Friday, May 11, 2018

Ένας Μοναχός, πολλές αμαρτίες, και ένας Άγιος


Μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Και όπως από κάθε
λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες.
Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιας πόρνης για όλη τη νύχτα.
Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. Τα χρόνια πέρναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή.
Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει. Και πώς να τον αφήσουν χωρίς ταφή
για χριστιανό; Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον
αποχαιρετήσει;
Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! Κάποιος γνώρισε σε
κάποια από αυτές το πρόσωπο μιας πόρνης, που είχε καιρό να δει στο λιμάνι… δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. Κάποιες άλλες, απλά τους θύμιζαν κάτι απόμακρο.
Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μια νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους.
Τότε η πόλη έμαθε, ότι αυτός που νόμιζαν ότι είναι το «σκάνδαλο» ήταν η αγνότητα, η άδολη αγάπη, η αυταπάρνηση, ο άνθρωπος, ο λόγος του Θεού, η προσευχή και η θέωση. Γιατί ο άνθρωπος του
Χριστού δεν κρίνεται στη διάρκεια της ζωής του, αλλά στο τέλος της. Γιατί ακόμη κι όταν ο ίδιος ζει «καθώς πρέπει», πρέπει να μαρτυρήσει, πρέπει να ζήσει την μαρτυρία και το μαρτύριο.
Τελικά ποιος είναι το σκάνδαλο, ο άλλος ή εμείς; Μήπως εγώ είμαι αυτός που θέτω στον άλλο το προσωπείο που μου ταιριάζει να τον βλέπω; Μήπως γιατί φοβάμαι μην αποκαλυφθεί το δικό μου προσωπείο;
Και τελικά τι κάνουμε με το σκάνδαλο, ποιος το κουβαλά, ποιος θα «σώσει» το σκάνδαλο; Το ερώτημα είναι ουσιαστικό, γιατί το σκάνδαλο του άλλου έχει μια θεμελιακή λειτουργία: Γεμίζει τα δικά μας κενά, τα
κενά του εγωισμού μας. Είναι εύκολο να κατηγορήσουμε, είναι εύκολο να γκρεμίσουμε, αλλά είναι δύσκολο να πούμε τον καλό λόγο, να δουλέψουμε για το κοινό καλό!
Υιοθετούμε επιλογές απάνθρωπες καταρχήν για τον εαυτό μας, που οδηγούν στην κάθε μορφής κρίση, η οποία δεν είναι υπόθεση ιδεολογίας, θεωρίας ή δομών, είναι πρωτίστως το αποτέλεσμα της
λειτουργίας χωρίς πραγματικό σκοπό, η είσοδος σε έναν μηχανισμό κατάρρευσης και φθοράς. Σήμερα ζούμε με μοναδική ένταση την ποιοτική απώλεια των εσωτερικών κριτήριων μιας κοινωνίας που δεν
«κοινωνεί», αλλά μόνο «επικοινωνεί» τα αδιάλειπτα κενά της.
Η «πραγματική ζωή» δεν είναι η δική μας, αλλά του αλλού. Εντούτοις οφείλουμε να αναζητήσουμε την δική μας ζωή, γιατί στην τελική Κρίση το δικό μας βιβλίο, της ζωής μας, θα είναι αδειανό.

Πηγή: Ιωάννης Αντ. Παναγιωτόπουλος – Σύγχρονη Άποψη
 http://agiameteora.net/index.php/istories/5285-enas-monaxos-polles-amarties-kai-enas-agios.html

Monday, May 7, 2018

Όταν η Αγία Σοφία της Κλεισούρας συνάντησε την Γερόντισσα Μακρίνα .



Σεπτέμβριος 1983


Μιά φορά πήγαμε σε μία άσκήτρια, στά μέρη τής Κλεισούρας, στήν Καστοριά. Είχε τό προορατικό χάρισμα. Δέν ξέρω, αν έχετε άκούσει γι’ αυτήν. Ήταν ψηλή γυναίκα καί συγκύπτουσα. Είχε άλουσία περίπου σαράντα χρόνια καί είχε μία πλεξούδα, δέν ξέρω πόσες οκάδες ζύγιζε! Πώς τήν σήκωνε αύτή τήν πλεξούδα! Εκανε κρύο, είχε παγωνιά καί τό νερό ήταν κρύο. Ρίγος σ’ έπιανε στο μέρος πού ζούσε- καί κοιμόταν μέσα σε ένα τζάκι.


Αναβε άπό τήν Χάρι τού Θεού πού είχε μέσα της. Είχε τέτοια φλόγα, τέτοιο έρωτα Χριστού στήν καρδιά της, πού δέν μπορώ νά σάς περιγράφω. Τά μαγουλάκια της ήταν κόκκινα, παρ’ όλο πού ήταν γερόντισσα. Είχε σφυγμό μικρού παιδιού· πήγαιναν οί γιατροί καί τήν έβλεπαν καί θαύμαζαν. Ετρωγε μόνο χόρτα, τίποτε άλλο.
Μόλις πήγα, μου λέει:
-Έσύ έχεις Μοναστήρι, καί κοίταξε, θά δώσης λόγο, αν έρχωνται οί άνθρωποι καί δέν τούς μιλάς, γιά νά γνωρίσουν τον Χριστό. Τά βλέπεις αύτά τά
δένδρα;
Ήταν τό ένα όλο κισσό έπάνω, τ’ άλλο είχε ένα φύλλο εδώ καί ένα εκεί.



-Αύτή είναι ή αρετή' εδώ καί ’κεΐ βρίσκεται ή αρετή, τό άλλο πού είναι πυκνωμένο είναι ή αμαρτία, ή μεγάλη αμαρτία πού γίνεται. Αμα έρχεται κανείς θά τούς λές όπως καθαρίζουν τά σπίτια τους, τις γωνιές καί τις τρυπούλες καί βγάζουν τά σκουπίδια, έτσι νά καθαρίζουν καί τήν ψυχή τους. Νά κάνουν καθαρή εξομολόγηση νά τά βγάζουν, νά καθαρίζουν τό σπίτι τής ψυχής τους. Καί νά μή στενοχωριέσαι, όταν έρχωνται στο Μοναστήρι γιά μοναχές καί μετά φεύγουν, γιατί τά σώματά τους είναι στο Μοναστήρι, άλλά τό πνεύμα τους είναι στον κόσμο. Εντρυφούν σε κοσμικά πράγματα καί δεν εντρυφούν στά ούράνια μεγαλεία. Στή θέσι τής μοναχής πού φεύγει, ό Θεός στέλνει άγιο Άγγελο.
Ούτε τήν ήξερα ούτε με ήξερε ούτε μέ σύστησε κανείς. Καί πολλά άλλα μου είπε. Είχα μία σαλπούλα καί τήν έρριξα στήν πλατούλα της. Πολύ τήν χάρηκε! «Όπως μέ σκέπασες, μου λέει, έτσι νά σέ σκεπάση ό Άγγελός σου καί ή Παναγία μέ τήν σκέπη Της».



Είχε πάει ένας ιερέας πού ήθελε νά τή γνωρίση, άλλά καί αύτή δεν τον γνώριζε. Σκέφτηκε ό ιερέας: «Αφού είναι στήν έρημο, ας πάρω Άγιο Άρτο νά τήν κοινωνήσω. Άς κάνω καί ένα Εύχέλαιο». Μόλις τον βλέπει τού λέει:
-Καλώς τον παπα-Γιάννη. Ήρθες νά μου κάνης Εύχέλαιο καί νά μέ κοινωνήσης;
-Ναί, Γερόντισσα, ήρθα νά σέ κοινωνήσω και νά σου κάνω Εύχέλαιο.
-Σ’ ένα πράγμα σφάλλεις.
Αύτός στάθηκε ό καημένος, «μέ αποκαλεί μέ τό όνομά μου καί σφάλλω!», σκέφτηκε μέ άπορία.
-Έρχονται στήν εκκλησία μερικές γυναίκες καί τά φορέματά τους είναι πάνω άπό τά γόνατα καί σύ τίς ανέχεσαι καί δεν παίρνεις τήν βέργα νά τις βγάλης έξω. Δεν τις νουθετείς, νά μή τά φορούν.
Γονάτισε ό καημένος ό ιερέας καί δεν μίλησε.


Μετά τήν έπισκέφθηκε κάποιος άλλος καί είπε σ’ αυτόν: «Νά πλύνης καλά τό πιάτο σου. Τό πρόσωπό σου έχει πολλή μαυρίλα. Κοίταξε τήν ψυχή σου νά πλύνης». Είχε άποκαλύψει πολλά πράγματα.
’Έπειτα ψάλαμε τό «Αξιόν Έστι» καί ’κείνη μάς έψαλε τό «Θεοτόκε Παρθένε». Αυτή είχε καρκίνο καί τήν είχε χειρουργήσει ή άγια Αναστασία ή Φαρμακολύτρια καί ό Αρχάγγελος Μιχαήλ. Είδα τον σταυρό τού είχε σχηματίσει ή τομή πού τής είχαν κάνει. Εκείνοι τήν είχαν ράψει. Δεν θά τό ξεχάσω αύτό τό πράγμα! Σήκωσε τά ρουχάκια της καί βλέπω έτσι σταυροειδώς τήν ουλή. Μάς είπε ότι βγήκε ένα ζωύφιο μέσα άπό τήν κοιλιά της καί αισθάνθηκε σάν νά έφυγε ό καρκίνος. Καί όταν κοιμήθηκε, μάς έλεγε μιά κυρία πού ειχε πάει στήν νεκρώσιμη Ακολουθία της: «Δεν μπορώ νά σάς περιγράφω τί κόσμος παραβρέθηκε, σάν κηδεία υπουργού». Οι άνθρωποι άπό εύλάβεια έπαιρναν πετρούλες από τό τζάκι. Σαράντα πέντε χρόνια μέσα στό τζάκι άσκήτευε, ούτε κελλί είχε ούτε τίποτε.


Τώρα τελευταία ήρθαν κάποιοι προσκυνητές πού είχαν πάει στο Αγιον Όρος και μου έλεγαν γιά τις άγιες καταστάσεις πού έχει ό π. Έφραιμ ό Κατουνακιώτης, όταν λειτουργή. Γονατίζει κάτω άκουμπώντας τό κεφαλάκι του στήν Αγία Τράπεζα. Δεν σηκώνεται από την Αγία Τράπεζα από τά δάκρυα πού χύνει! Μέ κλαυθμό λειτουργεί. Στο σημείο τής Θείας Λειτουργίας όπου εκφωνεί: «Τά σα εκ των σων...» δεν μπορεί νά σηκώση τό κεφάλι από την κατάνυξι καί τά δάκρυα πού έχει.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ. ΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΣ. 
http://apantaortodoxias.blogspot.ca

Friday, May 4, 2018

Δέν πρέπει οὔτε γιά ἀστεῖο νά ἐπικαλούμαστε τόν διάβολο - Τό περιστατικό τοῦ μοναχοῦ Ἰωσήφ


Στην Σκήτη του Αγ. Παντελεήμονος στο Κουτλουμούσι, ο μοναχός Ιωσήφ, θέλησε να επισκευάσει, στο πάτωμα της καλύβας του, ένα σανίδι που είχε σπάσει. Καθάρισε το σάπιο, πήρε με ακρίβεια τα μέτρα, έκοψε το σανίδι και πήγε να το τοποθετήσει. Όταν το έβανε στη θέση του, το σανίδι ήταν μεγαλύτερο. Το πήρε, έκοψε το περίσσιο και πήγε πάλι να το τοποθετήσει. Το είδε πως ήταν μικρότερο απ΄ ότι έπρεπε.
Ο Γέρο – Ιωσήφ, ήταν μαραγκός στο επάγγελμα. Παίρνει για δεύτερη φορά τα μέτρα, κόβει άλλο σανίδι στα μέτρα που χρειάζονταν με ακρίβεια, πήγε να το βάλει στη θέση του, αλλά και πάλι περίσσευε, το έκοψε, κι όταν πήγε να το καρφώσει, έγινε μικρότερο. Τότε έχασε την υπομονή του και με θυμό είπε : «Άει στο διάβολο, διάβολε, τί έχεις, τί να σου κάμω για να ταιριάξεις ; Τέσσερις φορές σε μέτρησα και τέσσερις σε έκοψα, τώρα τί διάβολο έχεις και δεν ταιριάζεις» ;
Ο ταλαίπωρος αυτός μοναχός, αντί να ειπεί την ευχή και να επικαλεστεί τη θεία βοήθεια στην εργασία του, προτίμησε να μνημονεύσει τον διάβολο, ο οποίος δεν άργησε αλλά κάτι τέτοιες ευκαιρίες ζητάει, γι΄ αυτό παρουσιάστηκε μπροστά του, ο διάβολος, μ΄ όλη την αγριωπή μορφή του και του είπε : «Με φώναξες γέροντα, τί είναι, τί θέλεις ; Εδώ είμαι ΄ γω για να σε βοηθήσω».
Ο Γέρο – Ιωσήφ τρομαγμένος έκαμε το σταυρό του, παράτησε το σανίδι κι έτρεξε στον Πνευματικό του να εξομολογηθεί, αλλά από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει περισσότερα από 30 χρόνια και δεν μπορεί να συνέλθει, του έμεινε ο φόβος και μια αφηρημάδα στο μυαλό, σαν αντιμισθία από τον διάβολο.
Τούτο ας γίνει μάθημα σε όλους, μικρούς και μεγάλους, να μη λένε το διάβολο, ούτε για αστεία. Επειδή, ο διάβολος βάνει τον άνθρωπο να θυμώνει και στον θυμό του επάνω, τον βάνει να βρίζει ή να βλασφημεί τα θεία, κι αν δεν κατορθώσει τούτο, τον πείθει να ειπεί στον συνάνθρωπό του, στον αδελφό του, στο παιδί του, ή και στον εαυτό του ακόμη, «Άει στο διάβολο». Τούτο γίνεται κακίστη συνήθεια και πολλοί γονείς στέλνουν τα παιδιά τους στον διάολο.
Ενώ μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει καλές συνήθειες κι αντί να λέει «άει στο διάβολο», να λέει «άει στην ευχή» ή «άει στο καλό σου» ή όπως συνηθίζουν οι πατέρες να λένε «να σε πάρει η ευχή» ή «ο Θεός να σ΄ ελεήσει», που είναι το καλύτερο απ΄ όλα. Έτσι συνηθίζει ο άνθρωπος να εύχεται και να λέει πάντοτε τα καλά, σύμφωνα με την Αγία Γραφή «ευλογείτε και μη καταράσθε» (Ρωμ. 12, 14».

ΠΗΓΗ : ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, τομ. Α΄

Wednesday, May 2, 2018

Αμάρτησες; Μην καθυστερείς. Σήκω.....

Έχεις κάνει ένα λάθος.
Το ότι το κατάλαβες είναι πολύ καλό.

Μην το παιδεύεις όμως πολύ. Μην αρχίζεις να το αναλύεις. Μην μπαίνεις στην διαδικασία συζήτησης με τον λογισμό σου.

Έκανες το λάθος και το κατάλαβες. Τώρα πάνε παρακάτω. Μην μένεις στο λάθος, στην αμαρτία σου. Μην αρχίζεις να μιζεριάζεις. Αυτό δεν είναι μετάνοια.

Η μετάνοια έχει αρχοντιά, όχι μιζέρια. Μετανόησε και άσε το λάθος σου πίσω.

Πολλές φορές δυστυχώς ακόμα και την μετάνοιά μας την κάνουμε επιτηδευμένη. Μπαίνουμε δηλαδή σε μία διαδικασία διεξοδικής ανάλυσης της αμαρτίας με αποτέλεσμα να μένουμε στην αμαρτία, να ασχολούμαστε με την πτώση μας και δεν προχωρούμε στην ανάστασή μας.

Ασχολούμαστε με την πληγή μας, την ξύνουμε, την περιεργαζόμαστε και δεν προχωρούμε στην ίασή της. Πολλοί είναι εκείνοί που ενώ έχουν καταλάβει την αμαρτία τους, ενώ λένε ότι έχουν μετανοήσει δεν επισφραγίζουν την μετάνοιά τους με το Μυστήριο της Εξομολογήσεως.



Και αυτό συμβαίνει διότι ενώ συνειδητοποιούν το σφάλμα τους δεν έχουν την ταπείνωση να ζητήσουν βοήθεια και έλεος.

Προφασίζονται ότι δεν είναι άξιοι να προσέλθουν στο Μυστήριο, ότι είναι τόσες πολλές και βαριές οι αμαρτίες τους που ο πνευματικός δεν θα τις αντέξει, ότι ο Θεός δεν μπορεί να τις συγχωρήσει.

Πλάνη. Εγωισμός.

Είναι κρίμα οι άνθρωποι αυτοί που ενώ κατάλαβαν την αμαρτία τους να μένουν στην αμαρτία τους από ντροπή και εγωισμό απαριθμώντας δικαιολογίες για να μην βγούνε από το σκοτάδι στο φως.

Όταν συνηθίσεις να ζεις μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο είναι επίπονο να βγεις έξω στην ηλιόλουστη φύση. Στην αρχή τα μάτια σου δεν θα αντέχουν το φως, μπορεί να νιώσεις δυσφορία και πόνο όμως μετά από μερικά λεπτά θα δεις τι έχανες τόσο καιρό, θα δεις τα χρώματα της ζωής, θα νιώσεις την θέρμη του φωτός.

Όλοι είμαστε αμαρτωλοί, κάποιοι ταπεινώνονται και ομολογούν την αμαρτία τους και καθαρίζονται δια του Μυστηρίου και κάποιοι άλλοι απλά συνεχίζουν να ζούνε μέσα στην μιζέρια της ταπεινοσχημίας τους, έχοντας αναγάγει την μετάνοια σε μία συναισθηματική κατάσταση.

Αμάρτησες; Μην καθυστερείς. Σήκω.
Έκανες ένα λάθος, χίλια λάθη. Ε, και;

Υπάρχει η μετάνοια και η εξομολόγηση. Υπάρχει ελπίδα.
Ο Θεός πάντα μας δέχεται. Πάντα μας περιμένει. Αρκεί να θέλεις και εσύ να γυρίσεις πίσω σ’ Αυτόν.

Γι’αυτό πάψε να μιλάς για την αμαρτία σου. Πάψε να είσαι κολλημένος στο παρελθόν. Η ζωή σου ανοίγεται μπροστά σου.

Είσαι αυτός που θα γίνεις. Όχι αυτός που ήσουν.

Saturday, April 28, 2018

Ο γερω-Ιωσήφ ο Ησυχαστής διώχνει τον πειρασμό...




Ο γερω-Ιωσήφ διώχνει τον πειρασμό

Εκ του βιβλίου
Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ένας ιερομόναχος σε κάποιο Μοναστήρι που είχε το διακόνημα του κηπουρού και έμενε στο σπιτάκι του κήπου, άκουγε κάθε νύχτα να χτυπά το κουδούνι της πόρτας του κήπου και ξυπνούσε. Στην συνέχεια άκουγε βήματα να κατεβαίνουν τα σκαλιά προς το υπόγειο και ένιωθε κάποιον να σκαλίζη τα εργαλεία και τα φυτοφάρμακα. Τον άκουγε, αλλά και νοερώς τον έβλεπε σαν μία σκιά. Αυτό συνέβαινε κάθε νύχτα και είχε μεγάλη στενοχώρια. Ύστερα άρχιζε να κουνιέται το σπίτι σαν να γινόταν σεισμός. Όπως έμαθε ύστερα, μόνο εκεί συνέβαινε, ενώ στο Μοναστήρι όλα ήταν ήσυχα. Ο Ηγούμενος του είπε να κάνη Λειτουργίες και Αγιασμούς, αλλά πάλι συνεχίζονταν τα ίδια. Εκεί στο σπίτι του κηπουρού προηγουμένως έμεναν εργάτες, έγιναν κάποια σκάνδαλα και ο πειρασμός φαίνεται είχε δικαιώματα. Κατά θεία πρόνοια συνέβη να αποκτήση εκείνο τον καιρό Λειψανάκι του γερω-Ιωσήφ του Σπηλαιώτου. Με ευλάβεια το μετέφερε στον κήπο και παρακάλεσε: «Θέλω να μου το αποδείξης, γερω-Ιωσήφ, αν έχης παρρησία στον Θεό, διότι τόσο καιρό βασανίζομαι με την σκιά που την βλέπω και την ακούω, και με τον σεισμό». Από το πρώτο βράδυ έπαψαν όλα. Από τότε βεβαιώθηκε ο κηπουρός ότι ο γερω-Ιωσήφ έχει παρρησία στον Θεό.

Εκ του βιβλίου
Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

https://www.impantokratoros.gr/iosif-hsihastis-parhsia.el.aspx

Tuesday, April 24, 2018

Ἐπίσκεψη στόν τόπο τῶν κολασμένων! ( Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν Σαλός )



Ὁ χρόνος πού δόθηκε στόν Ἰωάννη (ἔνας κενόδοξος, ἁμαρτωλός νέος πού γνωρίστηκε μέ τόν Ἅγιο Ἐπιφάνιο πνευματικοπαίδι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα) γιά νά μετανοήσει, συμπληρώθηκε. Καί μιά νύχτα ὁ Ἐπιφάνιος εἶδε σέ ὅραμα ὅτι τόν πῆρε ὁ μακάριος Ἀνδρέας καί τόν ὁδήγησε σέ τόπους δύσβατους, ἀπαίσιους καί ζοφερούς.


Κρατοῦσε μιά λαμπάδα, γιά νά φωτίζει τό πυκνό σκοτάδι. Ὁ Ἐπιφάνιος εἶχε τήν αἴσθηση πώς ὅλα αὐτά βρίσκονταν κάτω ἀπό τή γῆ. Ἔβλεπε φυλακές καί ἀμπάρες, δεσμωτήρια ἀποτρόπαια καί σκοτεινά. Σέ ἄλλα ἀπ’ αὐτά ἦταν κλεισμένα ποντίκια, ἀγριόγατες καί ἀλεποῦδες, σέ ἄλλα φίδια, κουροῦνες καί κοράκια, κάθε λογῆς ἀκάθαρτα πουλιά καί ζῶα. Ἦταν πολλά, ἀμέτρητα, σάν τ’ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ.
Ἦρθαν, τέλος, σ’ ἕνα βρωμερό καλύβι, ὅπου δέν ὑπῆρχαν παρά μόνο περιττώματα ἀνθρώπων σκύλων.
-Πές μου, σέ ἱκετεύω, γιατί ἤρθαμε ἐδῶ; ρώτησε ὁ Ἐπιφάνιος τόν ὅσιο. Γι’ αὐτό ἀγνωνιστήκαμε; Γιά νά βρεθοῦμε σέ τέτοια βρωμιά;
-Ὄχι, παιδί μου, ἀλλά γιά νά δεῖς τόν τόπο πού ἑτοίμασε γιά τόν ἑαυτό του ὁ φίλος σου ὁ Ἰωάννης.Οἱ ἀκαθαρσίες, πού βλέπεις, εἶναι τά ἔργα του, ὁ κόπος του καί ὁ ἱδρώτας του. Κοίταξε τί γράφει ἐδῶ!
Ὁ Ἐπιφάνιος εἶδε στόν ἀέρα μιά σκοτεινή ἐπιγραφή πού ἔλεγε: “Αἰώνια κατοικία καί βαριά τιμωρία τοῦ Ἰωάννη, τοῦ γιοῦ τοῦ Κελεστίνου”- αὐτό ἦταν τό ὄνομα τοῦ πατέρα του.
-Ἀλίμονο σ’ ἐμένα, τόν ἁμαρτωλό! ἀναφώνησε ὁ Ἐπιφάνιος. Τέτοια συμφορά οὔτε στούς ἐχθρούς μου! Ἀλλά πῶς μαζεύτηκαν τόσες ἀκαθαρσίες;
-Ὅσοι ἄνδρες καί ὅσες γυναῖκες ἁμαρτάνουν, ὅπως ὁ Ἰωάννης, στοιβάζουν ἐδῶ τίς ἀκαθαρσίες τους, ὥστε, ὅταν πεθάνουν, νά χορτάσουν οἱ ψυχές τους, καθώς θά εἶναι ἁλυσοδεμένες. Ὅταν, ὅμως, γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων, θά παραδοθοῦν στή φωτιά.
-Καί ὅλα ἐκεῖνα τά ζῶα πού εἴδαμε φυλακισμένα, τά ποντίκια, τά θηρία, τά ἑρπετά, τί εἶναι;
-Εἶναι οἱ ψυχές τῶν ἄσωτων καί ἁμαρτωλῶν.
-Πώ πώ! Ἔτσι εἶναι οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων;
-Ὄχι παιδί μου. Ὁ Θεός οἰκονόμησε νά φανοῦν ἔτσι, γιά νά μᾶς δείξει ποιάν ἁμαρτία ἔκανε κάθε ψυχή. Ἄλλες ἀπ’ αὐτές ἀνήκουν σέ φονιάδες, ἄλλες σέ μοιχούς καί πόρνους, ἄλλες σέ σοδομίτες, ἄλλες σέ κλέφτες καί φιλάργυρους, ἄλλες σέ αἱρετικούς, ἄλλες σέ κενόδοξους καί ἄλλες σέ ἄλλους ἁμαρτωλούς. Εἶναι οἱ ψυχές πού “ταυτίστηκαν μέ τά ἄλογα κτήνη καί ἔγιναν ὅμοιες μ’ αὐτά”(Ψαλμ. 48:13). Γι’ αὐτό ὁ Κύριος τίς ἔκανε νά φαίνονται μέ τέτοιες μορφές. Συγκεκριμένα,

οἱ φονιάδες φαίνονται σάν σκορπιοί,
οἱ εἰδωλολάτρες σάν ἀγριοκάτσικα,
οἱ μάγοι σάν φίδια,
οἱ κτηνοβάτες σάν ποντίκια,
οἱ ἀρσενοκοῖτες (ὁμοφυλόφιλοι) σάν βρωμόσκυλα,
οἱ πόρνοι σάν γουρούνια,
οἱ κλέφτες σάν λύκοι,
οἱ ἀπατεῶνες σάν ἀλεποῦδες,
οἱ φιλάργυροι σάν ἀγριόγατες,
οἱ ὀργίλοι σάν πάνθηρες,
οἱ μνησίκακοι σάν ὀχιές,
οἱ γαστρίμαργοι σάν ἄλογα,
οἱ προαγωγοί σάν γαϊδούρια,
οἱ βλάσφημοι σάν κουροῦνες,
οἱ συκοφάντες σάν κοράκια,
οἱ αἰσχροί τραγουδιστές σάν βατράχια,
οἱ χορεύτριες σάν ἐρωδιοί,
οἱ πόρνες σάν κατσίκες…

Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν Σαλός (σελ. 173-175)
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΠΗΓΗ.ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ

Friday, April 20, 2018

Λόγος για το ψέμα ( Αββάς Δωρόθεος )

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Θ΄ Θέλω νά σᾶς θυμίσω, ἀδελφοί μου, λίγα γιά τό ψέμα. Γιατί δέν βλέπω νά πολυφροντίζετε νά κρατᾶτε τή γλώσσα σας καί γι᾿ αὐτό εὔκολα παρασυρόμαστε σέ λάθη. Βλέπετε, ἀδελφοί μου, ὅτι γιά κάθε πράγμα, ὅπως πάντα σᾶς λέω, παίζει ρόλο ἡ συνήθεια καί στό καλό καί στό κακό. Χρειάζεται λοιπόν μεγάλη προσοχή καί ἄγρυπνη φροντίδα, γιά νά μήν μᾶς ξεγελάει τό ψέμα. Γιατί κανένας ἀπ᾿ αὐτούς πού λένε ψέματα δέν ἑνώθηκε μέ τό Θεό. Τό ψέμα δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τό Θεό. Γιατί εἶναι γραμμένο: «Τό ψέμα πηγάζει ἀπό τόν πονηρό». Καί σ᾿ ἄλλο σημεῖο ἔχει γραφτεῖ ὅτι: «Ὁ διάβολος εἶναι ψεύτης καί πατέρας τοῦ ψεύδους» (Ἰωάν. Η΄: 44). βλέπετε λέει τό διάβολο πατέρα τοῦ ψεύδους. Ἡ δέ ἀλήθεια εἶναι ὁ Θεός. Γιατί Αὐτός λέει: «Ἐγώ εἶμαι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (Ἰωάν. Δ΄: 16). Καταλαβαίνετε λοιπόν ἀπό Ποιόν χωριζόμαστε καί μέ ποιόν δενόμαστε μέ τό ψέμα. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι δενόμαστε μέ τό διάβολο. Ἄν πραγματικά θέλουμε νά σωθοῦμε, ἔχουμε ὑποχρέωση μέ ὅλη τή δύναμη καί μέ κάθε φροντίδα ν᾿ ἀγαπᾶμε τήν ἀλήθεια καί νά φυλαγόμαστε ἀπό κάθε εἴδους ψέμα, γιά νά μήν μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀλήθεια καί τή ζωή.

Ὑπάρχουν δέ τρεῖς διαφορετικοί τρόποι γιά νά πεῖ κανείς ψέματα.

Ὁ ἕνας εἶναι τό νά πεῖ κανείς ψέματα μέ τό νοῦ του, ὁ ἄλλος τό νά πεῖ ψέματα μέ λόγια καί ὁ τρίτος τό νά πεῖ ψέματα μέ ὁλοκληρη τή ζωή του. Ἐκεῖνος πού μέ τό νοῦ του λέει: «Γιά μένα λένε». Καί ἄν σταματήσουν νά μιλᾶνε, πάλι ὑποψιάζεται ὅτι σταμάτησαν γι᾿ αὐτόν. Ἄν τοῦ πεῖ κανείς μιά κουβέντα, ὑποψιάζεται ὅτι τήν εἶπε ἐπίτηδες γιά νά τόν στενοχωρήσει. Καί μ᾿ ἕνα λόγο, σέ κάθε πράγμα ἔτσι ὑποψιάζεται τόν ἀδελφό του, λέγοντας: «Γιά μένα τό ᾿ κανε αὐτό, γιά μένα τό ᾿ πε ἐκεῖνο. Γι᾿ αὐτό τό λόγο ἔκανε τοῦτο τό πράγμα».

Αὐτός εἶναι πού μέ τό νοῦ του λέει ψέματα. Γιατί δέν λέει τίποτα ἀληθινό, ἀλλά ὅλα εἶναι βασισμένα στίς ὑποψίες. Ἀπ᾿ αὐτό τό λόγο λοιπόν γενιοῦνται περιέργειες, καταλαλιές, κρυφακούσματα, διαμάχες, κατακρίσεις. Τυχαίνει καμιά φορά νά ὑποψιαστεῖ κάποιος κάτι καί τά πράγματα ν᾿ ἀποδείξουν ὅτι ἦταν ἀληθινό. Καί γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς ἰσχυρίζεται ὅτι, ἐπειδή θέλει νά διορθώσει τόν ἑαυτόν του, πάντοτε κινεῖται μέ καχυποψία καί περιέργεια, κάνοντας τήν ἀκόλουθη σκέψη: «Ἄν μιλάει κανείς ἐναντίον μου κι ἐγώ τόν ἀκούσω, θά καταλάβω ποιό εἶναι τό σφάλμα πού μέ κατηγορεῖ καί θά διορθωθῶ».

Πρῶτα – πρῶτα λοιπόν, αὐτή ἡ προκατάληψη πού δέχεται στήν ψυχή του εἶναι ἔργο τοῦ πονηροῦ. Γιατί ἄρχισε μέ τό ψέμα, δηλαδή, χωρίς νά ξέρει ὑποψιάστηκε αὐτό πού δέν ἤξερε. Πῶς μπορεῖ λοιπόν κακό δέντρο νά κάνει καλούς καρπούς; Ἄν ὅμως θέλει νά διορθωθεῖ ἐντελῶς, ὅταν τοῦ πεῖ ὁ ἀδελφός: «Μήν τό κάνεις αὐτό» ἤ «γιατί τό ἔκανες ἐκεῖνο;» νά μήν ταραχθεῖ, ἀλλά νά βάλει μετάνοια καί νά τόν εὐχαριστήσει καί τότε θά διορθωθεῖ. Καί ἄν δεῖ ὁ Θεός ὅτι εἶναι τέτοια ἡ πρόθεσή του, δέν θά τόν ἀφήσει ποτέ νά πλανηθεῖ, ἀλλά ὁπωσδήποτε θά τοῦ στείλει τόν κατάλληλο ἄνθρωπο γιά νά τόν διορθώσει. Τό νά πεῖ ὅμως ὅτι: «Ἐπειδή θέλω νά διωρθωθῶ, πιστεύω στίς ὑποψίες μου καί κατά συνέπεια, συνηθίζω νά κρυφακούω καί νά περιεργάζομαι», αὐτό εἶναι μιά σκέψη πού τοῦ τή βάζει καί τή δημιουργεῖ ὁ διάβολος, θέλοντας νά τόν καταστρέψει.

Ὅταν κάποτε βρισκόμουνα στό κοινόβιο, εἶχα τόν πειρασμό νά προσπαθῶ νά συμπεράνω τήν ἐσωτερική κατάσταση κάποιου ἀπό τίς κινήσεις του. Μοῦ συνέβη λοιπόν ἕνα σχετικό γεγονός. Μιά φορά, καθώς στεκόμουν, προσπερνάει μιά γυναίκα πού βάσταζε ἕνα σταμνί νερό, καί δέν κατάλαβα πῶς παρασύρθηκα καί πρόσεχα τά μάτια της. Ἀμέσως τότε μοῦ γεννήθηκε ὁ λογισμός ὅτι ἦταν πόρνη. Μόλις λοιπόν μοῦ εἶπε αὐτό ὁ λογισμός, πολύ στενοχωρήθηκα καί τό ἀνέφερα στό Γέροντα, τόν Ἀββά Ἰωάννη, μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο: «Γέροντα, ἄν χωρίς νά θέλω δῶ μιά κίνηση κάποιου καί συμπεράνω μέ τό λογισμό τήν κατάσταση πού βρίσκεται, τί πρέπει νά κάνω;» Καί μοῦ ἀπάντησε ὁ Γέροντας κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο: «Τί λοιπόν, δέν συμβαίνει πολλές φορές νά ἔχει κανείς κάποιο φυσικό ἐλάττωμα καί μέ πολύ ἀγώνα νά τό ξεπεράσει; Δέν μπορεῖς ἀπ᾿ αὐτό νά καταλάβεις τήν κατάστασή του. Ποτέ λοιπόν νά μήν πιστεύεις στίς ὑποψίες σου, γιατί στραβός ὁδηγός καί τά ἴσια τά κάνει στραβά. Οἱ ὑποψίες εἶναι ψεύτικες καί βλάπτουν».

Ἀπό τότε καί ἄν ἀκόμα μοῦ ἔλεγε ὁ λογισμός γιά τόν ἥλιο ὅτι εἶναι ἥλιος, ἤ γιά τό σκοτάδι ὅτι εἶναι σκοτάδι, δέν τό πίστευα. Ἐπειδή δέν ὑπάρχει τίποτα βαρύτερο ἀπό τίς ὑποψίες. Εἶναι τόσο πολύ βλαβερές, γιατί μένουν πολύ καιρό μέσα μας καί ἀρχίζουν νά μᾶς πείθουν νά νομίζουμε ὅτι βλέπουμε καθαρά, πράγματα πού οὔτε ὑπάρχουν οὔτε ἔχουν γίνει.



Καί ἄλλα παρόμοια σέ διάφορες περιστάσεις μᾶς εἶπαν οἱ Πατέρες γιά νά μᾶς προφυλάξουν ἀπό τό κακό πού φέρνουν οἱ ὑποψίες. Ἄς φροντίσουμε λοιπόν, ἀδελφοί μου, μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις νά μήν δίνουμε ἐμπιστοσύνη ποτέ στίς ὑποψίες μας. Τίποτα δέν ἀπομακρύνει τόσο πολύ τόν ἄνθρωπο ἀπό τό νά παρακολουθεῖ καί νά ἐλέγχει τίς ἁμαρτίες του, καί τίποτα δέν τόν κάνει τόσο πολύ ν᾿ ἀσχολεῖται μ᾿ ὅσα δέν τόν ἀφοροῦν ὅσο αὐτές. Ἀπ᾿ αὐτό τό πάθος δέν μπορεῖ νά προκύψει τίποτα καλό, ἀπ᾿ αὐτό συμβαίνουν μυριάδες ταραχές, μυριάδες στενοχώριες, ἀπ᾿ αὐτό ποτέ δέν βρίσκει καιρό ὁ ἄνθρωπος ν᾿ ἀποκτήσει τό φόβο τοῦ Θεοῦ. Λοιπόν κι ἄν ἀκόμη ἡ δική μας ἡ κακία σπείρει ὑποψίες στήν ψυχή μας, ἀμέσως ἄς τίς μετατρέψουμε σέ καλές σκέψεις καί τότε δέν θά μᾶς βλάπτουν. Γιατί εἶναι καταστρεπτικές οἱ ὑποψίες καί δέν ἀφήνουν τήν ψυχή ποτέ νά βρεῖ τήν εἰρήνη της. Νά, αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό ψέμα πού ζοῦμε μέ τό μυαλό μας.

Ἐκεῖνος δέ πού ψεύδεται μέ λόγια εἶναι αὐτός πού, ὅταν, ἄς ὑποθέσουμε, βαριέται νά σηκωθεῖ γιά τήν ἀγρυπνία, δέν λέει: «Συγχώρεσέ με, γιατί βαρέθηκα νά σηκωθῶ», ἀλλά λέει: «Εἶχα πυρετό, ἤμουνα ζαλιζμένος, δέν μποροῦσα νά σηκωθῶ, δέν εἶχα κουράγιο».

Καί λέει δέκα λόγια ψεύτικα, γιά νά μήν βάλει μιά μετάνοια καί ταπεινωθεῖ. Ἄν ὅμως κάποιος τόν κατηγορήσει γιά κάτι, προσπαθεῖ ἐπίμονα μέ τίς ἀντιρρήσεις του καί τίς ψευτοευγένειές του νά ἀνασκευάσει τήν κατηγορία μόνο καί μόνο γιατί δέν τήν σηκώνει. Παρόμοια συμβαίνει, ἄν τύχει καί λογομαχήσει μέ τόν ἀδελφό του. Δέν σταματάει τότε νά δικαιολογεῖται καί νά λέει: «Ἐσύ ὅμως εἶπες, ἐσύ ἔκανες, ἐγώ δέν εἶπα, ἐκεῖνος εἶπε, αὐτό, ἐκεῖνο», μόνο καί μόνο γιά νά μήν ταπεινωθεῖ.

Πάλι, ἄν ἐπιθυμήσει κάποιο πράγμα, δέν ἀνέχεται νά πεῖ: «Ἐπιθυμῶ αὐτό», ἀλλά γυροφέρνει τά λόγια του λέγοντας: «Ὑποφέρω ἀπ᾿ αὐτό, καί χρειάζομαι ἐκεῖνο» ἤ «μοῦ εἶπαν νά κάνω αὐτό», καί λέει τόσα ψέματα μέχρι νά πραγματοποιήσει τήν ἐπιθυμία του.

Γιατί κάθε ἁμαρτία γίνεται ἤ ἀπό φιληδονία ἤ ἀπό φιλαργυρία ἤ ἀπό φιλοδοξία. Παρόμοια καί τό ψέμα, γι᾿ αὐτούς τούς τρεῖς λόγους λέγεται. Ἤ γιά νά μήν κατηγορηθεῖ κανείς καί ταπεινωθεῖ ἤ γιά νά μήν κάνει κάποιο θέλημα ἤ γιά νά κερδίσει κάτι. Καί δέν σταματάει αὐτός πού ψεύδεται ἀπό τό νά γυροφέρνει ἐδῶ καί ἐκεῖ καί νά μηχανεύεται πάντοτε τί νά πεῖ μέχρι νά καταφέρει τό σκοπό του. Αὐτός ποτέ δέν γίνεται πιστευτός, ἀλλά καί ἄν ἀκόμα πεῖ κάτι ἀληθινό, κανείς δέν μπορεῖ νά τό πιστέψει, ἀλλά καί γιά τήν ἀλήθεια πού λέει, ἀμφιβάλλουν οἱ ἄλλοι.



Νά λοιπόν, εἴπαμε ποιός εἶναι αὐτός πού ψεύδεται «κατά διάνοιαν» καί ποιός εἶναι αὐτός πού ψεύδεται μέ λόγια. Θέλουμε ὅμως ν᾿ ἀναφέρουμε καί ποιός εἶναι αὐτός πού ψεύδεται καί μ᾿ αὐτή τήν ἴδια τή ζωή του.

Ἐκεῖνος πού ψεύδεται μέ τήν ἴδια τή ζωή του, εἶναι αὐτός πού, ἐνῶ εἶναι ἄσωτος, προσποιεῖται ὅτι ἔχει ἐγκράτεια, ἤ εἶναι πλεονέκτης καί μιλάει γιά ἐλεημοσύνη καί ἐπαινεῖ τή συμπάθεια ἤ εἶναι ὑπερήφανος καί θαυμάζει τήν ταπεινοφροσύνη. Καί τή θαυμάζει ὄχι βέβαια γιατί θέλει νά ἐπαινέσει τήν ἀρετή. Γιατί, ἄν τό ἔλεγε μ᾿ αὐτό τό σκοπό, πρῶτα – πρῶτα θά ὁμολογοῦσε μέ ταπείνωση τήν ἀσθένειά του λέγοντας: «Ἀλλοίμονο σέ μένα τόν ἄθλιο, γιατί δέν ἔχω κάνει τίποτα καλό στή ζωή μου».

Καί ἀφοῦ πρῶτα θά ὁμολογοῦσε τήν ἀδυναμία του, τότε θά ἔπρεπε νά θαύμαζε καί νά ἐπαινοῦσε τήν ἀρετή. Ἀλλά ἐγκωμιάζει τήν ἀρετή, χωρίς νά ἔχει κύριο σκοπό ν᾿ ἀποφύγει νά σκανδαλίσει τούς ἄλλους. Γιατί σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση, θά ἔλεγε: «Ἐγώ βέβαια, εἶμαι ἄθλιος καί ἐμπαθής, γιατί νά σκανδαλίσω καί ἄλλον; Γιατί νά βλάψω καί ἄλλη ψυχή, καί νά φορτωθῆ καί ἄλλο βάρος;»

Μ᾿ αὐτό τό λογισμό – καί ἄν ἀκόμα ἁμάρτανε – θά εἶχε πλησιάσει κάπως τό καλό. Γιατί εἶναι χαρακτηριστικό συμπάθειας νά φροντίζουμε τόν πλησίον. Ἀλλ᾿ αὐτός δέν θαυμάζει γιά τούς λόγους πού ἀνέφερα τήν ἀρετή, ἀλλά καταπιάνεται καί μιλάει γι᾿ αὐτήν καί τή θαυμάζει ἤ γιά νά σκεπάσει τήν ἀσχήμια του – ἀφήνοντας νά ἐννοηθεῖ ὅτι δῆθεν καί αὐτός ἔχει κάποια σχέση μ᾿ αὐτήν – ἤ πολλές φορές γιά νά κάνει κακό καί νά παραπλανήσει τόν ἀδελφό του. Γιατί καμιά κακία, καμιά αἵρεση, οὔτε καί αὐτός ὁ ἴδιος ὁ διάβολος δέν μπορεῖ νά ξεγελάσει τόν ἄνθρωπο παρά μόνο ἄν τοῦ παρουσιαστεῖ σάν ἀρετή, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος: «Ὁ ἴδιος ὁ διάβολος μεταμορφώνεται σέ φωτεινό ἄγγελο» (Β΄ Κορ. ια΄ : 14). Δέν εἶναι λοιπόν παράξενο ἄν καί οἱ ὑπηρέτες του μεταμορφώνονται σέ ὑπηρέτες κάθε ἀρετῆς.

Ἔτσι ἀκριβῶς καί ὁ ψεύτης, εἴτε γιατί ντρέπεται καί φοβᾶται νά μήν ταπεινωθεῖ, εἴτε, ὅπως εἶπα, γιατί θέλει νά παρασύρει καί νά ξεγελάσει κάποιον, μιλάει γιά τίς ἀρετές, καί τίς παινεύει καί τίς θαυμάζει, σάν νά ᾿ ναι δικές του καί νά τίς ἔχει ζήσει. Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού ψεύδεται μέ ὁλόκληρη τή ζωή του. Αὐτός δέν εἶναι ἄνθρωπος ἁπλός, ἀλλά διπλοπρόσωπος. Ἄλλος εἶναι μέσα του καί διαφορετικός φαίνεται. Διπλή εἶναι καί ἐντελῶς ἀξιοπεριφρόνητη ὁλόκληρη ἡ ζωή του.

Νά λοιπόν, εἴπαμε καί γιά τό ψέμα ὅτι προέρχεται ἀπό τό διάβολο. Μιλήσαμε καί γιά τήν ἀλήθεια, ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ Θεός. Ἄς ἀποφύγουμε λοιπόν, ἀδελφοί μου, τό ψέμα γιά νά γλυτώσουμε ἀπό τή μερίδα τοῦ πονηροῦ, καί ἄς ἀγωνιστοῦμε ν᾿ ἀποκτήσουμε τήν ἀλήθεια, γιά νά ἑνωθοῦμε μ᾿ Αὐτόν πού εἶπε: «Ἐγώ εἶμαι ἡ ἀλήθεια» (Ἰωάν. Ιδ΄:6). Ὁ Θεός νά μᾶς κάνει ἄξιους τῆς ἀλήθειάς Του.


[Ἀπό τό βιβλίο: «Ἀββᾶ Δωροθέου ἔργα ἀσκητικά» (ΕΠΙΣΤΟΛΗ Θ΄ σελ. 237), Ἐκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ἱερά Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα]

(Πηγή ηλ. κειμένου: hristospanagia3.blogspot.gr)