Thursday, July 2, 2015

Τα μάτια της Μοναχής



῎Εκλεισαν ἁπαλά τήν πόρτα πίσω τους. Διέσχισαν τό ἥσυχο δρομάκι κι ἔστριψαν ἀριστερά γιά τόν μεγάλο δρόμο πού ἔβγαζε στήν ᾽Εκκλησία τῆς περιοχῆς τους. Δέν ἄργησαν νά φτάσουν. ῎Αναψαν τό κεράκι τους καί ἀποσύρθηκαν σέ μιά ἥσυχη καί σκοτεινή γωνιά. Σιωπηλές προσεύχονταν. ῾Η ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου γιά τήν Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς δέν εἶχε ἀκόμη ξεκινήσει.

῎Ενιωθαν πολύ τυχερές πού σέ τόσο μικρή ἀπόσταση ἀπό τό σπίτι τους βρισκόταν ὁ ναός καί μποροῦσαν

νά πηγαίνουν στίς θεῖες λειτουργίες, τίς Κυριακές καί τίς ἑορτές. Δέν ἦταν βέβαια λίγες καί οἱ φορές πού ἐπισκέπτονταν τόν ναό γιά νά προσφέρουν τρόφιμα, ροῦχα, χρήματα γιά τούς ἀναγκεμένους συνανθρώπους τους. Οἱ ἐλεημοσύνες τους ἦταν συνεχεῖς καί εἶχαν γίνει γνωστές, παρ᾽ ὅλες τίς προσπάθειες νά τίς κρατήσουν μυστικές. ῞Οσο περισσότερο μάλιστα κρύβονταν, τόσο καί πιό πολύ τίς φανέρωνε ὁ Θεός.

Τό ὑπόλοιπο διάστημα τῆς ἑβδομάδας τό περνοῦσαν στό σπίτι, πού τό ᾽χαν μετατρέψει σέ μοναστήρι. ᾽Αξημέρωτα ἀκόμη ξεκινοῦσαν τίς προσευχές μπροστά στό εἰκονοστάσι τους καί συνέχιζαν μέχρις ὅτου ὁ ἥλιος ἀνέβαινε ψηλά. Συνέχιζαν μέ τά διακονήματά τους: τό μαγείρεμα, τό καθάρισμα τοῦ σπιτιοῦ, τόν ἀργαλειό γιά τά ὑφαντά τους, πού τούς ἀπέφεραν ἀρκετά γιά τήν ἐπιβίωσή τους καί τίς προσφορές τους. ῾Ο κόπος τῆς ἐργασίας ἦταν μέσα στόν καθημερινό τους πρόγραμμα. Τό ἀπόγευμα οἱ προσευχές ἔπαιρναν καί πάλι τήν θέση τους. Τό βράδυ ἐπίσης. Οἱ ἀγρυπνίες τους πολλές. Δέν ὑπῆρχε προσευχή καί ἀκολουθία πού νά μήν τήν ἔλεγαν καί νά μήν τήν ἔψελναν.
῾Οἱ μοναχές᾽, ἔλεγε ὁ κόσμος μόλις τίς ἔβλεπε, κι ἔνιωθε ἕνα δέος κι ἕναν ξεχωριστό σεβασμό στό πέρασμά τους. Δέν ἦταν λίγες μάλιστα οἱ φορές πού γυναῖκες ταλαιπωρημένες καί κακοποιημένες ἔπαιρναν τό θάρρος νά διαβοῦν τό κατώφλι τους, γιά νά βροῦν λίγη βοήθεια καί παρηγοριά.

῾Η μία ἦταν πράγματι μοναχή. ῾Η ἀδελφή ᾽Ιωάννα. ᾽Από νεαρή εἶχε ἀφιερωθεῖ στόν Θεό καί εἶχε δώσει τούς ὅρκους της στό γυναικεῖο μοναστήρι λίγο ἔξω ἀπό τήν ᾽Αλεξάνδρεια. Οἱ γονεῖς της πού ἔτρεφαν ὄνειρα νά τήν δοῦν ἀποκαταστημένη μέ τήν δική της οἰκογένεια, λόγω τῆς μόρφωσής της καί τῆς ἰδιαίτερης ὀμορφιᾶς της, στήν ἀρχή ἀντέδρασαν, ἀλλά γρήγορα πείστηκαν ὅτι αὐτό ἦταν πού ποθοῦσε περισσότερο ἀπό ὅλα ἡ μονάκριβη θυγατέρα τους. ῎Εδωσαν τήν συγκατάθεσή τους κι ἄρχισαν κι αὐτοί νά χαίρονται τήν προκοπή της. Γιατί πράγματι πολύ γρήγορα ἡ καλόγρια κόρη τους προχώρησε πνευματικά. ῾Η ταπείνωση καί ἡ ἀγάπη της τήν ἔκαναν σύντομα νά ξεχωρίσει.
᾽Αναγκάστηκε ἐκ τῶν πραγμάτων νά ἐγκαταλείψει τό μοναστήρι μετά ἀπό λίγα χρόνια. Πέθανε ὁ πατέρας της, ἀρρώστησε ἡ μάνα της. Πῆγε κοντά της νά τήν ὑπηρετεῖ. Μαζί της εἶχε καί τήν ὑπηρέτρια τοῦ σπιτιοῦ τους, τήν Μαρία, μιά πολύ πιστή στόν Θεό μεσήλικη γυναίκα, τήν ὁποία βεβαίως ἀντιμετώπιζε ὄχι μόνο ὡς ἀδελφή, ἀλλά σάν τόν ἑαυτό της καί τά σπλάχνα της, κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου. Μιά ψυχή σέ δυό σώματα, πού λέγανε γιά τόν ἅγιο Βασίλειο καί τόν ἅγιο Γρηγόριο.

῞Οταν ἔφυγε ἀπό τήν ζωή αὐτή μετά ἀπό κάποιο διάστημα καί ἡ μάνα της, σκέφτηκε ἡ ᾽Ιωάννα νά παραμείνει στό σπίτι καί νά τό κάνει ἡσυχαστήριο. Θά ᾽χε βοηθό καί συναγωνίστρια τήν Μαρία, πού συγκατένευσε μέ μεγάλη εὐχαρίστηση. Κι ἐκείνη δέν εἶχε κανέναν στόν κόσμο. Μέ τήν ἄδεια τῆς ἡγουμένης τοῦ μοναστηριοῦ πράγματι ἄρχισε ἕναν ἄλλον ἀγώνα. ῾Ησυχάστρια μέσα στόν κόσμο.
Ποιό καλό ἔργο ὅμως μένει ἥσυχο καί ἀνέπαφο στόν κόσμο αὐτό; Δέν εἴμαστε μόνο ἐμεῖς πού παλεύουμε μέ τά πάθη μας. Εἶναι καί ὁ Πονηρός, ὁ ὁποῖος ῾ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ᾽.
Δέν ἄργησε λοιπόν ὁ τρισκατάρατος νά φθονήσει τήν καθαρότητα τῆς ζωῆς τους καί τό ἐλεῆμον ἔργο τους καί νά σηκώσει κουρνιαχτό, κατά τό λεγόμενο, ἐναντίον τους καί μάλιστα κατά τῆς ἀδελφῆς ᾽Ιωάννας. Τοῦ παρεχώρησε ὁ Κύριος καί ἄρχισε τά σκάνδαλά του. Καί βρῆκε ἕναν πολύ ὕπουλο τρόπο γιά νά ταράξει τήν ἥσυχη ζωή τους: προξένησε σατανικό πόθο σ᾽ ἕναν νέο γιά τήν… μοναχή. ῾Ο νέος ἄρχισε νά τήν σκέφτεται νυχθημερόν κι ἔβαλε σκοπό του νά τῆς ἀλλάξει τά μυαλά, νά τήν φέρει στά δικά του νερά, νά τήν κάνει δική του.

Καθημερινά λοιπόν τήν ἔστηνε ἔξω ἀπό τό σπίτι τῶν γυναικῶν. Δέν τολμοῦσαν νά βγοῦν νά πᾶνε στήν ᾽Εκκλησία, τήν μόνη ἄλλωστε ἔξοδό τους, καί τίς ἀκολουθοῦσε, λέγοντας λόγια ἀδιάντροπα στήν μοναχή, καλώντας την νά ἀνταποκριθεῖ στόν ἔρωτά του, νά ὑποταχτεῖ στόν μανιακό πόθο του.
Οἱ γυναῖκες καί πιό πολύ ἡ ἀδελφή ᾽Ιωάννα ταράχτηκαν πολύ. Εἶδαν καθαρά τόν πειρασμό τοῦ διαβόλου καί μέ σιωπή καί προσευχή προσπάθησαν νά τόν ξεπεράσουν.
῾Κύριε, φώτισε τόν νεαρό καί ἀπάλλαξέ τον ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ᾽, ἔλεγαν καί ξανάλεγαν στίς προσευχές τους.
Ματαίως ὅμως. ῞Οσο περνοῦσε ὁ καιρός ὁ πειρασμός σάν νά φούντωνε. Σταμάτησαν πιά νά βγαίνουν ἔξω. Τό σπίτι τους ἦταν σάν κάστρο πολιορκημένο. ῾Ο νεαρός εἶχε γίνει ἡ σκιά τους.

Ρίχτηκαν περισσότερο στήν προσευχή. ῾Γνώρισόν μοι ὁδόν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ, Κύριε, ἦρα τήν ψυχήν μου᾽. Σέ Σένα, Κύριε, καταφεύγουμε, πές μας τί νά κάνουμε.
Φωτίστηκε μιά μέρα ἡ καλόγρια. ᾽Αποφάσισε νά ἀντιμετωπίσει κατά πρόσωπο τό πρόβλημα.
῾Πές στόν νεαρό νά μπεῖ μέσα στό σπίτι᾽, εἶπε στήν Μαρία. ᾽Εκείνη γούρλωσε τά μάτια της, ἀλλά ὑπάκουσε. ῾῎Ελα μέσα᾽ τοῦ εἶπε. ῾Σέ θέλει ἡ κυρά μου᾽.
Πέταξε ἀπό τήν χαρά του τό ἐνεργούμενο τοῦ διαβόλου. ῾Πέτυχα τόν σκοπό μου᾽ σκέφτηκε. ῾Θά γίνει δικιά μου᾽. Κι ἔνιωσε τήν καρδιά του νά χτυπάει μανιασμένα.
Βρῆκε τήν μοναχή νά κάθεται στόν ἀργαλειό της. ῾Κάθισε᾽ τοῦ πρότεινε ἐκείνη. Τήν παρατηροῦσε ξαναμμένος.
῾Εἰλικρινά, ἀδελφέ μου᾽ εἶπε ἥσυχα καί χωρίς ταραχή ἡ μοναχή, ῾θέλω νά μοῦ πεῖς γιατί μέ στενοχωρεῖς τόσο καί δέν μ᾽ ἀφήνεις νά βγῶ οὔτε ἔξω ἀπό τό σπίτι μου!᾽

῎Εσπευσε νά ἀπαντήσει ὁ νέος. ῾Εἰλικρινά σοῦ μιλάω κι ἐγώ, κυρία μου, ὅπως σοῦ τοῦ ἔχω ξαναπεῖ, σέ ποθῶ πάρα πολύ. Κάθε φορά μάλιστα πού σέ βλέπω γίνομαι ὁλόκληρος σάν φωτιά᾽. Σάν νά κοκκίνησε λίγο μέ τά λόγια αὐτά, πράγμα πού τό θεώρησε πολύ θετικό ἡ ᾽Ιωάννα. ῾Κάτι καλό ἔχει μέσα του τό παλληκάρι αὐτό᾽, σκέφτηκε. ῾῾Υπάρχει μιά ντροπή πού σημαίνει ὅτι λειτουργεῖ ἀκόμη ἡ χάρη τοῦ βαπτίσματός του. Φαίνεται ὅμως ὅτι βρῆκε κάποια δίοδο μέσα του ὁ διάβολος καί τό περιπαίζει μέ τόν τρόπο αὐτόν᾽. ῾Κύριε, βοήθησε κι αὐτόν κι ἐμένα᾽ ἔστρεψε νοερά τήν σκέψη της στόν Κύριο ἡ ᾽Ιωάννα.
῾Καί τί καλό εἶδες σέ μένα καί μ᾽ ἀγαπᾶς τόσο;᾽ συνέχισε τήν κουβέντα ἡ μοναχή, πού ᾽νιωσε μιά ἰδιαίτερη δύναμη στήν καρδιά της.

Τήν φορά αὐτή ὁ νέος δέν ἔσπευσε στήν ἀπάντησή του. Πέρασαν κάποιες στιγμές καί τελικά τό ξεστόμισε. ῾Τά μάτια σου. Αὐτά μέ ἀπάτησαν καί μέ ἔκαναν νά χάσω τόν νοῦ καί τόν ὕπνο μου!᾽
῞Ο,τι ἀκολούθησε δέν περιγράφεται μέ λόγια. ῾Η ᾽Ιωάννα σηκώθηκε ὄρθια, ὕψωσε τό βλέμμα της στόν οὐρανό καί πῆρε ἤρεμα τήν σαΐτα τοῦ ἀργαλειοῦ της.
῾Η Μαρία παρακολουθοῦσε τήν σκηνή ἄναυδη, χωρίς νά μπορεῖ νά καταλάβει τί γίνεται κι οὔτε νά ὑποψιαστεῖ τό τί θ᾽ ἀκολουθήσει. ῾Ο νεαρός φαινόταν νά τά ᾽χει χαμένα.

Μέ κινήσεις ἀποφασιστικές ἡ μοναχή, ἔχοντας ἀπόλυτη ἐπίγνωση καί συναίσθηση τοῦ τί ἔκανε, εἶπε φωναχτά: ῾Κύριε, Σύ εἶπες ὅτι ἄν ὁ ὀφθαλμός σου σέ σκανδαλίσει, βγάλε τον καί πέταξέ τον, γιατί συμφέρει νά μπεῖ κανείς χωρίς μάτια στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παρά μέ μάτια καί ἔξω ἀπό αὐτήν. Κύριε, δέξου τήν θυσία μου αὐτή καί ἀπάλλαξε τόν δοῦλο σου ἀπό τόν πειρασμό του γιά μένα᾽.

῏Ηταν τά τελευταῖα λόγια πού εἶπε ἡ μάρτυρας καλόγρια πρίν γίνει ἐντελῶς ἀόμματη. Γιατί ἀμέσως μετά τά λόγια τῆς προσευχῆς ἔστρεψε τήν σαΐτα ἴσια πάνω στά μάτια της, τά τρύπησε καί τά ἔβγαλε.

᾽Ακούστηκε μιά κραυγή τῆς Μαρίας κι ἀμέσως ἔπεσε χάμω λιπόθυμη.
῾Ο νέος δέν μποροῦσε νά σύρει οὔτε τά βήματά του. ῎Εβλεπε κάτασπρος τό αἷμα νά χύνεται κάτω ποτάμι, τά δυό μάτια χυμένα, τήν μοναχή μ᾽ ἕνα γαλήνιο χαμόγελο, τήν ἄλλη γυναίκα στό πάτωμα. Μαθεύτηκε σέ λίγο καιρό ὅτι ὁ νεαρός πῆγε σέ μία γειτονική μοναχική σκήτη κι ἔγινε καλόγερος. ᾽Αργότερα ἀκούστηκε ὅτι τά δάκρυα δέν ἔφυγαν ποτέ ἀπό τά μάτια του κι ὅτι ἔφτασε σέ μεγάλα ὕψη ἁγιότητας ἀπό τήν μετάνοιά του. 




Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη 

http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/07/blog-post_5843.html

Τα «γουρουνάκια» της Παναγίας..



Στο περιβόλι της Παναγίας μας, η παρουσία της Παναγίας μας είναι έντονη. Παντού φαίνεται να υπάρχει η παρουσία Της Ακόμα και ο προσκυνητής μπορεί να νοιώσει την ευλογία Της και ότι η ακούραστη μεσίτριά μας σκεπάζει με στοργή το αγιώνυμο Όρος της. Άλλωστε είναι η προστάτις του Μοναχισμού μας και η μητέρα όλων των Μοναχών.
Μια από τις αμέτρητες διηγήσεις για την παρουσία της Παναγίας μας στη ζωή των μοναχών είναι και η εξής που μας διηγήθηκαν και που για άλλη μια φορά αποδεικνύει το μέγεθος της αγάπης του Θεού που κανέναν δεν αποστρέφεται, αλλά θέλει «πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Κάποτε λοιπόν, λέει η διήγηση, ζούσαν σ’ ένα μοναστήρι δυο υποτακτικοί, οι οποίοι είχαν κυριευθεί από το πάθος της «μέθης». Και ήταν καθημερινά μεθυσμένοι. Ο Γέροντας και οι υπόλοιποι αδελφοί προσπαθούσαν με αγάπη να τους νουθετήσουν και να τους συμβουλέψουν. Εκείνοι όμως δεν εθεραπεύοντο και παρέμεναν κυριευμένοι στο πάθος τους. Επειδή όμως αποτελούσαν σκάνδαλο με την αμετανοησία τους και με τη συνεχιζόμενη απαράδεκτη συμπεριφορά τους λόγω της «μέθης» τους, γι’ αυτό και η Αδελφότητα και η Ιερά Επιστασία απεφάσισε να τους εκδιώξει από τη Μονή, προς γνώση και συμμόρφωση. Ένα χειμωνιάτικο όμως βράδυ, που ο καιρός είχε αγριέψει πολύ και το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα και συνέχιζε να πέφτει πυκνό, ο Ηγούμενος βλέπει στον ύπνο του την Παναγία να τον σκουντά και να του λέει: «Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν».
Ο ηγούμενος νόμιζε ότι η ενέργεια ήταν εκ του πονηρού και δεν υπήκουσε. Οπότε η Θεοτόκος ξαναήλθε για δεύτερη φορά και του επανέλαβε τα ίδια λόγια: «Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν». Και όταν ο ηγούμενος και πάλι δεν υπήκουσε, ήλθε πιο αυστηρή αυτή τη φορά και σε τόνο που δεν σήκωνε πλέον ανυπακοή του λέει «Τρέξε τώρα, γιατί σου είπα ότι τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν». Οπότε αυτή τη φορά σηκώθηκε και μαζί με άλλους πατέρες βγήκε έξω από την μάνδρα της Μονής, ψάχνοντας τα γουρουνάκια της Παναγίας.

Σε μια στιγμή ακούνε στα δεξιά τους και από το βάθος ενός γκρεμού βογγητά και άρχισαν να κατεβαίνουν την απόκρημνη πλαγιά και φτάνουν κοντά σε δυο μοναχούς που ήταν χτυπημένοι από το πέσιμο και κυριολεκτικά θαμμένοι μέσα στο χιόνι. Τους σηκώνουν και, ω του θαύματος! Aναγνωρίζουν στα πρόσωπά τους τους δύο μοναχούς που μεθούσαν και ήθελαν ως εκ τούτου να εκδιώξουν από το Μοναστήρι. Με πολύ κόπο, τους σήκωσαν και τους πήγαν στο Μοναστήρι, αλλά όμως δεν τους έδιωξαν όπως είχαν αποφασίσει, διότι πως ήταν δυνατόν αυτούς που η Παναγία τους έσωσε τόσο θαυματουργικά και νοιάστηκε η ίδια για να σωθούν τα γουρουνάκια της, αυτοί να τους διώξουν; Γι’ αυτό αποφάσισαν, αφού έτσι το θέλει η Παναγία, να κρατήσουν «τα γουρουνάκια»στο μοναστήρι.
Αλλά, ω του θαύματος! Η θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου σωφρόνισε τους δυο μοναχούς και από τότε που σώθηκαν με την θαυματουργική της επέμβαση δεν ξαναέπεσαν στο πάθος της «μέθης», αλλά έζησαν πλέον εν μετανοία.
Λέγεται δε, ότι ίσως, το Άγιο Όρος να ονομάζεται «περιβόλι της Παναγίας», διότι περιέχει όλων των ειδών τα «λουλούδια», αγίους και αμαρτωλούς. Κανέναν όμως μοναχό δεν απομακρύνουν, όσο αμαρτωλός κι αν είναι, ενθυμούμενοι πάντοτε το περιστατικό με τα «γουρουνάκια»…

http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/07/blog-post_3253.html

Wednesday, July 1, 2015

Μετά την εξομολόγησιν κλείνει ή πληγή της αμαρτίας, αλλά μένει το σημάδι. ( Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης )


Εις τον πνευματικόν να λέτε, είμαι αμαρτωλός, έπεσα, εν γενικές γραμμές... όσο να καταλάβει το είδος της πτώσεως.

Δεν χρειάζεται λεπτομερώς το είδος και ό τρόπος της αμαρτίας διότι ημπορεί -από πειρασμόν- να βλέψωμεν και εκείνον.

Και εκείνος σάρκα φορεί. Λυπηθείτε, προφυλάξετε και τον Ιερέα και τον εαυτόν σας. Αν δεν τον προφυλάξετε και άλλην άμαρτίαν θα έχετε.

Ό αέρας όλους μας φυσά. Δεν φυσά τον έναν και τον άλλον αφήνει. Προσέχετε, να προφυλάγετε και τον άλλον.

Να αποφεύγεις την αμαρτίαν μετά την εξομολόγησιν.

Να λέγεις πέρασα από την φωτιά και γλίτωσα. Ό Κύριος τώρα με ελέησε. Να ξαναπεράσω; Μήπως οργιστεί ό Θεός;

Μετά την εξομολόγησιν κλείνει ή πληγή της αμαρτίας, αλλά μένει το σημάδι.

Ενίοτε να βλέπεις το σημάδι δια να λυπήσαι και να προσέχεις (ότι την ανομίαν μου εγώ γιγνώσκω). Εις την δεύτερον Παρουσίαν θα φύγουν και τα σημάδια.

'Η Εξομολόγησης ξανά δι' ότι εξομολογήθεις, είναι απιστία στο μυστήριον.


Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης

Ο δρόμος της ζωής και ο δρόμος του θανάτου


Ό Θεός είναι Αθανασία, ευσέβεια
Ό Θεός είναι σεμνός, ηθικός
Ό Θεός είναι αμνός, αρνίον
Ό Θεός είναι σοφός, πανίσχυρος
Ό Θεός είναι ρόδον, κρίνον
Ό Θεός είναι άξιος πάσης τιμής
Ό Θεός είναι Κριτής, ελεήμων
Ό Θεός είναι μειλίχιος, ευμενής
Ό Θεός είναι αθώος, ειρηνικός
Ό Θεός είναι εργατικός, ταπεινός
Ό Θεός είναι στοργικός, φιλόκαλος
Ό Θεός είναι ένδοξος, φιλόξενος
Ό Θεός είναι Παράδεισος


Ό Σατανάς θάνατος, ασέβεια.
Ό Σατανάς άσεμνος, ανήθικος.
Ό Σατανάς λύκος, τίγρης, λέων.
Ό Σατανάς άσοφος, μωρός, αδύνατος.
Ό Σατανάς ακάνθι, τρίβολος.
Ό Σατανάς ανάξιος, άτιμος.
Ό Σατανάς υπόδικος, ανελεήμων, σκληρός.
Ό Σατανάς πικρός, θράσος, κακούργος.
Ό Σατανάς ένοχος, πταίστης, φιλόνικος.
Ό Σατανάς τεμπέλης, υπερήφανος.
Ό Σατανάς τύραννος, φιλόκακος.
Ό Σατανάς άδοξος, μισόξενος.
Ό Σατανάς Κόλασης.


Αυτή είναι μία είκών του Θεού και του πονηρού πνεύματος. Ή μία Κλίμαξ αναβιβάζει τον άνθρωπον εις τον ουρανόν, εις τον Παράδεισον.

Ή δε δευτέρα καταβιβάζει εις τον Άδη, εις την αιώνιον κόλασιν.


Και τώρα μένει εις την διάθεση μας ελεύθερα να διαλέξωμεν τον ένα από τους δύο δρόμους, στην πρόσκαιρο αυτήν ζωή.

Χρειάζεται μελέτη και προσοχή δια να αποφασίσει ό καθείς ποίον δρόμο θα ακολουθήσει και θα βαδίσει αποφασιστικά και θετικά, σκεπτόμενος τας συνεπείας και τα αποτελέσματα, το τέλος της ζωής του.

Παράδεισον αιώνιον ή Κόλασιν.

Ό Θεός να μας αξιώσει να βαδίζωμεν τον δρόμο της ζωής. Αμήν.


ΙΕΡΕΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΠΑΜΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2005

Tuesday, June 30, 2015

«Πάτερ ημών» - Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος




Άνθρωπέ μου, ονομάζεις Πατέρα τον Θεό; Καλά τον ονομάζεις.
Διότι είναι Πατέρας όλων. Αλλά φρόντιζε να πράττεις τα έργα που αρέσουν στον Πατέρα σου. Εάν όμως πράττεις κακά έργα είναι φανερό ότι ονομάζεις πατέρα τον διάβολο. Διότι αυτός είναι που εποπτεύει τα κακά. Γι΄ αυτό φρόντιζε να ξεφεύγεις από αυτόν και να αρέσεις στον αγαθό Πατέρα και δημιουργό σου.

«Αγιασθήτω το όνομά σου».

Τι λοιπόν; δεν είναι Άγιος ο Θεός; Ναι είναι άγιος, αλλά αυτό λες στην προσευχή: Σε μένα να αγιασθεί το όνομά σου, για να δουν οι άνθρωποι τα καλά έργα μου και να δοξάσουν τον Πατέρα και δημιουργό μου.

«Ελθέτω η βασιλεία σου». Τι λοιπόν; δεν είναι ο Θεός βασιλιάς και πρόκειται να έλθει η βασιλεία του; Ναι είναι βασιλιάς όλων, αλλά όπως ακριβώς μια πόλη που περικυκλώθηκε από εχθρούς, ζητά να έλθει ο στρατός του βασιλιά και να την ελευθερώσει, έτσι λοιπόν και εμείς που περικυκλωθήκαμε από τις εχθρικές δυνάμεις και από τις αμαρτίες μας και από τους πονηρούς λογισμούς, ζητάμε να έλθει η βασιλεία του Θεού, να μας ελευθερώσει. Και εξηγώντας με άλλο τρόπο: Επειδή ο προφήτης λέει: «εβασίλεψε ο Θεός στα έθνη» (Ψαλμ. μστ΄ 9) χρησιμοποιώντας τον παρελθόντα χρόνο σαν μέλλοντα, γι΄ αυτό κραυγάζουμε: Ας έλθει η βασιλεία σου, Κύριε, δηλαδή ας έλθουν τα ελέη Σου σε μας.

«Γενηθήτω το θελημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης».

Λέει λοιπόν τα εξής: Κύριε, όπως ακριβώς έγινε το θέλημά σου στον ουρανό, και ζουν όλοι οι άγγελοι με ειρήνη, και δεν υπάρχει ανάμεσά τους κάποιος να σπρώχνει και ο άλλος να του ανταποδίδει σπρώξιμο, ούτε κάποιος να χτυπά κι άλλος να δέχεται το χτύπημα, αλλά όλοι βρίσκονται σε απέραντη ειρήνη, έτσι και σε μας τους ανθρώπους που είμαστε στη γη να γίνει το θέλημά σου. Ώστε όλα τα έθνη με ένα στόμα και με μια καρδιά να δοξάσουμε τον δημιουργό και Σωτήρα μας.

«Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον».

Ζητούμε να λάβουμε τον επιούσιον άρτο. Άρτος όμως της ψυχής είναι ο λόγος του Θεού, όπως είπε κάποιος από τους Αγίους: Παιδί μου, «άνοιγε το στόμα σου για να πεις λόγο Θεού» (Παροιμ. κδ΄ 76 ή λα΄ 8). Και γι΄ αυτό είναι καλό συχνά να μνημονεύουμε τον Θεό παρά να αναπνέουμε.

«Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».

Λέει λοιπόν, το εξής: Και χάρισε τα χρέη μας, δηλαδή, τις αμαρτίες μας και τα φταιξίματά μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε όσους από τους αδελφούς μας μας φταίνε κι αμαρτάνουν σ΄ εμάς, και ελεύθερους και δούλους, και όλους όσοι βρίσκονται στην εξουσία μας. Λέγοντας αυτά, άνθρωπέ μου, εάν λοιπόν πράττεις έτσι, κατανόησε ότι είναι φοβερό να πέσουμε ως ένοχοι στα χέρια του ζωντανού Θεού. Και αφού διορθωθείς επέστρεψε προς τον δημιουργό και Κύριο.

«Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού».

Εάν ζητήσει ο Σατανάς να μας κοσκινίσει όπως το σιτάρι, όπως ακριβώς ζήτησε να κοσκινίσει και τους αποστόλους, και όπως ήταν φυσικό απέτυχε, και όπως και την παλιά εποχή και τον Ιώβ, μη δώσεις σ΄ αυτόν εξουσία εναντίον μας. Αλλά, εάν και πονηρός άνθρωπος θελήσει να μας βάλει σε πειρασμό η να μας αδικήσει, μη μας δώσεις στο θέλημά του αλλά σκέπασέ μας κάτω από την σκέπη των φτερών σου.

«Ότι σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις».

Κύριε, επειδή είναι δική σου η βασιλεία, μη μας αφήσεις να φοβηθούμε άλλη βασιλεία, ούτε άλλη κυριαρχία, αν και είμαστε άξιοι της κολάσεως, για τις αμαρτίες μας. Εσύ, τιμώρησέ μας με όποιον τρόπο θέλεις, και μη μας παραδώσεις στα χέρια ανθρώπων. Αλλά ας πέσουμε για τιμωρία στα χέρια σου, διότι όπως είναι η μεγαλοσύνη σου, έτσι είναι και το έλεός σου, Πατέρα παντοκράτορα στους αιώνες. Αμήν.

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/07/blog-post_5.html

Οι τρεις Καλόγεροι και ο Άγιος Αντώνιος


            
Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

Σταμάτησαν σ᾽ ἕνα ξέφωτο νά ξαποστάσουν. Προσπάθησαν νά βροῦν λίγη σκιά, κάτω ἀπό τά ἀραιά φύλλα κάποιων μικρῶν δέντρων. ῾Ο ἥλιος φαινόταν νά τούς εἶχε τσακίσει. ῾Ο ἱδρώτας ἔτρεχε ποτάμι ἀπό τό μέτωπό τους, ἐνῶ οἱ μανδύες τους κολλοῦσαν πάνω στά κουρασμένα κορμιά τους. Καί οἱ τρεῖς ἔκαναν τήν ἴδια κίνηση: ἔβγαλαν γρήγορα τό φλασκί ἀπό τό ταγάρι τους καί τό σήκωσαν στά διψασμένα χείλη τους. ᾽Ανασήκωσαν λίγο ἀπό τό κεφάλι τους καί τόν μαῦρο σκοῦφο τους.
῾Δόξα Σοι, ὁ Θεός᾽, ἀκούστηκε ψιθυριστή ἡ φωνή τους.
῾Σέ λίγο φτάνουμε στόν προορισμό μας᾽, εἶπε μέ ἀνακούφιση ὁ μεγαλύτερος, ὁ π. ᾽Αββακούμ, ἕνας λιοκαμένος καλόγερος μεσαίου ἀναστήματος πού τώρα ἔπαιρναν τά γένια του λίγο ν᾽ ἀσπρίζουν.
῾᾽Ελπίζουμε νά βροῦμε καί πάλι τόν Γέροντα, ὅπως καί πέρσι᾽, συμπλήρωσε ὁ νεώτερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, ψηλός καί ἀρκετά ἀδύνατος αὐτός, μέ ἀραιά λεπτά μαῦρα γένια.




῾῾Ο Γέροντας δέν φεύγει ἀπό τήν καλύβη του ποτέ, ἐκτός κι ἄν συντρέξει πολύ μεγάλη ἀνάγκη᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ τρίτος, ὁ π. Βαρνάβας, ὁ πιό εὔσωμος ἀπό τούς ἄλλους καστανογένης καλόγερος, μέ ρόζους στά χέρια ἀπό τίς πολλές χειρωνακτικές ἐργασίες.
῾Νά, σάν τήν περίπτωση πρίν λίγα χρόνια, πού ἔμαθε γιά τούς χριστιανούς πού διώκονταν λόγω τῆς πίστης τους στήν ᾽Αλεξάνδρεια. ῎Ενιωσε τήν ἀνάγκη, εἶπε, νά πάει νά τούς δεῖ, νά τούς παρασταθεῖ, νά προσευχηθεῖ γιά τήν καλή ὁμολογία τους. Κι ἀκόμη νά τούς ἐνισχύσει μέ τήν δική του παρουσία. ῞Ολοι δά ξέρουν τήν μεγάλη φήμη του ὡς ἁγίου. Καί μόνο ἡ ἐμφάνισή του στήν δίκη τους – ἄς τήν ποῦμε δίκη βέβαια – ἔκανε τούς ὑποψήφιους μάρτυρες νά πάρουν μεγάλο θάρρος. ῎Ακουσα μάλιστα ὅτι καί ὁ ἴδιος ὁ κριτής σάν νά φοβήθηκε πού τόν εἶδε μπροστά του. Θά ἐπέτρεψε φαίνεται ὁ Κύριός μας τό φῶς τῆς ἁγιότητάς του νά τό δεῖ κι ἐκεῖνος. Σάν φωτιά πού κατακαίει βεβαίως᾽, ἔσπευσε ἀμέσως νά συμπληρώσει.
῎Επεσε σιωπή γιά λίγο. ῾Η ἀνάσα τους ὅλο καί γινόταν καί πιό ἥσυχη καί κανονική. ῾Η ἀνάπαυση καί τό νερό ἀνανέωναν τίς δυνάμεις τους. Βυθίστηκε ὁ καθένας στίς σκέψεις του.
῏Ηταν γνωστοί μεταξύ τους. ᾽Ασκήτευαν καί οἱ τρεῖς σέ κοντινές ἀποστάσεις, ἀλλά ἐκεῖνο πού τούς ἕνωσε περισσότερο ἦταν ὅταν πρίν μερικά χρόνια ἀποφάσισαν νά πᾶνε νά ἐπισκεφτοῦν μαζί τόν μεγάλο Γέροντα, τόν ᾽Αντώνιο. ῾Ο καθένας εἶχε τούς δικούς του ξεχωριστούς λόγους, ἀλλά καί οἱ τρεῖς ἑνώνονταν κάτω ἀπό τόν κοινό παρανομαστή: ἡ χάρη τοῦ ἁγίου νά τούς καθοδηγήσει στά δύσκολα μονοπάτια τῆς ζωῆς πού εἶχαν διαλέξει νά ἀκολουθήσουν.
Εἶχαν ξεκινήσει μέ ἐνθουσιασμό. Κάποιοι λιγοστοί ἀσκητές στά περίχωρα τῶν χωριῶν τους τούς γοήτευσαν στήν ἐπιλογή τῆς ἀφιερωμένης ζωῆς. ῎Εβλεπαν ἔντονα τήν διαφορά πού εἶχαν αὐτοί ἀπό τούς ἄλλους χριστιανούς τοῦ κόσμου. Οἱ κοσμικοί χριστιανοί μέ τούς ὁποίους ζοῦσαν, ὅπως ἄλλωστε καί οἱ ἴδιοι, χριστιανοί ἦταν βεβαίως, ἀλλά σάν νά τούς ἔλειπε κάτι: δέν ὑπῆρχε ἐκείνη ἡ μυστική χαρά πού φαίνεται νά βγαίνει μέσα ἀπό τήν καρδιά, γιά τήν ὁποία διάβαζαν στά εὐαγγέλια καί τίς ἐπιστολές τῶν ἀποστόλων. Στούς πολλούς ἦταν ἔντονη ἡ στροφή στά πράγματα τοῦ κόσμου. Οἱ δουλειές τους τούς ἀπορροφοῦσαν. Τά προβλήματα τῆς οἰκογένειάς τους τούς κατέβαλλαν. Μιά μελαγχολία καί μιά κατήφεια γυρόφερνε τήν μίζερη ζωή τους. Κι ὅταν συνάντησαν αὐτούς τούς ἀσκητές, πού ἀπομακρύνθηκαν ἀπ᾽ τούς ἄλλους σάν μιά ἀντίδραση στόν ἀποχρωματισμένο χριστιανισμό τους, κι εἶδαν τήν χαρά πού ἀνέβλυζε ἀπό τά μάτια τους, ἔνιωσαν σάν νά τούς καλοῦσε ὁ Θεός νά γίνουν σάν κι αὐτούς. Ναί, ποθοῦσαν μιά ζωή ἀφιερωμένη στόν Κύριο.
Τό ἔκαναν, ἀλλά μετά ἀπό κάποιο διάστημα ἄρχισαν τά προβλήματα. Λογισμοί ἄρχισαν νά τούς τυραννοῦν μέ ἀποτέλεσμα νά τούς ὁδηγοῦν σέ σύγχυση. Τό ξεκάθαρο προηγουμένως τοπίο γινόταν τώρα θολό μέσα στήν ψυχή τους. ῾Η ἀπελπισία ἄρχισε νά ἐμφανίζεται δειλά στήν ἀρχή, πιό ἔντονα ἔπειτα, στήν ζωή τους, χωρίς νά ξέρουν ἀκριβῶς τί γίνεται. ῾Η ἀπειρία στήν πνευματική ζωή ἔδειχνε φανερά τά σημάδια της. Κατέφυγαν γι᾽ αὐτό στούς ἀσκητές τῆς περιοχῆς τους. ᾽Αλλά οἱ ἀπαντήσεις τους δέν γέμισαν τήν καρδιά. Δέν τούς πληροφόρησαν ὅσο ἤθελαν. Τότε ἦταν πού σκέφτηκαν τόν μεγάλο ἅγιο. ῾Ο ἀββᾶς ᾽Αντώνιος φάνταζε σάν ἡ μόνη λύση. ῾Θεοφιλή᾽ τόν ὀνόμαζαν ὅλοι. ῏Ηταν βεβαιωμένο ὅτι αὐτός ἤξερε τά μυστικά τῆς καρδιᾶς, καί μάλιστα δοσμένα ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό. Καί τό ἀποφάσισαν. ῾Ετοιμάστηκαν νά πᾶνε νά τόν δοῦν, νά τόν συναντήσουν, νά τόν ρωτήσουν. Καί τό ἔκαναν μιά φορά, δυό φορές, τρεῖς φορές. Γιατί στόν ἅγιο βρῆκαν αὐτό πού ἔψαχναν: ὁ ἀββᾶς ᾽Αντώνιος τούς ἔδινε κάθε φορά ὅ,τι διψοῦσε ἡ καρδιά τους. Καί τό συγκλονιστικότερο: χωρίς κάποιες φορές κἄν νά τόν ρωτήσουν. ῾Ο φωτισμένος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νοῦς του διέβλεπε τά μύχια τῆς ψυχῆς τους.

Κάθε φορά ὅμως ρωτοῦσαν οἱ δύο μεγαλύτεροι. ῾Ο π. ᾽Αββακούμ καί ὁ π. Βαρνάβας. Αὐτοί, ἴσως λόγω καί τοῦ μεγαλύτερου θάρρους ἀπό τήν ἡλικία τους ἔθεταν τά ζητήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς τους. Τό τί τούς ἀπασχολοῦσε κάθε φορά μέ τούς λογισμούς τους. Τούς πειρασμούς πού ἀντιμετώπιζαν ἀπό τίς δαιμονικές ἐπιθέσεις. Τίς τρικλοποδιές πού τούς ἔβαζε ὁ πονηρός μέ τά ἐκ δεξιῶν ὅπλα. ῾Ο νεώτερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, ἄκουγε καί δέν ρωτοῦσε τίποτε. ῾Ο μεγάλος ἀββάς τό ἔβλεπε ἀλλά δέν ἔλεγε τίποτε. Ποτέ δέν στράφηκε στόν ᾽Ιωάννη νά τοῦ κάνει κάποια παρατήρηση. Νά ρωτήσει ἐκεῖνος γι᾽ αὐτόν.

Φέτος λοιπόν ἦταν ἡ τέταρτη φορά τῆς ἐπίσκεψής τους. Οἱ λογισμοί καί τά προβλήματα εἶχαν καί πάλι σωρευτεῖ. ῾Ο ἅγιος ἦταν ἡ λύση καί ἡ παρηγοριά τους.
῾Μήπως πρέπει νά φεύγουμε;᾽ ρώτησε σεμνά καί μέ συστολή ὁ ᾽Ιωάννης. ῾῎Αν ἀργήσουμε θά μᾶς πάρει τό βράδυ καί θά κινδυνέψουμε᾽.
Σηκώθηκαν. Μάζεψαν τά πράγματά τους πού τά εἶχαν ἀφήσει παράμερα καί μέ ζωντάνια κατευθύνθηκαν στόν προορισμό τους.
Κάποτε ἔφτασαν. ῾Ο ᾽Αντώνιος σάν νά τούς περίμενε καί ἦταν ἔξω ἀπό τό καλύβι του.
῾Καλῶς τούς ἅγιους πατέρες᾽, φώναξε εὐδιάθετα. ῾Εἴχατε καλή πορεία;᾽
῾Μέ τίς εὐχές σου, δόξα τῷ Θεῷ᾽, εἶπε ὁ π. ᾽Αββακούμ. ῾Γέροντα, παρακαλούσαμε τόν Κύριο νά σέ βροῦμε ἐδῶ καί ὑγιῆ᾽, ξανάπε. ῾Σοῦ φέραμε καί κάποια παξιμάδια καί χορταρικά, ἀπό αὐτά πού τρῶς᾽.

῾Εὐλογημένο τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ᾽, εἶπε ὁ ἅγιος. ῾Καλοδεχούμενα, ἀφοῦ εἶναι προσφορά τῆς ἀγάπης καί τῆς καρδιᾶς σας. Νά᾽ στε εὐλογημένοι κι ἐσεῖς᾽.
Τούς ὑποδέχτηκε ὁ ἅγιος καί τούς φίλεψε ὅ,τι εἶχε στό φτωχό καλύβι του. ᾽Αφοῦ λίγο ξεκουράστηκαν ἦρθε κατευθεῖαν στό θέμα: ῾Τί εἶναι αὐτό πού σᾶς ἀπασχολεῖ αὐτήν τήν φορά, ἀδελφοί μου; Γιατί καί πάλι ὑποβληθήκατε σ᾽ αὐτόν τόν μεγάλο κόπο, νά ἐπισκεφθεῖτε τόν ἀχρεῖο δοῦλο τοῦ Θεοῦ ᾽Αντώνιο;᾽
῾᾽Αββᾶ, σέ εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἀγάπη σου᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ π. Βαρνάβας. ῾Κάθε φορά ὁ λόγος σου χύνεται σάν βάλσαμο στίς ψυχές μας καί φεύγουμε μέ μεγάλη παρηγοριά καί δύναμη. Νιώθουμε ἀπό τήν ἄλλη ὅτι οἱ προσευχές σου μᾶς συνοδεύουν ὅλη τήν χρονιά καί μᾶς ἀνοίγουν δρόμο ἐκεῖ πού ἄλλοτε ἤμασταν στό σκοτάδι. Μά, αὐτήν τήν φορά θέλω νά σέ ρωτήσω γιά κάτι πού μέ ταλαιπωρεῖ καί δέν μέ ἀφήνει νά ἡσυχάσω ὁλάκερες βραδιές. Σάν νά ἔχει κολλήσει ἡ σκέψη μου σ᾽ αὐτό καί μοῦ δημιουργεῖ μεγάλη ἀναταραχή᾽.

῾Γιά τί πράγμα πρόκειται;᾽ ρώτησε μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον ὁ ᾽Αντώνιος καί τά μαῦρα μάτια του γεμάτα ἀπό ἀγάπη κοίταξαν ἴσια στά μάτια τοῦ π. Βαρνάβα.
῾Γέροντα, πῶς νά τό πῶ; Διαβάζω στόν λόγο τοῦ Θεοῦ γιά τά πονηρά πνεύματα πού μᾶς πολεμοῦν, ἐνῶ βλέπω τήν δική μου καθημερινά ἀδυναμία. Πῶς, πατέρα μου, θά μπορέσω νά ἀντιμετωπίσω τόν διάβολο καί τά ὄργανά του; Μέ πιάνει μιά λιποψυχία καί ἔχω ἀρχίσει νά πιστεύω ὅτι δέν θά μπορέσω νά περάσω ἀπό τά τελώνια, ὅταν θά φεύγει ἡ ψυχή μου ἀπό τό ρυπαρό σῶμα μου. ῾Η κόλαση μοῦ ἔχει γίνει ἐφιάλτης. Νιώθω ἤδη ὅτι βρίσκομαι ἐκεῖ καί βασανίζομαι χωρίς ἐπιστροφή καί διέξοδο. Γέροντα, εἶμαι φοβισμένος καί ἀπελπισμένος᾽. Σταμάτησε ὁ καλόγερος καί δάκρυα ἄρχισαν νά αὐλακώνουν τό πρόσωπό του, πού εἶχε γείρει κατάκοπο πρός τά κάτω.
Σάν φωνή ἀπό τόν οὐρανό ἀκούστηκε μετά ἀπό λίγο ἡ φωνή τοῦ ἁγίου: ῾Μήν ἀνησυχεῖς, παιδί μου. ῾Ο πειρασμός τοῦ πονηροῦ σοῦ δημιουργεῖ ὅλη αὐτήν τήν κατάσταση. Γιατί αὐτό μόνο μπορεῖ νά κάνει ὁ τρισκατάρατος: νά δημιουργεῖ φόβο. ῾Ο φόβος εἶναι τό κλίμα καί ἡ ἀτμόσφαιρά του. Καταβάλλεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό αὐτόν, χάνει τήν ἀνδρειοσύνη του, εἶναι ἕτοιμος νά ὑποταχτεῖ. Τό ἴδιο δέν συμβαίνει καί στά ἀνθρώπινα; Τί κάνει ἕνας ἐχθρός γιά νά ὑποτάξει τόν ἀντίπαλο; Προσπαθεῖ νά τοῦ δημιουργήσει φόβο. Νά τόν κάνει νά πιστέψει ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι μεγαλύτερος καί ἰσχυρότερος ἀπό αὐτόν. ῎Αν τοῦ δημιουργήσει κλίμα ἡττοπάθειας, ἤδη τόν ἔχει στό χέρι. ῾Η ὑποδούλωσή του εἶναι θέμα μικροῦ χρόνου. Αὐτή λοιπόν εἶναι καί ἡ τακτική τοῦ διαβόλου. Νά δημιουργήσει φόβο στήν ψυχή. Κι ὅταν δεῖ τόν φόβο σ᾽ αὐτήν, τότε εἶναι εὔκολο νά τήν ὁδηγήσει στά νύχια του.

᾽Εκτός ὅμως ἀπό φόβο δέν μπορεῖ νά προκαλέσει κάτι ἄλλο στόν ἄνθρωπο ὁ διάβολος. Γιατί δέν ἔχει τήν ἐξουσία. Καί μάλιστα σ᾽ ἐμᾶς τούς βαπτισμένους χριστιανούς. Μή ξεχνᾶς, ἀδελφέ μου, ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ἕνας ἡττημένος, ἀφότου ἦλθε ὁ Χριστός μας. ῾Ο Χριστός τόν κατήργησε καί τόν ἐξαφάνισε. ῎Αν ἐξακολουθεῖ καί ὑπάρχει καί δρᾶ, εἶναι γιατί ᾽Εκεῖνος τόν ἀφήνει καί τόν ἀξιοποιεῖ γιά τό λυτρωτικό Του ἔργο. Ποτέ δηλαδή ὁ Θεός δέν καταστρέφει τά δημιουργήματά Του, ἔστω κι ἄν πρόκειται γιά τόν διάβολο, καί ποτέ βεβαίως δέν μᾶς ἀφήνει ἀπροστάτευτους. Λοιπόν, ὁ διάβολος δέν εἶναι ἀνεξέλεγκτος. ῞Ο,τι δράση παρουσιάζει εἶναι ἡ δράση πού τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Κύριος, κι αὐτό γιά τό καλό μας. ῎Αν ἦταν στήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου θά μᾶς εἶχε ἀφανίσει ὅλους, ὡς ἀνθρωποκτόνος ἀπαρχῆς. ᾽Αλλά δέν ἔχει, εἴπαμε, τήν ἐξουσία.

Εἶπα, ὅμως, ὅτι δέν ἔχει ἐξουσία ἰδίως σέ ἐμᾶς τούς βαπτισμένους. Καί ἐδῶ θέλω, ἀδελφοί μου᾽, στράφηκε καί στούς ἄλλους ὁ ἅγιος Γέροντας, ῾νά προσέξετε ἰδιαιτέρως. Γιατί ἄν καταλάβουμε αὐτό πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός μέ τό ἅγιο βάπτισμά μας, θά δοῦμε ὅτι ἔχουμε τήν λύση ὅλων τῶν πνευματικῶν προβλημάτων μας στά χέρια μας. Θέλω νά πῶ᾽, ἀνασηκώθηκε λίγο ὁ Γέροντας καί ἄλλαξε λίγο στάση, ῾ὅτι μέ τό βάπτισμα γίναμε μέλη τοῦ Χριστοῦ. Κλαδιά στό δέντρο πού εἶναι ᾽Εκεῖνος. Ναός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματός Του. ῾Η σχέση μας δηλαδή μέ τόν Χριστό εἶναι μιά σχέση ἄμεση καί οὐσιαστική. Εἴμαστε, θά λέγαμε, ἡ προέκτασή Του. Δέν εἶναι ἄλλο πιά ὁ Χριστός καί ἄλλο ἐμεῖς. Εἴδατε πῶς ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος τό λέει; Τό σῶμα μας εἶναι ναός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί γι᾽ αὐτό δέν ἀνήκουμε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά στόν Θεό. Δέν ζῶ ἐγώ, σημειώνει ἀλλοῦ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ λογισμός μας δέν πρέπει νά ἀποπροσανατολίζεται σέ λογισμούς τοῦ πονηροῦ. ῾Ο λογισμός μας πρέπει νά δένεται, νά εἶναι κολλημένος πράγματι, στήν ἀλήθεια πού ἀποκάλυψε γιά ἐμᾶς ὁ ῎Ιδιος: Τοῦ ἀνήκουμε καί εἴμαστε κομμάτι Του. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ὁ φόβος καί ἡ ἀπελπισία; Ποῦ νά ἀφεθοῦμε ἔτσι στήν κυριαρχία τῆς κόλασης ὡς ζωῆς πού μᾶς περιμένει; Τό μυαλό καί ἡ καρδιά μας στόν Χριστό καί μόνο σ᾽ Αὐτόν. Αὐτή εἶναι ἡ λύση καί ἡ διέξοδος σέ ὅλα. Καί τότε, κατά πόσο σκεφτόμαστε καί ἀγαπᾶμε τόν Κύριο καί κατά πόσο φανερώνουμε αὐτήν τήν ἀγάπη μας ἀπέναντι στόν συνάνθρωπό μας πού εἶναι μιά ἄλλη παρουσία δική Του, ἀρχίζουμε καί αἰσθανόμαστε σέ ὅλη τήν ὕπαρξή μας τήν χάρη Του, καί στήν ψυχή καί στό σῶμα μας. Τό μυστικό λοιπόν τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι νά εἴμαστε στραμμένοι πάντοτε μέ ἀγάπη πρός τόν Κύριο. Νά νιώθουμε τήν δωρεά πού μᾶς ἔκανε μέ τό βάπτισμά μας. Γι᾽ αὐτό καί μᾶς τρέφει ἔπειτα καί μέ τό σῶμα Του καί τό αἷμα Του᾽.
Εἶπε ὁ Γέροντας καί σκούπισε τά μάτια του πού εἶχαν πλημμυρίσει ἀπό δάκρυα ἀγάπης καί εὐγνωμοσύνης πρός τόν Κύριο.

῾Γέροντα, παρόμοιες σκέψεις ταλαιπωροῦν καί ἐμένα᾽, ψιθύρισε μέ συστολή καί βαθύ σεβασμό καί ὁ π. ᾽Αββακούμ. ῾Μέ τά λεγόμενά σου πῆρα ἀπάντηση καί στούς δικούς μου ταραγμένους λογισμούς καί προβληματισμούς. Καταλαβαίνω ὅτι πράγματι εἶναι πειρασμός τοῦ Πονηροῦ νά μήν μένουμε στήν βασική ἐντολή τοῦ Θεοῦ μας, δηλαδή νά Τόν ἀγαπᾶμε μέ ὅλη τήν καρδιά καί τήν ψυχή μας, ὅπως τό ἴδιο καί τόν συνάνθρωπό μας. Τώρα συνειδητοποιῶ ὅτι δίνοντας ὤθηση στήν σκέψη καί τήν καρδιά μου νά βρίσκομαι ἐκεῖ πού εἶναι ἡ ἐντολή Του, δέν ὑπάρχουν περιθώρια γιά ἄλλους λογισμούς πειρασμικούς. Γέροντα, σέ εὐχαριστῶ καί σέ παρακαλῶ νά συνεχίσεις νά προσεύχεσαι γιά ἐμᾶς. Εἴμαστε τόσο ἀδύναμοι᾽, ἀναστέναξε μέ πόνο.

῾Ο νεώτερος καλόγερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, δέν ἔλεγε καί πάλι τίποτε. Φαινόταν κατανυγμένος κι ἦταν ἀλλοιωμένη ἡ ὄψη του, σάν νά ἀντίκρυζε ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς. Τό βλέμμα του κοιτοῦσε πότε στό χῶμα, ἐκεῖ πού καθόταν, καί πότε τό ὕψωνε μέ λαχτάρα στό πρόσωπο τοῦ ᾽Αντωνίου. Τό στόμα του ὅμως τό κρατοῦσε κλειστό.
῾Ο ἅγιος δέν ἄντεξε αὐτήν τήν φορά. ῾Παιδί μου᾽, τοῦ εἶπε, ῾οἱ ἄλλοι ὅλα τά προηγούμενα χρόνια, ὅπως καί φέτος, ἔρχονται καί κάθε φορά κάτι μέ ρωτᾶνε. ᾽Εσύ ἔρχεσαι καί ποτέ δέν μοῦ θέτεις κάποιον προβληματισμό σου. Δέν θέλεις κάτι νά μέ ρωτήσεις; Κάνεις πού κάνεις τόν κόπο, γιατί δέν ἐκμεταλλεύεσαι τήν εὐκαιρία; Δέν εἶναι κόπος γιά ἐμένα νά ἀπαντῶ σέ ὅ,τι ταλαιπωρεῖ τόν ἀδελφό μου. Γιά μένα, ὁ καθένας ἀπό ἐσᾶς εἶναι καί ἕνας Χριστός. ῞Οπως τό εἴπαμε καί προηγουμένως γιά τό βάπτισμά μας. Τό ἀναφέρει ὅμως καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη: Εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου. Μή φοβᾶσαι λοιπόν ὅτι θά μέ κουράσεις. Χαρά μου εἶναι ἡ βοήθεια, ὅταν μπορῶ νά τήν προσφέρω. Πές λοιπόν καί σύ τόν προβληματισμό σου᾽.
῾᾽Αββᾶ᾽, ψιθύρισε ὁ π. ᾽Ιωάννης. ῾Βεβαίως ἔχω καί ἐγώ λογισμούς μέ τούς ὁποίους παλεύω. Βεβαίως ἀντιμετωπίζω κινδύνους στήν πνευματική μου ζωή. ᾽Αλλά ἀπό τήν μιά ἔχω τούς καλούς ἐδῶ ἀδελφούς μου, οἱ ὁποῖοι μέ τά δικά τους ἐρωτήματα ἐκφράζουν καί τούς δικούς μου προβληματισμούς, ὁπότε οἱ ἀπαντήσεις πού παίρνουν ἰσχύουν καί γιά ἐμένα. ᾽Αλλά ἀπό τήν ἄλλη…᾽. Κοντοστάθηκε ὁ καλόγερος. ῾᾽Από τήν ἄλλη…᾽ ξανάπε, χωρίς νά ὁλοκληρώσει.

῾᾽Από τήν ἄλλη;᾽ ρώτησε ὁ μέγας ῞Ηλιος καί τό βλέμμα του καί πάλι σάν ἀκτίνα ἱλαροῦ φωτός χάϊδεψε τό ταπεινό πλάσμα τοῦ Θεοῦ.
῾᾽Από τήν ἄλλη, ἀρκεῖ μοι τό βλέπειν σε, Πάτερ. Μοῦ ἀρκεῖ νά σέ βλέπω, Πατέρα. Μέ μόνη τήν θωριά σου σβήνονται ὅλες οἱ ἀπορίες μου καί οἱ προβληματισμοί μου. Σάν νά βλέπω τόν ἴδιο τόν Θεό καί τήν ἀγάπη Του. Καί νιώθω ὅτι δέν ὑπάρχουν πιά ἐρωτήματα. Μπροστά σου τά καταλαβαίνω ὅλα᾽.
῞Εν᾽ ἀεράκι φάνηκε νά φυσάει ἁπαλά ἐκείνη τήν ὥρα καί μιά γλυκιά αὔρα δροσιᾶς τύλιξε τούς πνευματοφόρους συνομιλητές, φέρνοντας μιάν ἀπόκοσμη εὐωδία σάν ἀπό πανάκριβο μύρο. ῎Αν κανείς τούς ἔβλεπε ἀπό κάποια ἀπόσταση, θά ἔβλεπε ὅτι καί οἱ τρεῖς μέ τόν μεγάλο ἀββᾶ ἀνάμεσά τους ἦταν μέσα σ᾽ ἕνα γαλαζόλευκο φῶς πού ὅμοιό του στήν γῆ δέν μπορεῖ κανείς νά ἀντικρύσει. 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/07/blog-post_600.html

Monday, June 29, 2015

Ο καθένας θα δοξαστεί κατά το μέτρο της αγάπης του!


Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Αυτή είναι η αληθινή ελευθερία: η αγάπη για το Θεό και τον πλησίον. Εδώ βρίσκεται και η ελευθερία και η ισότητα.

Στην κοσμική τάξη είναι αδύνατο να υπάρξει ισότητα – αυτό όμως δεν έχει σημασία για την ψυχή. Δεν μπορεί να είναι ο καθένας βασιλιάς ή άρχοντας, πατριάρχης ή ηγούμενος ή διοικητής.

Mπορεί όμως ο καθένας, σε όποια τάξη κιάν ανήκει, ν' αγαπάει το Θεό και να είναι ευάρεστος σ' Εκείνον – κι αυτό είναι το σπουδαίο. Καί όσοι αγαπούν περισσότερο το Θεό στη γη, θα έχουν περισσότερη δόξα στη βασιλεία των ουρανών και θα είναι πιο κοντά στον Κύριο. Ο καθένας θα δοξαστεί κατά το μέτρο της αγάπης του.

Η θεία χάρη δεν αφαιρεί την ελευθερία, αλλά συνεργεί μόνο στην εκπλήρωση των εντολών του Θεού. Ο Αδάμ βρισκόταν στην κατάσταση της χάριτος, αλλά δεν του αφαιρέθηκε το αυτεξούσιο. Oι άγγελοι παραμένουν επίσης στο Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν τους έχει αφαιρεθεί η ελεύθερη βούληση.

Ο Κύριος έδωσε στη γη το Άγιο Πνεύμα· και όσοι το έλαβαν, αισθάνονται τον παράδεισο μέσα τους.

Ίσως πείς: “Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ μια τέτοια χάρη;”. Επειδή εσύ δεν παραδόθηκες στο θέλημα του Θεού, αλλά ζείς σύμφωνα με το δικό σου θέλημα.

Παρατηρήστε εκείνον που αγαπάει το θέλημά του: Δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή του και δεν ευχαριστιέται με τίποτα. Γι' αυτόν όλα γίνονται όπως δεν θα έπρεπε. Όποιος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπάει τον Κύριο.

από το βιβλίο: “Γνωριμία με τον Θεό”


πηγη