Όπως συμβαίνει με τις πόρτες των λουτρών, που όταν ανοίγουν συχνά διώχνουν τη θέρμανση προς τα έξω, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την ψυχή: όταν θέλει πολύ συχνά να ανοίγει διάλογο με πολλούς για διάφορα θέματα, έστω και να για όλα λέει σωστά πράγματα, χάνει ωστόσο τη θέρμη της, η οποία εξαφανίζεται από την πύλη των λόγων. Για αυτό και είναι πολύ ωφέλιμη η σιωπή, όταν χρειάζεται, που δεν είναι βέβαια τίποτα άλλο από μητέρα σοφωτάτων εννοιών.
Αββάς Διάδοχος
Συχνά πλανιόμαστε, όταν πιστεύουμε ότι είμαστε υπομονετικοί και πράοι, επειδή δεν καταδεχόμαστε να απαντήσουμε στην πρόκληση του αδελφού μας.
Πρέπει να ξέρουμε όμως, ότι την ώρα που κρατάμε αυτήν την πικρόχολη σιωπή ή όταν κάνουμε μια κοροϊδευτική χειρονομία, τότε ουσιαστικά χλευάζουμε τους ταραγμένους αδελφούς μας και με αυτό το απαθές προσωπείο τούς εξοργίζουμε, και μάλιστα πολύ περισσότερο από ό,τι θα είχε κάνει η οργισμένη αντίδρασή μας.
Νομίζουμε ότι δεν είμαστε διόλου ένοχοι απέναντι στο Θεό, επειδή δεν απαντήσαμε άσχημα και δεν πέσαμε στα μάτια των ανθρώπων. Στα μάτια του Θεού όμως δεν μετράνε μόνο τα λόγια, αλλά κυρίως και πρωταρχικά αξιολογείται η προαίρεση. Κατά τον ίδιο τρόπο, σε τίποτα δεν εξυπηρετεί η σιωπή μας την ώρα της αντιδικίας, αν αυτή παίρνει τη θέση της βρισιάς και της αντιλογίας ή αν την συνδυάζουμε με κάποιες χειρονομίες, οι οποίες θα εξοργίσουν ασφαλώς περισσότερο αυτόν που προσπαθούμε να κατευνάσουμε και έτσι θα γίνουμε αιτία της καταστροφής του.
Γινόμαστε μεγαλύτεροι εγκληματίες και μόνο από το γεγονός ότι φροντίζουμε να καλύψουμε φίλαυτα την αδιαφορία μας, θέλοντας να δικαιωθούμε. Και αυτό το κάνουμε τη στιγμή που βλέπουμε πως ο αδελφός μας κινδυνεύει άμεσα και εμείς θα μπορούσαμε ασφαλώς να του συμπαρασταθούμε. Μια τέτοια σιωπή θα είναι ασφαλώς για όλους ολέθρια…
Συχνά, μια προσποιητή υπομονή εξωθεί πιο βίαια προς την οργή από ό,τι θα έκαναν τα υβριστικά λόγια. Μια μοχθηρή σιωπή ξεπερνά σε πίκρα και τις πιο δυνατές βρισιές. Επιπλέον, υπομένουμε πιο εύκολα τα χτυπήματα από ένα δηλωμένο εχθρό, παρά τα ψεύτικα καλοπιάσματα κάποιου υποκριτή.
Αββά Κασσιανού

Κάποτε με πλησίασαν δύο αδελφοί, που στενοχωρούσε ο ένας τον άλλον, και έλεγε ο μεγαλύτερος για τον μικρότερο: «Του λέω να κάνει κάτι και στενοχωριέται και στενοχωριέμαι κι εγώ, γιατί σκέπτομαι ότι, αν με αγαπούσε και μ’ εμπιστευόταν, θα τον πληροφορούσε ο Θεός να τα δεχθεί». Και ο μικρότερος έλεγε: «Συγχώρεσέ με, Γέροντα, γιατί έχω την εντύπωση ότι δεν μου μιλάει με φόβο Θεού, αλλά σαν να θέλει να με διατάζει. Και νομίζω ότι γι’ αυτό δεν αναπαύεται η καρδιά μου, όπως λένε οι Πατέρες».
Η αμφιβολία και η αβεβαιότητα, καρπός του μεταπτωτικού ψυχισμού του ανθρώπου, του αφαιρούν κάθε είδους αναπαύσεως της ψυχής του. Τότε μόνο αναπαύεται ο άνθρωπος, όταν πληροφορείται από την συνείδησή του ότι όλα έχουν καλώς και προς τον Θεό, και προς τον πλησίον και προς τον εαυτό του. Ο διάβολος όμως καλλιεργεί ψευδείς πληροφορίες και πλανά τους άπειρους στην πνευματική ζωή. Γι’αυτό και οι αγωνιζόμενοι νηπτικά, την πληροφόρησή τους δεν την δέχονται από τη συνείδησή τους, αλλά μόνο από τον Γέροντά τους ή από τον ίδιο τον Κύριο. «Πληροφορία» είναι η εσωτερική και συνειδητή βεβαιότητα για την ορθότητα πράξεως ή λογισμού ή γνώσεων κλπ. ή για την αποκάλυψη του θελήματος του Θεού σε κάθε περίσταση.
Προσέξτε, πως ο ένας έριξε το βάρος στον άλλο και κανείς τους δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. Άλλοι δύο, που στενοχώρησαν ο ένας τον άλλο, έβαλαν μεν ο ένας στον άλλον μετάνοια, παρέμειναν όμως ανειρήνευτοι. Και ο μεν ένας έλεγε: «Δεν μου έβαλε με την καρδιά του μετάνοια και γι’ αυτό δεν αναπαύθηκα. Γιατί έτσι έχουν πει οι Πατέρες». Ο δέ άλλος έλεγε: «Επειδή δεν είχε προδιατεθεί με αγάπη προς το πρόσωπό μου, πριν εγώ του δείξω τη μετάνοιά μου, γι’ αυτό κι εγώ δεν αναπαύθηκα». Βλέπετε αυταπάτη, αδελφοί μου, βλέπετε πως διαστράφηκε ο λογισμός τους; Ο Θεός γνωρίζει πόσο μεγάλη κατάπληξη μου προξενεί το ότι ακόμα και τους Πατέρες χρησιμοποιούμε, σύμφωνα με τα θελήματά μας τα πονηρά, για να χάσουμε τις ψυχές μας. Έπρεπε να πάρει καθένας επάνω του την ευθύνη, να κατηγορήσει τον εαυτό του και να πεί: «Δεν έβαλα ειλικρινά μετάνοια στον αδελφό μου, γι’ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός». Ο δε άλλος να πεί: «Εγώ δεν είχα την καρδιά μου έτοιμη να συγχωρέσει και να αγαπήσει τον αδελφό μου, πριν αυτός μου εκφράσει τη μετάνοιά του και γι’ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός».
Έτσι θα έπρεπε να κάνουν και οι προηγούμενοι. Ο μεν πρώτος έπρεπε να πεί: «Εγώ μιλάω με αυθάδεια, γι’ αυτό δεν αναπαύει ο Θεός τον αδελφό μου». Και ο άλλος έπρεπε να λογίζεται: «Ο αδελφός μου μού δίνει εντολές με ταπείνωση και αγάπη, αλλά εγώ είμαι ανυπότακτος και δεν έχω φόβο Θεού». Αλλ’ όμως κανένας τους δεν βρήκε τον σωστό δρόμο και δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. Αντίθετα, καθένας έριξε το βάρος στον άλλον.
Αββά Δωροθέου


Μοναχή Νίλα (1902—1999) για τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο
«Θα έρθει ο καιρός που θα εισβάλλουν οι Κινέζοι και θα είναι πολύ δύσκολα για όλους»
«Θα βασιλέψουν οι λεηλασίες, οι ανομίες των ενόπλων και η γη θα είναι κατάσπαρτη με πτώματα»
Μοναχή Νίλα, μια μεγάλη μορφή της ρωσικής εκκλησίας, γνωστή κυρίως για τις εσχατολογικές προφητείες της
Η Ευδοκία Αντέεβνα Νοβίκοβα ,γνωστή ως Νίλα, στους ορθοδόξους χριστιανούς όλης της Ρωσίας εκοιμήθη στις 6 Μαρτίου 1999
Τα χαρίσματα που της δώρισε ο Θεός (προορατικό και διορατικό χάρισμα, θεραπεία ασθενών, παρηγοριά των ανθρώπων) επιβεβαιώνονται από πολλούς πιστούς χριστιανούς οι οποίοι ζητούσαν τη βοήθειά της .Με τους πνευματικούς της οφθαλμούς έβλεπε την ψυχή του ανθρώπου,όσα του συνέβησαν και όσα θα του συμβούν.
Όλοι έφευγαν από το κελάκι της παρηγορημένοι και ενθαρρυμένοι. Η μοναχή Νίλα συνήθιζε να λέει ότι ο Θεός μπορεί να αναβάλει την εκπλήρωση των προφητειών. Εξαρτάται από εμάς τους πιστούς, από την προδιάθεσή μας για προσευχή, για μετάνοια για απαλλαγή από τα πάθη μας.
Μισό χρόνο πριν πεθάνει είπε ότι την 41η πρώτη ημέρα μετά από το θάνατό της θα έρθει η αστυνομία στο σπίτι της και τότε δεν θα μπορούν να πάρουν τα πράγματά της. Γι’αυτό έδωσε ευλογία να μοιραστούν τα πράγματά της μέχρι το τελευταίο έτσι ώστε όταν έρθει η αστυνομία στο σπίτι να είναι άδειο. Έτσι και έγινε στη συνέχεια.
Η πιο μεγάλη άσκηση είναι να προσεύχεσαι
Επίσης μιλούσε για την ανάγκη της αδιάλειπτης προσευχής όπου και αν βρίσκεται κάποιος, στην εργασία, στα μέσα μεταφοράς, την ώρα της ξεκούρασης:
«Με τα χέρια δουλειά, με τα χείλη προσευχή. Πρώτα απ’όλα προσευχή κόρες μου».
Για τη σπουδαιότητα της προσευχής έλεγε το εξής: «Ο κόσμος κρατιέται από την προσευχή. Εάν πάψει η προσευχή έστω και για μία ώρα, θα πάψει να υπάρχει ο κόσμος. Υπάρχει ανάγκη κυρίως για νυχτερινή προσευχή. Αυτή είναι ακόμη πιο ευάρεστη στο Θεό».
Η πιο μεγάλη άσκηση είναι να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους. Πρέπει να είσαι υπομονετικός, να προσεύχεσαι και ν’αγωνίζεσαι, χωρίς να επηρεάζεσαι από τίποτα,ακόμη και αν σε μαλώσουν ή σε κουτσομπολέψουν. Υπάρχει η κακολογία εκ δεξιών που είναι εκ του διαβόλου και εκ των αριστερών που μπορεί να είναι από τους συγγενείς ή τους φίλους.
Και τα δύο είναι δύσκολα αλλά και χρήσιμα,απαραίτητα μπορώ να πω.Όλους τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες να τις υπομένουμε ενώπιον του Θεού,με τη σκέψη μας στην Παναγία και την καρδιά προς το Θεό.Περισσότερο και από κάθε εξωτερική άσκηση πρέπει πάνω απ’όλα να καθαρίσουμε την καρδιά μας.Να μην επιτρέψεις στον εαυτό σου τίποτα το πονηρό,να είσαι ανοιχτός προς τους ανθρώπους και να μη φαντάζεσαι τίποτα για τον εαυτό σου.
Προέβλεψε τον πόλεμο της Τσετσενίας
Ένα βράδυ ξύπνησε τις πνευματικές της κόρες λέγοντας
-Κόρες μου,άρχισε ο πόλεμος.Πρέπει να προσευχηθούμε.Σηκωθείτε.
Το πρωί η τηλεόραση και το ραδιόφωνο ανακοίνωσαν ότι άρχισε ο πόλεμος στην Τσετσενία(1994).
Στον επόμενο πόλεμο θα πάρουν τις γυναίκες
Η γερόντισσα μιλούσε με πολύ πόνο για τις γυναίκες που φορούσαν παντελόνι:
«Δεν επιτρέπεται στις γυναίκες να φορούν ρούχα ανδρικά και στους άνδρες γυναικεία. Γι’αυτό θα λογοδοτήσουν μπροστά στο Θεό. Πρέπει να ξέρετε ότι τις γυναίκες που φορούν παντελόνι, στον επόμενο πόλεμο θα τις πάρουν για να πολεμήσουν και λίγες θα επιστρέψουν»
Την ώρα που έλεγε αυτά τα λόγια μία γυναίκα που ήταν παρούσα σκέφτηκε: «Τι το κακό υπάρχει στο να φοράω παντελόνι στον κήπο. Είναι πολύ βολικό»
Η γερόντισσα αντέδρασε αμέσως σε αυτήν την σκέψη: «Και εσύ στον κήπο μη φοράς παντελόνι, θα δώσεις λόγο γι’αυτό»
«Φοβάμαι την ημέρα που θα έρθει ο Αντίχριστος»
Η γερόντισσα Νίλα επίσης είπε πως θα έρθουν καιροί όπου όπως το 1917,θα τους φυλακίσουν ή θα τους πνίξουν στη θάλασσα.
«Τότε που θα αρχίσουν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών βιαστείτε να φύγετε με τους πρώτους. Κάντε ότι μπορείτε μόνο μην μείνετε. Αυτοί που θα φύγουν με τους πρώτους θα σωθούν. Όλα αυτά θα τα δείτε με τα μάτια σας. Η γενιά σας θα δει τον Αντίχριστο. Παιδιά μου πόσο σας λυπάμε για όλα αυτά» έλεγε και έκλαιγε.
Ωστόσο πρόσθετε«Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν»
Ένας ιερέας της εξομολογήθηκε;
-«Μητερούλα, εγώ είμαι αδύναμος.Φοβάμαι την ημέρα που θα έρθει ο Αντίχριστος»
-«Μη φοβάσαι. Θα δεις αυτήν την ημέρα δεν θα αντέξεις όμως τις δυσκολίες»
Η γερόντισσα μιλούσε συχνά για τις μέλλουσες δοκιμασίες και για τα ανήκουστα βασανιστήρια που θα υποστούν οι άνθρωποι στα χρόνια του Αντιχρίστου.Η γερόντισσα διηγούνταν ότι έβλεπε με τους πνευματικούς της οφθαλμούς,όχι για να τρομάξει τους ανθρώπους αλλά για να τους ενισχύσει την πίστη και την ελπίδα στο έλεος του Θεού.
Έλεγε συνεχώς ότι ο Θεός δεν θα εγκαταλείψει τους πιστούς,ότι θα τους ταίζει στον καιρό της πείνας, θα τους παρηγορεί,θα τους βρει καταφύγιο,θα τους περιβάλλει στις θλίψεις και θα τους βοηθήσει να περάσουν τα βασανιστήρια και τους διωγμούς.Σε αυτές τις περιπτώσεις θυμόνταν τα λόγια του προφήτη Δαβίδ «οὐ καταισχυνθήσονται ἐν καιρῷ πονηρῷ καὶ ἐν ἡμέραις λιμοῦ χορτασθήσονται»(Ψ.36,19).
« Να μην φοβάστε τίποτα παιδιά μου,να μη φοβάστε γι’αυτα που θα συμβούν ή μπορεί να συμβούν ή πρέπει να συμβούν όπως προφήτεψαν οι άνθρωποι του Θεού.Ο Θεός είναι πιο δυνατός απ’όλους και απ’όλα.Στις δοκιμασίες θα μας δώσει βοήθεια και θα μας δώσει δύναμη να υπομείνουμε.Μας ζητάει μόνο να υπακούμε το άγιο θέλημά Του.Προσευχηθείτε στην Προστάτιδά μας και δεν θα μας αφήσει»
Βάζουν στα βρέφη το «σφράγισμα»
Κάποια φορά το πρόσωπό της ξαφνικά πήρε μία έκφραση απειλητική,σαν κάτι να έβλεπε με τους πνευματικούς της οφθαλμούς.Χτύπησε μερικές φορές με την βίτσα της το πάτωμα λέγοντας: «Κοίτα τι σκέφτηκαν. Βάζουν στα βρέφη το σφράγισμα του Αντιχρίστου! Ο άγγελος θα τους καταστρέψει αυτούς που θα κάνουν κάτι τέτοιο.
Μία μέρα η γερόντισσα Νίλα έπιασε το κεφάλι της και φώναξε:«Αλίμονο τι θα συμβεί.Τι θα απογίνει η Ρωσία και εμείς;Το επανέλαβε μερικές φορές και μετά ησύχασε λέγοντας-Δεν θα σας πω τι είδα. Ο Κύριος δεν ευλογεί»!
Με τους πνευματικούς της οφθαλμούς η γερόντισσα έβλεπε ότι η σημερινή γενιά και η επόμενη θα περάσουν μεγάλες δοκιμασίες.Συχνά διηγούνταν πως επέζησε υπο συνθήκες λιμοκτονίας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης όταν η τροφή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη:
«Να μη δώσει ο Θεός να περάσετε πείνα.Είναι φοβερό.Στο στρατόπεδο δεν έβλεπα ποτέ ψωμί.Όταν ελευθερώθηκα μου φάνηκε πως δεν θα χορτάσω ποτέ το ψωμί.Η πείνα όμως θα έρθει.
Η πείνα θα είναι μεγάλη
Όταν ήμουν παιδί στην Ουκρανία όπου και να γύριζες το μάτι σου έβλεπες σιτηρά.Τα στάχυα ήταν ένα και ένα. Φυσούσε ο αέρας και κυμάτιζαν σαν τα κύματα της θάλασσας μέχρι το βάθος του ορίζοντα. Δεν υπήρχε μεταξύ τους ούτε ένα αγριόχορτο. Τώρα όμως είναι γεμάτα αγριόχορτα. Εγκατέλειψαν τη γη που είναι ο τροφέας μας. Πρέπει να δουλεύετε τη γη. Οι άνθρωποι θα λογοδοτήσουν για το ότι την εγκατέλειψαν. Η πείνα θα έρθει επειδή εγκαταλείψαμε τη γη. Εάν έχετε μία γωνίτσα φυτέψτε την. Θα σας βοηθήσει στον καιρό της πείνας.
Η αποθήκευση τροφίμων δε θα σας βοηθήσει επειδή η πείνα θα έρθει σταδιακά. Πρέπει να φροντίσετε να βρίσκεστε κοντά σ’ένα κτήμα. Στις πόλεις θα είναι πολύ πιο δύσκολα. Η πείνα θα είναι τόσο τρομερή που οι άνθρωποι θα εισβάλουν στα σπίτια για να βρουν τρόφιμα. Θα σπάνε τζάμια και πόρτες και θα σκοτώνουν ανθρώπους για την τροφή. Πολλοί θα φέρουν όπλα και η ανθρώπινη ζωή δεν θα έχει καμία αξία.
Όταν θα έρθει ο Αντίχριστος η πείνα θα είναι μεγάλη και θα εξαντληθούν τα σιτηρά. Πρέπει να ετοιμάστε βότανα να τα ξεράνετε για να φτιάχνετε τσάι.Με αυτό θα επιζήσετε.
Επίσης η γερόντισσα έλεγε ότι στους έσχατους καιρούς στη θέση της Αγίας Πετρούπολης θα είναι θάλασσα ενώ ένα μεγάλο μέρος της Μόσχας θα βυθιστεί επειδή κάτω από τη γη υπάρχουν μεγάλα κενά. Όταν ρωτήθηκε τι θα απογίνει το σπίτι και η κωμόπολη στην οποία μένει, εκείνη απάντησε:
«Από την πόλη δεν θα μείνει τίποτα όρθιο. Μόνο το σπίτι μου και άλλο ένα. Θα είναι πόλεμος, καταστροφές,το σπίτι μου όμως δεν θα καταστραφεί.Εγώ δεν θα το δω. Εσείς όμως θα το δείτε. Να ο δρόμος προς το Εκόριεβσκ.Το σπίτι μου θα μείνει όρθιο και γύρω του τίποτα.Κατά τον πόλεμο θα καταστραφεί εντελώς.
Θα εισβάλλουν οι Κινέζοι
-«Θα έρθει ο καιρός που θα εισβάλουν οι Κινέζοι και θα είναι πολύ δύσκολα για όλους». Αυτό το επανέλαβε δύο φορές.
«Παιδιά μου είδα ένα όνειρο.Θα γίνει πόλεμος.Θεέ μου.Τα παιδιά από 14 ετών θα τα στρατολογήσουν και θα τα στείλουν στο μέτωπο. Σπίτι θα μείνουν μόνο τα παιδιά και οι γέροι. Οι στρατιώτες θα πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι,θα τους μαζεύουν και θα τους στέλνουν στον πόλεμο. Θα βασιλέψουν οι λεηλασίες και οι ανομίες των ενόπλων. Η γη θα είναι κατάσπαρτη με πτώματα. Παιδιά μου πόσο σας λυπάμαι». Αυτό το επαναλάμβανε συχνά.
Ανάμεσα σε όλους τους αγίους η γερόντισσα Νίλα αγαπούσε ιδιαίτερα τον Άγιο Απόστολο και Ευαγγελιστή Ιωάννη.Έλεγε ότι ο άγιος αγαπάει τη Ρωσία και ότι θα έρθει σε αυτήν τον καιρό του Αντιχρίστου.
Σ’ένα πνευματικό της τέκνο, έδωσε την ακόλουθη προσευχή.
«Κύριε γεννηθήτω το όνομά σου εις εμέ.Βοήθησε με να Σου μείνω πιστός μέχρι το τέλος της ζωής μου.Υπεραγία Θεοτόκε σώσον με τον αμαρτωλό.Άγιε Ιωάννη Θεολόγε να είσαι ο καθοδηγητής μου και ο μεσίτης μου ενώπιον του Κυρίου και της Παναχράντου μητέρας Του»
Όταν βάπτισαν ένα νεογέννητο είπε στην ανάδοχό του.:«Αυτό το παιδί στα δώδεκά του θα μείνει χωρίς μάνα»Έπειτα είπε:«Είναι απαράδεκτο να εγκαταλείπει κάποιος το παιδί του.Πρέπει να καταλάβουν πόσο κακό είναι αυτό και να μετανοήσουν.Μόνο με αίμα μπορούν να ξεπλύνουν αυτήν την αμαρτία».
πηγή: http://www.pentapostagma.gr/

Κύριε, μή στερήσης με τῶν ἐπουρανίων σου καί αἰωνίων ἀγαθῶν.
Κύριε, λύτρωσαί με τῶν αἰωνίων κολάσεων
Κύριε, εἴτε λόγω εἴτε ἔργω εἴτε κατά νοῦν καί διάνοιαν ἥμαρτον, συγχώρησόν με.
Κύριε, λύτρωσαί με ἀπό πάσης ἀνάγκης καί ἀγνοίας καί λήθης καί ραθυμίας καί τῆς λιθώδους ἀναισθησίας.
Κύριε, λύτρωσαί με ἀπό παντός πειρασμοῦ καί ἐγκαταλείψεως.
Κύριε, φώτισον τήν καρδίαν μου, ἥν ἐσκότισεν ἡ πονηρά ἐπιθυμία.
Κύριε, ἐγώ μέν ὡς ἄνθρωπος ἁμαρτάνω, σύ δέ ὡς Θεός ἐλέησόν με.
Κύριε, ἴδε τήν ἀσθένειαν τῆς ψυχῆς μου, καί πέμψον τήν χάριν σου εἰς βοήθειάν μου, ἵνα ἐν ἐμοί δοξασθῆ τό ὄνομά σου τό ἅγιον.
Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἔγγραψον τό ὄνομα τοῦ δούλου σου ἐν βίβλω ζωῆς, χαριζόμενός μοι καί τέλος ἀγαθόν.
Κύριε, ὁ Θεός μου, οὐκ ἐποίησα οὐδέν ἀγαθόν, ἀλλ ἀρξαίμην ποτέ τῆ εὐσπλαγχνία σου.
Κύριε, βρέξον εἰς τήν καρδίαν μου τήν δρόσον τῆς χάριτός σου.
Κύριε, ὁ Θεός τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, μνήσθητί μου τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τοῦ αἰσχροῦ, τοῦ πονηροῦ καί βέβηλου κατά τό μέγα ἔλεός σου, ὅταν ἔλθης ἐν τῆ βασιλεία σου.
Κύριε, ἐν τῆ μετανοία παράλαβέ με καί μή ἐγκαταλίπης με.
Κύριε, μή εἰσενέγκης με εἰς πειρασμόν.
Κύριε, δός μοι ἔννοιαν ἀγαθήν.
Κύριε, δός δάκρυα καί μνήμην θανάτου καί κατάνυξιν.
Κύριε, δός μοι τῶν λογισμῶν μου ἐξαγόρευσιν.
Κύριε, δός μοι ταπείνωσιν, ἐκκοπήν θελήματος καί ὑπακοήν.
Κύριε, δός μοι ὑπομονήν, μακροθυμίαν καί πραότητα.
Κύριε, ἐμφύτευσον ἐν ἐμοί τήν ρίζα τῶν ἀγαθῶν, τόν φόβον σου.
Κύριε, ἀξίωσόν με ἀγαπᾶν σε ἐξ᾽ ὅλης μου τῆς ψυχῆς καί τῆς διανοίας καί τῆς καρδίας καί τηρεῖν ἐν πᾶσι τό θέλημά σου.
Κύριε, σκέπασόν με ἀπό ἀνθρώπων πονηρῶν καί δαιμόνων καί παθῶν, καί ἀπό παντός μη προσήκοντος πράγματος.
Κύριε, ὡς κελεύεις, Κύριε, ὡς γινώσκεις, Κύριε, ὡς βούλει γενηθήτω τό θέλημά σου ἐν ἐμοί.
Κύριε, τό σόν θέλημα γενέσθω καί μή τό ἐμόν. Πρεσβείαις καί ἱκεσίαις τῆς Παναγίας Θεοτόκου καί πάντων τῶν ἁγίων σου, ὅτι εὐλογητός εἰς τούς αἰώνας.
Ἀμήν.

Η Ταρσώ (ή Ταρασία) Ζαγοραίου γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου του έτους 1910, στο χωριό Ρογό, της περιοχής Κορθίου της νήσου Άνδρου.
Ήταν η μικρότερη από τα έξι παιδιά της οικογένειάς της.
Οι γονείς της Περικλής και Μαρία, ήσαν Θεοσεβείς και Θεοφοβούμενοι, ιδιαιτέρως δε η μητέρα της.
Ίσως την θρησκευτική ζωή της οικογένειας να επηρέασε θετικά συγγενής της μοναχός, ονόματι Γαλακτίων, ο οποίος από το 1898 έμενε σε έναν απόμερο χώρο του σπιτιού τους.
Η νεαρή Ταρσώ έτυχε άρτιας μόρφωσης για την εποχή της. τελείωσε το δημοτικό σχολείο και το σχολαρχείο στη Χώρα.
Ήταν άριστη μαθήτρια, πολλές φορές πρώτη στην τάξη της.
Η Ταρσώ, σαν στερνοπαίδι, ήταν το πιο χαϊδεμένο από τα αδέλφια, γι' αυτό και δεν την άφηναν να κάνει δουλειές. Σε μικρή ηλικία πήρε μαθήματα μαντολίνου και με την αδελφή της έπαιζαν συχνά σε συντροφιές. Οι γονείς καθώς και τα παιδιά τους, ήταν πολύ εργατικοί και έτσι υπήρχε στο σπίτι επάρκεια αγαθών. Ζούσαν σε ένα κτήμα έξω από το χωριό και η ζωή κυλούσε ήσυχα μέσα σε οπωροφόρα δένδρα, ελιές και έναν λαχανόκηπο που είχαν για τις ανάγκες τους, παρέα με τα αγελαδοπρόβατα, τα οποία τους προμήθευαν μαλλί, γάλα και τυρί.
Όταν ήταν 8 χρονών, ο θάνατος της μεγάλης αδελφής της, Πηνελόπης, σε ηλικία 20 ετών, βύθισε αυτήν και όλη την οικογένειά της στο πένθος.
Στο δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας της, άρχισε να εκδηλώνεται ο θρησκευτικός της χαρακτήρας και η διάθεσή της να ασχολείται με τα θεία.
Η ίδια ομολογεί και επισημαίνει το χρονικό σημείο της αρχής της ζωής της ευσέβειας της, λέγοντας κάποια φορά:
"εγώ έφυγα από το σπίτι μου 14 χρονών, τόσα παιδιά παίζαμε έξω από το φούρνο αλλά ήρθε ο αξιωματικός (ο άγγελος) και εμένα διάλεξε. Με πήρα στην αγκαλιά του και που με πήγε δεν ξέρω. Έπαθα αλλοίωση".
Πράγματι, φαίνεται ότι από την αποκαλυπτική αυτή χρονική στιγμή άρχισε η εμφάνιση κάποιων τρόπων συμπεριφοράς της, που προοιωνιζαν τη μετέπειτα παράδοξη πνευματική της ζωή, όπως τελικά καταστάλαξε στην ιδιότυπη δια Χριστόν σαλότητά της.
- "Εμείς είμαστε αμαρτωλοί, τι σχέση μπορούμε να έχουμε με τους αγίους;". Η μακαρία Ταρσώ είχε άλλη λογική. Ξεκίνησε τον ασκητικό της αγώνα με την απόφαση ενός θανάτου, του θανάτου του εαυτού της. Συχνά έλεγε, όταν δε μιλούσε με σαλότητα :
- "Στον τόπο τούτο μ' έφερε μια νεκροφόρα. Να, εδώ από κάτω μ' έφερε" (και έδειχνε το χώμα).
Έτσι, όλη της η ζωή ήταν μια προσπάθεια διαρκούς νεκρώσεως του εαυτού της. Ήταν νεκρή για όλα τα τερπνά και τα ηδέα, αλλά και τα θλιβερά του κόσμου τούτου. Και ακριβώς αυτή η νέκρωση κάθε ανθρώπινου στοιχείου στην προσωπική της ζωή, έκανε εύλογα όσους την πλησίαζαν να σκέπτονται:
- Ποιος μπορεί αλήθεια να φτάσει στα μέτρα της Ταρσώς; Αυτή είναι η εκλεκτή του Θεού!
Η μακαρία Ταρσώ διέβλεψε, χάριτι Θεού, τα δικά της μέτρα και έτσι διάλεξε το δικό της δρόμο, τη δική της οδό προς την Βασιλεία του Θεού, την οδό της σαλότητας διά Χριστόν!
Το οικογενειακό της περιβάλλον δεν ήταν φυσικά ικανό να αντιληφθεί τον υψηλό στόχο της, που φαίνονταν αφύσικος για μια τόσο μορφωμένη και ιδιαιτέρα όμορφη κόρη.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, μιας επίμονης φυγής και καταφυγής στο μοναχικό βίο, η ευκολότερη αντίδραση είναι συνήθως η γνωμάτευση των οικίων, ότι "το παιδί τρελάθηκε"! Έτσι η Ταρσώ "χρειάστηκε" ψυχιατρική βοήθεια.
Όμως, η μακαρία Ταρσώ δεν ήταν τρελλή.
Ήταν πολύ πιο λογική από πολλές μοναχές της Μονής, που την θεωρούσαν τρελή και γι' αυτό την περιφρονούσαν και την απέφευγαν. Ήταν σαλή διά Χριστόν, δηλαδή, ολόκληρη, με την ψυχή και το σώμα, με την καρδιά και το λογικό της, δοσμένη στον Σωτήρα Χριστό. Συνεπής στον Πατερικό λόγο, "Δώμεν εαυτούς τω Κυρίω εξ ολοκλήρου ίνα ολόκληρον αυτόν αντιλάβωμεν". Σε αυτό το ολοκληρωτικό δόσιμο στο Χριστό το λογικό της εφωτίζετο αδιάλειπτα από το φως του Χριστού, κατά την διαβεβαίωση του ψαλμωδού : "συ φωτίεις λύχνον μου, Κύριε ο Θεός μου, φωτίεις το σκότος μου".
Τώρα ήθελε να φύγει μακριά από τους ανθρώπους και την οικογένειά της, ποθούσε την μόνωση και την ελευθερία. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, σκεπτόταν και μιλούσε για την άλλη ζωή, προσηύχετο για τους νεκρούς συγγενείς της και μάλιστα συζητούσε μαζί τους.
Άρχισε να εκδηλώνει χάρισμα διοράσεως σε διάφορα περιστατικά της καθημερινής ζωής. Ένα βράδυ, την ώρα που ετοιμάζονταν να ξαπλώσουν και η μητέρα της τελείωνε την προσευχή της, η Ταρσώ της είπε να μην κάνουν την Θ. Λειτουργία που είχαν προγραμματίσει για την επόμενη σε διπλανό χωριό, επειδή ο παπάς δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσει.
Η μητέρα της έκπληκτη, την αποπήρε και η Θεία Λειτουργία έγινε. Όπως όμως απεδείχθη, η μικρή Ταρσώ με το μεγάλο χάρισμα, διέβλεψε το κώλυμα: ο ιερέας αποβραδίς είχε μεθύσει.
Εν τω μεταξύ, αφού η αδελφή της Κατίνα παντρεύτηκε στην Αθήνα, μετά το 1931, εγκαταστάθηκαν και οι υπόλοιποι εκεί. Η συμπεριφορά της και εδώ παρέμεινε η ίδια : ήρεμη, εσωστρεφής αλλά και αγαπητή σε όλους. Παρουσίαζε όμως και τα παρεξηγήσιμα σαλά καμώματά της. Το πιο ανησυχητικό ήταν ότι συχνά φορούσε ένα λευκό χιτώνα και επίσης λευκό μαντήλι και ότι έφευγε πολλές φορές προς άγνωστη κατεύθυνση, χωρίς κανένα φόβο. Φορούσε πάντοτε παλιά παπούτσια και όταν της έδιναν κάποιο καινούργιο ζευγάρι φρόντιζε να τα "περιποιηθεί" καταλλήλως, κτυπώντας τα επίμονα με μια πέτρα για να τα κάνει όπως ήθελε αυτή.
Προπολεμικά, το 1939, της έκαναν και συνοικέσιο. Την κάλεσαν για τραπέζι στο σπίτι του γαμπρού, όπου πήγε με τον αδελφό της. Ο Θεός όμως επέτρεψε να γίνει κάποιος μικρός πειρασμός που έκανε τον αδελφό της να θυμώσει και να την πάρει αμέσως να φύγουν. Η ίδια, έφυγε με την ίδια απάθεια με την οποία είχε πάει, χωρίς να εκδηλώσει αντίδραση, ούτε δυσαρέσκεια. Ότι είχε να πει, το έλεγε μυστικά στο Νυμφίο της Χριστό και ήρεμη δεχόταν τα γεγονότα όπως έρχονται, γεμάτη εμπιστοσύνη και πίστη σε Αυτόν που την επέλεξε από μικρή ως νύμφη Του.
Το καλοκαίρι του 1940, πήγαν για παραθερισμό στην Άνδρο, όπου αποκλείσθηκαν έως το 1942. Εκεί έχασε και την καλύτερή της φίλη, με την οποία έκαναν πολύ παρέα, πράγμα που την λύπησε πολύ.
Σύμφωνα πάντοτε με πληροφορίες των συγγενών της, η σαλότητα της Ταρσώς, είχε ανησυχήσει τόσο τους οικείους της, ώστε το 1942 που επέστρεψαν στην Αθήνα για να προλάβουν χειροτέρευση της καταστάσεώς της, "την πήγαν με το ζόρι" στους ψυχιάτρους. Eκείνοι διέγνωσαν "σχιζοφρένια".
Για τους ψυχιάτρους η Ταρσώ είχε κάποια πειστικά ευρήματα μιας τέτοια ψυχοπαθολογίας.
Ισχυριζόταν ότι άκουγε φωνές κεκοιμημένων, είχε το στοιχείο της επιμονής και "άλογης" φυγής από τις κοινωνικές σχέσεις, ζητούσε την μόνωση. Αλλά οι ψυχίατροι δεν μπορούσαν φυσικά να αντιληφθούν τις πνευματικές αφετηρίες της, κατ' αυτούς, "παθολογικής" συμπεριφοράς.
Έτσι την υπέβαλαν σε μια χειρουργική επέμβαση, που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή. Έκαναν δύο τρύπες στο κρανίο της, στην θέση των κροτάφων, δεξιά και αριστερά, αλλά χωρίς κανένα "θεραπευτικό" αποτέλεσμα, ούτε εξάλλου βλαπτικό των διανοητικών και ψυχικών της λειτουργιών.
Πάντως με την χειρουργική αυτή ψυχιατρική επέμβαση, η Ταρσώ χαρακτηρίστηκε "επίσημα" ως τρελή.
Επέτρεψε ο Θεός να φθάσει σε μια πολύ ταπεινωτική, για τους πολλούς, κατάσταση, η οποία εντούτοις συνυπολογίζεται οπωσδήποτε στην εκούσια και ακούσια γενικώς άσκηση, στην οποία την οδήγησε ο Θεός για να τον δοξάσει από το υψηλό πνευματικό βάθρο της έσχατης, κατά κόσμο, ταπεινώσεως της δια Χριστόν Σαλότητας.
Η Ταρσώ είχε ήδη λάβει Πνεύμα Θεού, προ του πειρασμού του ψυχιατρείου.
Έτσι ο πειρασμός της αναγκαστικής της υποβολής σε ψυχιατρική χειρουργική επέμβαση ήταν από το Θεό το καθορισμένο ψυχοσωματικό υπόβαθρο της πνευματικής της σαλότητος.
Ήταν δύο φορές "τρελή". Μία φορά κατά κόσμο! Σύμφωνα με την ψυχιατρική διάγνωση! Και μια φορά κατά Χριστόν.
Ήταν έτσι περιχαρακωμένη στην έσχατη ταπείνωση.
Σε αυτήν την κατάσταση, "δεν ήταν τίποτε, δεν είχε τίποτε!".
Ίσως γι' αυτό αργότερα έλεγε συχνά : "Μου τα πήραν όλα. Μου πήραν εκατομμύρια και δεν έχω τίποτα". Δεν είχε τίποτα. Είχε λοιπόν την δυνατότητα να αποκτήσει το παν. Την καλή αλλοίωση μέσα από την χαρισματική οδό την εν Χριστώ σαλότητος.
Το 1944, στον εμφύλιο, ενώ όλοι οι άνθρωποι ήσαν κλεισμένοι στα σπίτια τους, η Ταρσώ εξακολουθούσε να φεύγει ντυμένη στα άσπρα. Ένα βράδυ κάποιοι κτύπησαν το κουδούνι στην πόρτα της αδελφής της – εκείνη έμενε στα Εξάρχεια, στους πρόποδες του λόφου Στρέφη, όπου είχαν ανοίξει χαρακώματα οι αριστεροί και κατείχαν τον λόφο.
Η Ταρσώ έμενε με τους γονείς της, στο σπίτι τους, πίσω από το πρώτο νεκροταφείο στην Γούβα. Έντρομη η αδελφή της, που ήταν μόνη με τα τρία της μικρά παιδιά, άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε μια ομάδα από ένοπλους αριστερούς, με γενειάδες, που την ρώτησαν αν έχει μια αδελφή με το όνομα Ταρσώ Ζαγοραίου.
Η αδελφή της τρόμαξε, νομίζοντας ότι είχε πάθει κάτι η Ταρσώ. Ο ένας από του ένοπλους άντρες, που φαινόταν και επικεφαλής, παραμέρισε τότε τους άλλους και έκανε τόπο στην Ταρσώ να περάσει και να μπει στο σπίτι. Στην συνέχεια λέει στην αδελφή της : "Ποια είναι αυτή που περνάει ατρόμητη μέσα από τις σφαίρες και καμιά σφαίρα δεν την αγγίζει;".
Αυτή η παράδοξη εξωτερικώς και θεία εσωτερικώς κατάσταση της μακαρίας Ταρσώς είχε φέρει σε πλήρη αμηχανία τους δικούς της, οι οποίοι πλέον δεν ήξεραν τι να σκεφτούν και τι να κάνουν.
Η αγαπημένη τους Ταρσώ, αν και είχε έναν διαφορετικό από αυτούς τρόπο ζωής, ήταν τόσο προσηνής και υπάκουη, ώστε δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε κίνηση που γινόταν "για το καλό της", εκ μέρους των άλλων.
Είδαμε ότι δεν αντέδρασε στο συνοικέσιο που της έκαναν, αλλά και υπέμεινε στο πραγματικό μαρτύριο της αδικαιολόγητης λοβοτομής, παραδομένη ολοκληρωτικά στον Κύριο και Νυμφίο της.
Εφόσον ο Ίδιος την είχε εισάγει στο μεγαλειώδες και ειδικό αυτό αγώνισμα της δι' Αυτόν σαλότητος, ώφειλε να τον ακολουθήσει, αίροντας τον Σταυρό Του, ο οποίος είναι "Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία" (Α' Κορ. α', 23).
Πως ήταν δυνατόν ωστόσο, να την αφήσει ο Χριστός στα χέρια των καλοθελητών αυτών μέχρι τέλους, αφού έβλεπε ότι, από το πολύ ενδιαφέρον τους, είχαν καταντήσει επικίνδυνοι για την γνήσια δούλη Του; Έτσι, οδήγησε τα βήματά της, πάλι μέσω της υπακοής, σε τόπο όπου πλέον θα μπορούσε ανενόχλητη να ασκηθεί μαζί με άλλες ψυχές που είχαν επίσης αφιερωθεί σ' Αυτόν.
Η μητέρα της Ταρσώς ακολουθούσε το παλαιό ημερολόγιο και είχε κάποια σχέση με την Ι. Μονή Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης, στην Κερατέα.
Εκείνη την εποχή, που η Ταρσώ εθεωρείτο άρρωστη, με ψυχιατρική βεβαίωση (!), κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο Ματθαίος, κτήτωρ και επίσκοπος της Μονής, έκανε θαύματα και ιδιαιτέρως θεραπείες.
Για το λόγο αυτό η μητέρα της Ταρσώς σκέφτηκε να συνοδεύσει την κόρη της και να φιλοξενηθούν για κάποιο διάστημα στη Μονή, μήπως γίνει το θαύμα και "θεραπευθεί" η Ταρσώ. Έτσι κάποια μέρα του 1949, την πήρε, απογοητευμένη από κάθε ανθρώπινη βοήθεια και την έφερε, χωρίς να το γνωρίζει, στο οριστικό στάδιο της αθλήσεώς της.
Φαίνεται ότι εκεί έμειναν περίπου τρεις μήνες, χωρίς όμως το αποτέλεσμα που έλπιζαν και επιθυμούσαν. Έτσι, η μητέρα της Ταρσώς απεφάσισε να την πάρει να γυρίσουν στο σπίτι τους. Η Ταρσώ όμως δεν ήθελε να φύγει από το Μοναστήρι με κανένα τρόπο. Γι' αυτό παρακάλεσε η μητέρα της να την φιλοξενήσουν για κάποιο ακόμα διάστημα.
Το διάστημα αυτό ήταν τελικά όλη της η ζωή.
Δεν συγκαταλέχθηκε στην αδελφότητα της Μονής, παρέμεινε με τις άλλες δόκιμες στον ξενώνα, όπως συνηθίζεται στην Μονή αυτή.
Διέμενε στον χώρο αυτό, υπηρετούσε στα διάφορα διακονήματα, έκανε τα σαλά της, ολοένα αυξανόμενα, και εδέχετο τις περιφρονητικές αντιμετωπίσεις των μοναχών και των λαϊκών. Παρακολουθούσε τις καθημερινές ακολουθίες που εγίνοντο για τους εκεί διαμένοντες, όπου και ανεγίγνωσκε τον Εξάψαλμο, τα Ψαλτήρια, τις Ώρες. Πολλοί ακόμη ενθυμούνται την κατανυκτική της φωνή.
Κατά την διάρκεια της εκεί παραμονής της, της ανέθεσαν το διακόνημα της αντιγραφής των χειρογράφων από το αρχείο της βιβλιοθήκης που διέθεταν, επειδή η Ταρσώ ήταν καλλιγράφος. Οι μοναχές θυμούνται ότι, στην εμφάνισή της ήταν πολύ όμορφη, με ξανθές πυκνές μπούκλες, πράσινα μάτια και χαρούμενο πρόσωπο. Κρατούσε πάντα στα χέρια της ένα Προσευχητάριο με το οποίο προσηύχετο συνεχώς. Απέφευγε τις επαφές με τις άλλες δόκιμες μοναχές και προτιμούσε να κάθετε στο κελί της και να προσεύχεται.
Κάθε φορά που η αρμόδια μοναχή πήγαινε να την ξυπνήσει νύχτα, στην ώρα του κανόνα, την έβρισκε πάντα όρθια να προσεύχεται.
Μετά από λίγες μέρες διαπίστωσαν οι αδελφές ότι δεν ξάπλωνε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί ούτε την ώρα της αναπαύσεως, αλλά κοιμόταν καθιστή.
Στον κόπο της νύκτας πρόσθετε και αυτόν της ημέρας. Εκτός από το παραπάνω διακόνημα ανέλαβε να κουβαλά νερό από την Ζωοδόχο Πηγή, 100 μέτρα από τον ξενώνα της Μονής, για τις ανάγκες των εξωτερικών αδελφών.
Μετά από καιρό άρχισε να συμπεριφέρεται και να μιλά παράξενα, σε σημείο που παρεξηγείτο.
Άρχισε να κοροϊδεύει και να επιτιμά τους ανθρώπους και περισσότερο τους ξένους που επισκέπτοντο την Μονή. Οι μοναχές, βλέποντας όλα αυτά της είπαν να φύγει από τον Ξενώνα, όπου είχε μείνει περίπου δύο χρόνια. Έτσι, χωρίς πάλι να το επιδιώξει, βρέθηκε η αγωνίστρια του Χριστού χωρίς κελί, μη έχοντας "που την κεφαλή κλίνη". Εγκαταστάθηκε έξω από την νότια είσοδο της Μονής, στα χωράφια, όπου υπήρχαν τα μαντριά της Μονής και κάποια χαλάσματα.
Από τότε, μέχρι το 1988, έμενε εκεί, στο ύπαιθρο ή σε καλύβες από χορτάρια, που τις έστηνε και τις χαλούσε μόνη της. Τα πρώτα χρόνια, δεν είχε σταθερό μέρος να μένει και περιφέρετο μέσα στα χωράφια και στα βουνά. Αργότερα, στην δεκαετία 1970-1980 επιδιόρθωσε τα χαλάσματα που αναφέραμε, τελείως μόνη της, κουβαλώντας τσιμεντόλιθους και σκεπάζοντάς τα με νάιλον και τσίγκους, όταν πλέον είχε αρχίσει να γερνά και είχε ανάγκη από κάποια σταθερή στέγη. Κανείς δεν ήξερε που κοιμόταν και που εύρισκε υπόστεγο στις μεγάλες βροχές και στις κακοκαιρίες. Πολλές φορές ωστόσο, την είδαν μέσα στην βροχή να κάθεται στο ύπαιθρο, κρατώντας μία λαμαρίνα πάνω από το κεφάλι της.
Πολλές φορές, έβγαινε και έξω από την ακτίνα του χώρου της Μονής και περπατούσε στις κωμοπόλεις της Κερατέας και του Μαρκόπουλου και επισκέπτετο διάφορα σπίτια. Αυτό ανησυχούσε πολύ την Ηγουμένη Ευφροσύνη, επειδή πίστευε ότι ήταν επικίνδυνο για μια γυναίκα να γυρίζει μόνη της τις νύχτες. Γι' αυτό μια μέρα την φώναξε και της είπε να μη φεύγει μακριά από το Μοναστήρι, γιατί διαφορετικά θα την έδιωχνε. Υπάκουσε η Ταρσώ στην Ηγουμένη και από τότε δεν ξαναβγήκε από την περιοχή της Μονής.
Αν και δεν θεωρείτο κανονικά αδελφή της Μονής, συμμετείχε ενεργά στην ζωή της αδελφότητος.
Η διακονία της, που την είχε διαλέξει μόνη της, ήταν να μεταφέρει κάθε μέρα, για πολλά χρόνια, το γάλα για όλη την αδελφότητα (περισσότερες από 300 μοναχές) από τα μαντριά που ήταν περίπου 500 μέτρα έξω από την Μονή, στο Μαγειρείο. Τα άδεια δοχεία τα επέστρεφε στο μαντρί γεμάτα νερό από την Ζωοδόχο Πηγή, που το χρησιμοποιούσαν οι μοναχές για να ποτίζουν τα ζώα. Από το Μαγειρείο έπαιρνε και το φαγητό της.
Επίσης, έριχνε κοπριά στα αμπέλια της Μονής. Το φορτηγό της Μονής άδειαζε την κοπριά εκεί κοντά, για να πάνε οι μοναχές την επομένη ή κάποια άλλη μέρα, να την ρίξουν στα αμπέλια. Δεν προλάβαιναν όμως, γιατί την επομένη το πρωί, τα εύρισκαν όλα έτοιμα. Το μυστήριο αυτό δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν. Έτσι παραφύλαξαν ένα βράδυ και είδαν την Ταρσώ να ρίχνει μόνη της μέσα στην νύχτα όλη την κοπριά απ' άκρη σε άκρη στα αμπέλια.
Επίσης, συμμετείχε στις γενικές εργασίες - παγκοινίες - όπου συγκεντρώνονταν πολλές αδελφές, όπως στην συλλογή του βίκου, στον τρύγο, στα χωράφια κ.λ.π. εργαζόταν και αυτή όπως και οι άλλες αδελφές, με την διαφορά ότι δεν καθόταν κοντά τους, αλλά σε κάποια απόσταση από αυτές και ακολουθούσε στην εργασία. Στην ώρα του φαγητού, με το κατσαρολάκι της, πήγαινε για να ζητήσει το φαγητό της από την μαγείρισσα που έδινε φαγητό και στις αδελφές.
Έτσι λοιπόν ο Θεός δια των γεγονότων καθόρισε τον τρόπο της ζωής της αλλά και τον τόπο, στον οποίο θα ζούσε μέχρι την κοίμησή της. Ερημική, ασκητική ζωή. Αδιάλειπτη προσευχή και λογική λατρεία στο Θεό.
Διηγείται λοιπόν, η αδελφή της Μαρίνα, πως την συνέλαβε κάποτε σε μια πολύ προσωπική της στιγμή, αφού δεν γνώριζε ότι την παρακολουθούν:
"Είχαμε αγρυπνία στο Μοναστήρι. Ήταν καλοκαίρι και η αγρυπνία γινόταν στην αυλή. Είχε φεγγάρι. Όταν άρχισε το Απόδειπνο, έφυγα για να πάω να δω τι κάνει η Ταρσώ. Τότε έμενε στο προηγούμενο κελί της, μια παράγκα από σανίδες.
Δεν ήταν έξω. Πλησίασα σιγά-σιγά και, χωρίς να με αντιληφθεί, κοίταξα ανάμεσα από τις χαραμάδες που είχαν οι σανίδες. Ήταν όρθια, έκανε τον σταυρό της, προσηύχετο ψιθυριστά και συνεχώς έλεγε: "Παναγία μου, βοήθησέ με την αμαρτωλή, βοήθα με Παναγία μου, Δέσποινά μου, βοήθα με σε παρακαλώ...". Έμεινα να την ακούω όσο μπόρεσα και όταν επέστρεψα, η αγρυπνία ευρίσκετο στα Απόστιχα, μετά την Λιτή".
Με τον τρόπο αυτό, τον ασκητικό και ησυχαστικό, διαμόρφωσε ανάλογα την εξωτερική της εμφάνιση και αργότερα το ερημικό κελί της.
"Στην αρχή φορούσε μαύρο ράσο αλλά φρόντιζε να φαίνεται παλιό. Το έραβε μόνη της, με τεράστιες φαρδιές τσέπες για να βάζει τα βιβλία της προσευχής, τη Σύνοψη, την Αγία Γραφή, το Ψαλτήρι, κ.α.. Αλλά καθώς προχωρούσαν τα χρόνια, η ενδυμασία της προσαρμόζετο πλέον στην ψυχολογία και το πνεύμα της σαλότητος, εγίνετο ρυπαρή και κακόγουστη, μέχρι αστεία".
Μια τακτική επισκέπτρια της Ταρσώς περιγράφει ως εξής την ενδυμασία της:
"Φορούσε μια ξεσκισμένη βρώμικη πουκαμίσα (κάποτε λευκή), μακρύτερη από το, κάποτε μαύρο φόρεμα - ζωστικό, η οποία είχε ραμμένη μια τεράστια εσωτερική τσέπη, τέτοια που να χωρά ότι είχε και δεν είχε, αυτή που τίποτα δεν είχε. Από πάνω, προσπαθώντας μάταια να ζεσταθεί το χειμώνα, έβαζε 3-4 αδιάβροχα νάιλον, το ένα πάνω στο άλλο και στους ώμους ένα καφετί προσόψι, με επιτήδεια ραμμένη κορδελίτσα, σαν μπέρτα"!
Η Ταρσώ φρόντιζε ιδιαίτερα να κρύβει το ωραίο πρόσωπό της, από τα νιάτα της, και ιδιαίτερα τώρα, στην άσκησή της, τα ωραία μάτια της, που αν τα πρόσεχες κάποιες φορές έδειχναν σαν ένα κομμάτι διαμαντένιου ουρανού! Φορούσε στα μάτια της γυαλιά με χοντρούς φακούς, τα οποία στήριζε γύρω στο κεφάλι της με σύρμα. Όταν ήθελε να διαβάσει κάτι, το πλησίαζε πολύ κοντά στο πρόσωπό της. Μια φορά, λοιπόν, λέει σε μια συνομιλήτριά της:
"Όλα τους τα έδωσα αδελφούλα μου, τι άλλο να τους δώσω ακόμη; Και τα μάτια μου τους τα έδωσα". Η ευλαβής αδελφή δεν αντιλήφθηκε το νόημα των λόγων αυτών. Όμως αργότερα πληροφορήθηκε, πως όταν ήταν νέα, κάποιος άνδρας, που είχε επισκεφθεί το Μοναστήρι, θαύμασε τα μάτια της και τον άκουσε να λέει πως έχει ωραία μάτια. Τότε αυτή πήγε στο Μοναστήρι, πήρε ένα ζευγάρι γυαλιά με χοντρούς φακούς και τα φόρεσε, με αποτέλεσμα να χαλάσει την όρασή της.
Επίσης τα κάλυπτε την μύτη της με μια μαύρη κορδέλα, την οποία είχε η ίδια επιμεληθεί για να κρύβει το πρόσωπό της, γιατί κάποιος της είχε πει ότι έχει ωραία μύτη. Την κορδέλα αυτή την έβγαλε από το πρόσωπό της όταν άρχισε να γερνά. Φρόντιζε επίσης να έχει σκυμμένο συνεχώς το κεφάλι της, κάτω στο χώμα. Όπως η ίδια είχε πει, "το καφετί χρώμα είναι το χρώμα μου" !
Εξάλλου, τα παπούτσια της ήταν τρυπητά, λαστιχένια (πάντοτε όμως παλιά), δεμένα με σκουριασμένο σύρμα και επίσης πάντοτε παράταιρα.
Οι διαστάσεις του κελιού της δεν επέτρεπαν ένα ανθρώπινο κρεβάτι. Μόνο σκυφτός ή καθιστός χωρούσες μέσα. Άλλωστε σαράντα πέντε χρόνια δεν κοιμήθηκε ξαπλωμένη. Μόνο όταν χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο δύο φορές, κοιμήθηκε σε κρεβάτι με κάποιες τύψεις "για την πολυτέλεια".
Το εσωτερικό, πάντως, του κελιού της ήταν εντελώς ακατάστατο. Εκεί υπήρχαν μπόγοι ανοιγμένοι, που έχασκαν χυμένα κάποια παλιόρουχα ή κουβέρτες κουβαριασμένες, ντενεκάκια από κονσέρβες για τις γάτες, σκουπίδια διάφορα και μικροπράγματα άχρηστα.
Όλα αυτά σχημάτιζαν ένα σωρό ετερόκλητων πραγμάτων που, στο σύνολό τους, θύμιζαν σκουπιδότοπο.
"Στη γωνιά του κελιού της, υπήρχε ένας μεγάλος πάγκος. Ένας – δύο τσιμεντόλιθοι και ένα στραβωμένο σακί τσιμέντο που πέτρωσε από την βροχή, ήταν τα καθίσματά της. Στα νιάτα της κούρνιαζε σαν σκυλί, δίπλα σε θάμνους και στα γεράματά της, συνήθως την εύρισκες καθιστή σε αυτόν τον πάγκο, με το κεφάλι γερμένο. Ακόμη και όταν, τον τελευταίο χρόνο, την πήραν στο γηροκομείο του Μοναστηριού, την εύρισκαν να περνά τη νύχτα σε ένα πεζούλι, έξω στην βροχή".
Η τροφή της ήταν πάντοτε λιγοστή. Ο κανόνας της στο φαγητό φάνηκε και στις τελευταίες της μέρες στο Κ.Α.Τ. Έκανε υπακοή να δεχθεί σούπα, αλλά όταν επέμεναν να συνεχίσει, αρνήθηκε. "Έφαγα, έφαγα, τέσσερις κουταλιές". Αυτό ήταν το όριό της. Η αδελφή Μαρίνα, από την Μονή, της έφερνε το μεσημβρινό φαγητό της, που το χώριζε στα δύο για να δειπνήσει με δυο μπουκιές το βράδυ. Στην περίπτωση που η καλή Μαρίνα έλειπε για δουλειές εκτός της Μονής, δεν είχε την έγνοια της κανένας άλλος.
Φαίνεται ότι κάποιες φορές έμενε ολόκληρη εβδομάδα νηστική, μέχρι αν επιστρέψει εκείνη από τις δουλειές της.
Της έφερναν μερικές φορές καλομαγειρεμένο φαγητό, που διαφέρει πολύ από φαγητό μαγειρεμένο στο καζάνι για 300 ψυχές. Η αδελφή Μαρίνα της έλεγε : "Κράτησε λίγο να φας", διότι την λυπόταν που ήταν ταλαιπωρημένη. Της απαντούσε : "Μα καλά, το κοσμικό φαγητό είναι καλύτερο;".
Άλλοτε, της πήγε μια πολύ καλή μερίδα ψάρι. Αυτή το καθάρισε και τόδωσε στα γατιά. Της λέει η αδελφή: "μα τι κάνεις; Τι θα φας; Φάε ευλογημένη εσύ το ψάρι και δώσε στα γατιά τα κόκαλα". Και η απάντηση : "μα καλά, εσύ αποφάγια τρως στο Μοναστήρι; Πως θα φάνε τα γατιά τα αγκάθια (κόκαλα);" Με την ίδια στοργή, τάιζε και τα ποντίκια του κελιού της, με μικρά κομματάκια ψωμί. "Θέλουν να φάνε και αυτά", έλεγε.
Η τρυφερότητα που αισθανόταν για τα ζώα ήταν πολύ μεγάλη. Μια φορά βρήκε κοντά στην θάλασσα ένα κοκαλιάρικο γαϊδουράκι, που έπρεπε να το είχαν εγκαταλείψει γέρικο πολύ για να πεθάνει. Το πήρε, το έφερε στο κελί της και το τάιζε με ψωμί, όσο καιρό έζησε.
Ποιος μπορεί αν αμφιβάλει ότι δεν θα ήταν δυνατόν να μοιράζεται το λιγοστό φαγητό της με τους άλογους και τους λογικούς φίλους της, αν δεν είχε σε μεγάλο βαθμό αποδεσμευτεί από τις υλικές ανάγκες; Όντως, η πραγματική της τροφή, αυτή που την χόρταινε, ώστε να λησμονεί την υλική τροφή, ήταν η πνευματική. Η σκέψη της και η καρδιά της ήταν αποκλειστικά δοσμένες στα ουράνια και στα άγια, στα οποία εντρυφούσε αδιάλειπτα. Αυτό το νόημα είχε ασφαλώς η απάντησή της στην πρόθυμη επισκέπτρια να της φέρει ότι φαγητό θα επιθυμούσε:
- Τι να σου φέρω Ταρσώ να φας;
- Εσύ θα μου φέρεις να φάω; Εμένα μου φέρνει ο αξιωματικός (ο άγγελος) και η Μαρία!
Τα λίγα αυτά βιογραφικά στοιχεία δίνουν μία πρώτη γενική εικόνα της ζωής της Ταρσώς που προηγήθηκε της εγκαταστάσεώς της στον τόπο της θεοφιλούς της ασκήσεως, αλλά, μέχρι κάποιου σημείου, και της ζωής της, όπως άρχισε αυτή να διαμορφώνεται πλέον, με την ασκητική της βιοτή, στον τόπο αυτό.
ΤΑΡΣΩ - Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ
Η ερημική ζωή της Ταρσώς και το γεγονός ότι δεν απομακρυνόταν, παρά σπανιότατα και μόνο για σοβαρό λόγο (όπως στην περίπτωση μιας αναγκαίας νοσηλείας), από τον τόπο αυτό της ασκητικής της διαμονής, δημιουργούσε ευνόητα την απορία στους επισκέπτες, που για πρώτη φορά έφταναν εκεί, ποια μπορούσε να είναι η πνευματική της τροφοδοσία, εφόσον δεν μπορούσε να εκκλησιάζεται και ποια σχέση ήταν δυνατόν να έχει με τη μυστηριακή, ιδιαίτερα, ζωή της Εκκλησίας.
Είναι φυσικό, ένας διά Χριστόν σαλός άνθρωπος να μην έχει Εκκλησιαστική ζωή, όπως την ζει ο χριστιανός του κόσμου:
εκκλησιασμό και συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, κατά τις τακτές ημέρες και ώρες των Ιερών Ακολουθιών.
Ο σαλός και επομένως "άτακτος" τρόπος της ζωής του, δεν του επιτρέπει την παρακολούθηση της εκκλησιαστικής ζωής, κατά τον "κατεστημένο" τρόπο, εφόσον εξάλλου, μεταξύ των στόχων της σαλότητας, υπάρχει και η αποφυγή από οτιδήποτε συντηρεί "κατεστημένη" ευσέβεια, "ευσχημόνως και κατά τάξιν", όπου όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος της "ρουτίνας" της εκκλησιαστικής ζωής.
Αλλά τότε, πως μπορεί ένας σαλός διά Χριστόν να είναι ένας χαρισματικός χριστιανός, χωρίς εκκλησιαστική ζωή;
Αν ένας χριστιανός είναι πράγματι χαρισματικός, και μόνο από το γεγονός αυτό βεβαιώνεται ότι ο άνθρωπος αυτός ζει μέσα στην Εκκλησία και διά της Εκκλησίας πορεύεται προς την Βασιλεία του Θεού, όπως όλοι οι άλλοι χριστιανοί. Κάθε πραγματικό χαρισματικό άνθρωπο τον παρακολουθεί βήμα προς βήμα, κατά την πορεία του αυτή, η χάρη του Θεού και αναπληρώνει τα πνευματικά υστερήματα που μπορεί αν οφείλονται στον ιδιαίτερο τρόπο βιώσεως της χριστιανικής του ζωής, όπως λ.χ. αυτούς που ζουν "στα σπήλαια και στις οπές της γης"!
Είπε κάποτε: "Οι αρχάγγελοι μου έδωσαν τρεις στολές και τρεις η Παναγία. Μία μέχρι κάτω, μία ως εδώ και μία ως το γόνατο. Μου τις πήραν και λειτουργούν στην Εκκλησία".
Τι ήθελε να πει η Ταρσώ με τους συμβολικούς αυτούς λόγους; Ποιο είναι το νόημά τους που απέκρυπτε από το νου του συνομιλητή της; Μια πρώτη εντύπωση, που προκαλούν οι λόγοι αυτοί της Ταρσώς είναι ότι ευλογήθηκε τρεις φορές από τους αρχαγγέλους και από την Παναγία. Να υποθέσουμε ότι τον πλούτο αυτό των ευλογιών η ίδια η Ταρσώ τον κατάθεσε στο Σώμα της Εκκλησίας; Οπωσδήποτε όμως δεν είμαστε έξω από το βασικό νόημα αυτού του λόγου, αν αντιληφθούμε την προσφορά του χαρίσματος της σαλότητας αλλά και ολόκληρης της αναγεννημένης ζωής της στη "λειτουργία" της Εκκλησίας! Η αυτοσυνειδησία της Ταρσώς ήταν βαθύτατα εκκλησιαστική!
Μια κυρία, συχνή επισκέπτρια της Ταρσώς διηγείται: "Μια νύχτα βλέπω στον ύπνο μου πως έκανα καθαριότητα στο σπίτι μου και πίσω μου ακολουθούσε η Ταρσώ με μία σκούπα στο χέρι, σκουπίζοντας το δάπεδο με πολύ προθυμία και επιμέλεια. Είχα χαρά και απορία μέσα μου γι' αυτό που έκανε. Και αμέσως, σαν να διάβασε τις σκέψεις μου εκείνη την στιγμή, μου λέει σαν απάντηση σε αυτά που σκεφτόμουν : "επειδή έστειλες στον αδελφό μου αλάτι για το φαγητό του, ήρθα και εγώ να σε βοηθήσω". Ξύπνησα πολύ χαρούμενη. Προσπαθούσα να καταλάβω τα λόγια της και σκεφτόμουν αν είχα κάνει κάτι καλό εκείνες τις ημέρες. Θυμήθηκα μετά από πολύ κόπο ότι είχα στείλει ένα δεματάκι στο Άγιον Όρος με κιμωλία για την προεργασία των εικόνων και κάποιες πληροφορίες για την αγιογραφία, προκειμένου να βελτιώσουν την δουλειά τους.
Την επόμενη φορά που την επισκέφτηκα μου λέει: "ο αδελφός μου με τρέφει και μένα κάθε μέρα, με μνημονεύει, τον ευχαριστώ, να' ναι καλά".αργότερα πληροφορήθηκα ότι ο μοναχός στον οποίο είχα στείλει το δέμα, που ήταν ιερέας, είχε ακούσει για την Ταρσώ και την μνημόνευε καθημερινά στις Θείες Λειτουργίες που έκανε".
Κοιμήθηκε ειρηνικά την 7η Οκτωβρίου 1989 και ενταφιάσθηκε στην μονή. Κατά την ανακομιδή της τα Λείψανά της ευωδίασαν! Μέρος του δέρματός της που φυλάσσεται στο Παρεκκλήσιο της οσ. Ξένης της δια Χριστόν Σαλής Μάνδρας Αττικής, παραμένει αδιάφθορο!
«Η σιωπή σου να είναι μυστική, στην καρδιά σου. Εξωτερικά να μην φαίνεται ότι σιωπάς και το αντιλαμβάνονται οι άλλοι. Ευθύς ως ειπείς δύο τρία λόγια, συνεχίζεις μέσα σου μυστικά να στέλνεις προσευχή για όλους στον Κύριο. Να αγκαλιάζεις μυστικά στην καρδιά σου, με αγάπη, όλο το κοινόβιο. Όλη την Εκκλησία… Να αγιάζεις τη σιωπή σου με την προσευχή, να μην είναι στείρα και άγονη»
(Γέροντος Πορφυρίου Ανθολόγιο Συμβουλών σελ. 281)