June 18, 2016

Ο άθεος και η γριούλα


Στις δώδεκα τα μεσάνυκτα χτύπησαν την πόρτα. Ήταν μια γριούλα και ζητούσε να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο. Ό Ιερέας ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ή γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον Ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να, ξαφνικά ό παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.Ό άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει. Φύγε από εδώ! Ποιός σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ό παπάς τα έχασε. Μά δεν ήλθα από μόνος μου! με κάλεσε ή γριά! Ποιά γριά; 'Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!

Ό παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα που τον κάλεσε.

Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο. Να αυτή! Ποιά αυτή; Ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι ή μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα! Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος.

Ό άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε. Ή μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει το δρόμο της σωτηρίας.

Από το Γεροντικό 

Πάλι λιβάνι γιαγιά;.....


Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας.

Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε.
Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από ‘κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.

Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή.
Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...

- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.

Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να ‘ρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:

- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:

- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του ‘φυγε όλη η αντάρα του μυαλού του. Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.

- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιέ μου, να ξαποστάσεις.

Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού. Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.

- Πάλι λιβάνι γιαγιά;
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.

- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της. Μέρα – νύχτα το διάβαζε.
Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:

- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.

- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.

Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιο Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον.
Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόδαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘ χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.

- Αχ παιδάκι μου, εσύ δεν εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές. Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.

Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη.
Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα. Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ ‘ ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».

- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

Wednesday, June 15, 2016

Ἂν πέσεις σὲ μία ἁμαρτία.... ( Μικρὸς Εὐεργετινός )


Εἶπε ἕνας γέροντας:
Ἂν πέσεις σὲ μία ἁμαρτία καὶ σηκωθεῖς κι ἀρχίσεις νὰ θλίβεσαι καὶ νὰ μετανοεῖς γι᾿ αὐτήν, πρόσεξε νὰ μὴ σταματήσεις τὴ λύπη καὶ τοὺς στεναγμοὺς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὡς τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου σου. Ἀλλιῶς θὰ πέσεις πάλι γρήγορα στὸν ἴδιο βόθρο.
Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη εἶναι γιὰ τὴν ψυχὴ χαλινάρι, ποὺ δὲν τὴν ἀφήνει νὰ πέσει.

Μικρὸς Εὐεργετινός

Sunday, June 12, 2016

Ἄμα, μᾶς ξεχνᾶτε, πέφτουμε χαμηλά….

Πόσο απαραίτητο είναι να προσευχόμαστε και να κάνουμε στην Εκκλησία τα μνημόσυνα για τις ψυχές των κεκοιμημένων, το αποδεικνύουν και τα ακόλουθα δύο περιστατικά. Τα διηγήθηκαν δυο ευσεβείς και καλλιεργημένες προσκυνήτριες από γειτονικό χωριό. Η μία είπε:
“Πάνω στον χρόνο που κοιμήθηκε η μητέρα μου, λησμόνησα την ημέρα που έπρεπε να γίνει το μνημόσυνο. Το βράδυ την είδε στον ύπνο της η κόρη μου (η εγγονή της) και της είπε με παράπονο και στενοχωρημένη:
- Πες στην μάνα σου, γιατί με ξέχασε; Ούτε ένα κερί; Εγώ την άφησα στο πόδι μου. Όταν μας ξεχνάτε , πέφτουμε χαμηλά!
Πράγματι, η μητέρα μου φρόντιζε πολύ τα καθήκοντά της έναντι των κεκοιμημένων.
Την άλλη μέρα, όταν άκουσα το μήνυμά της από το στόμα της κόρης μου, αμέσως έβρασα σιτάρι και το πήγα στην Εκκλησία να μνημονευθή”. Η άλλη κυρία είπε κάτι σχετικό:

“Λησμόνησα να κάνω τα χρυσά κόλλυβα για την μητέρα μου. (Στην Ρούμελη “χρυσά κόλλυβα” λένε τα κόλλυβα που γίνονται το Σάββατο της εβδομάδας της Πεντηκοστής, όπου τελειώνει η αναστάσιμη χάρι που δίδεται στις ψυχές των κεκοιμημένων, σύμφωνα με παράδοση της Εκκλησίας μας.) . Το βράδυ την βλέπω στον ύπνο μου ότι στεκόταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και μ’ ένα κουτάλι έτρωγε κόλλυβα από ξένα πιάτα που ήσαν τοποθετημένα εκεί.
- Καλέ μητέρα, τρως ξένα κόλλυβα; Την ρώτησα .
Κι εκείνη απάντησε:
- Τι να κάνω, κόρη μου, αφού δεν μου έφτειαξες εσύ;
Το παράπονό της μ’ άγγιξε στην καρδιά. Από τότε ποτέ δεν παρέλειψα τα καθήκοντά μου έναντι των κεκοιμημένων.”
“Τι να κάνω θειά; Ψάχνω να βρω δυό σπυριά σιτάρι να φάω!”
Σ’ ένα χωριό της Ρούμελης έφυγε για τον Ουρανό ένας αρκετά νέος άνθρωπος. Όταν ήρθε ο καιρός να γίνει το μνημόσυνο των σαράντα ημερών, για να τιμήσουν, όπως νόμιζαν τον νεκρό, παρήγγειλαν οι συγγενείς τον δίσκο των κολλύβων σ’ ένα καλό ζαχαροπλαστείο της γειτονικής πόλεως. Κι εκεί, για να ευχαριστήσουν τους πελάτες τους, και τι δεν έβαλαν επάνω στον δίσκο! Ζαχαρένια στολίδια και λουλούδια, ζάχαρες, κρέμες κ.λ.π. Όλα, εκτός από σιτάρι!
Έγινε το μνημόσυνο και το βράδυ μία θεία του κεκοιμημένου τον είδε στον ύπνο της να πετάει με αγανάκτηση επάνω απ’ τον δίσκο όλα αυτά τα περιττά στολίδια.
- Κώστα μου! Του είπε, γιατί πετάς τα στολίδια από τον δίσκο σου;
Τότε εκείνος την κοίταξε αυστηρά και της είπε:
- Τι να κάνω, καημένη θειά; Ψάχνω να βρω δυο σπυριά σιτάρι να φάω!
Ας το λάβουμε υπ’ όψιν μας αυτό, διότι τα κόλλυβα πρέπει να γίνονται με σιτάρι. Ο στολισμός ας είναι λιτός. Ο Κύριος είπε: “ ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει, ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ πολὺν καρπὸν φέρει” (Ιωάν. 12,24 ) .
 

Πηγή: «ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ουράνια μηνύματα ,  Θαυμαστά γεγονότα

Thursday, June 9, 2016

Τό χτύπημα τῆς πόρτας


Μια σκοτεινή νύχτα, έπιασε μια καταιγίδα κάποιον στον δρόμο.
Χτυπάει την πρώτη πόρτα που συναντά.
- Ανοίξτε μου σας παρακαλώ να γλυτώσω από τούτο το κακό.
- Α, δεν μπορώ, λέει μια αυστηρή φωνή από μέσα, εγώ είμαι η «Δικαιοσύνη». Είσαι άξιος της τιμωρίας αυτής. Δικαίως έρχεται στο κεφάλι σου. Εγώ την έστειλα!
Χτυπάει κι άλλη πόρτα παρακεί…


- Άνοιξε μου, λέει, να προφυλαχτώ.
- Εδώ μένει η «Αλήθεια», λέει μια φωνή από μέσα! Ποτέ δεν σου άρεσε η συντροφιά μου. Πώς με θυμήθηκες τώρα;

Κι ο ταλαίπωρος άνθρωπος προχώρησε απελπισμένος.
Χτυπάει τρίτη πόρτα τώρα.
- Άνοιξε μου σε παρακαλώ. Ποιος κάθεται εδώ;
- Το «Έλεος», απαντά μια πρόθυμη φωνή από μέσα και την ίδια στιγμή η πόρτα ανοίγει. Πέρασε μέσα φίλε μου, του λέει, τόσο καιρό σε περίμενα! Φόρεσε αυτά τα καθαρά, καινούργια ρούχα, για σένα τα έχω, ξεκουράσου τώρα!
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟ ΚΑΘΕ ΜΕΤΑΝΟΗΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ!!!
Αλήθεια όμως, εμείς έχουμε μετάνοια, ταπείνωση, εξομολογούμαστε τα λάθη μας, πλησιάζουμε την Θεία Κοινωνία, τον ίδιο τον Θεό για να ζητήσουμε συγχώρεση και προστασία και να ξεκουραστούμε κοντά Του, στην στοργική αγκαλιά Του;
ΠΟΘΟΥΜΕ ΝΑ ΜΠΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΚΗ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΕΝΑ ΜΑΖΙ ΤΟΥ;
Ας ρωτήσουμε τους εαυτούς μας. Εκείνος μας περιμένει…

Monday, June 6, 2016

Γερόντισσα Μακρίνα: ”Η Ευχή”


             
Στήν ώρα τής διακονίας (εργασίας) μας, ή οτιδήποτε άλλο κάνουμε, αντί νά αργολογήσουμε, αντί νά συζητήσουμε, αντί να πούμε ιστορίες, αντί νά πούμε πνευματικά, καλύτερα είναι νά λέμε τήν “ευχή“. Γιατί μέσα καί στά πνευματικά ακόμη θά υπάρχει καί μία κατάκριση, ένα κουτσομπολιό, μία αργολογία, μία μεμψιμοιρία,, θά υπάρξουν αστεϊσμοί, διάφορα. Όταν μάς έρχεται διάθεσις γιά συζήτηση, όταν μάς πιάνει πλήξη, μάς πιάνει στενοχώρια, νά ξέρετε είναι γιατί δέν κυνηγάμε τήν “ευχή“. Νά τήν κυνηγήσουμε, όπως τήν κυνηγούσαν οί Πατέρες οί άγιοι, όπως τήν κυνήγησαν πνευματικοί άνθρωποι στόν κόσμο καί αισθάνθηκαν τήν Χάρι τού Θεού. Γιορτές καί Κυριακές πού έχουμε περισσότερο χρόνο νά λέμε τήν “ευχή” (Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με), νά τόν εκμεταλευώμαστε τόν χρόνο.

Γερόντισα Μακρίνα – Λόγια Καρδιάς, εκδόσεις Ιεράς Μονής Παναγίας οδηγήτριας Πορταριά Βόλου.

http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/06/blog-post_2645.html