
Μια σκοτεινή νύχτα, έπιασε μια καταιγίδα κάποιον στον δρόμο.
Χτυπάει την πρώτη πόρτα που συναντά.
- Ανοίξτε μου σας παρακαλώ να γλυτώσω από τούτο το κακό.
- Α, δεν μπορώ, λέει μια αυστηρή φωνή από μέσα, εγώ είμαι η «Δικαιοσύνη». Είσαι άξιος της τιμωρίας αυτής. Δικαίως έρχεται στο κεφάλι σου. Εγώ την έστειλα!
Χτυπάει κι άλλη πόρτα παρακεί…
- Άνοιξε μου, λέει, να προφυλαχτώ.
- Εδώ μένει η «Αλήθεια», λέει μια φωνή από μέσα! Ποτέ δεν σου άρεσε η συντροφιά μου. Πώς με θυμήθηκες τώρα;
Κι ο ταλαίπωρος άνθρωπος προχώρησε απελπισμένος.
Χτυπάει τρίτη πόρτα τώρα.
- Άνοιξε μου σε παρακαλώ. Ποιος κάθεται εδώ;
- Το «Έλεος», απαντά μια πρόθυμη φωνή από μέσα και την ίδια στιγμή η πόρτα ανοίγει. Πέρασε μέσα φίλε μου, του λέει, τόσο καιρό σε περίμενα! Φόρεσε αυτά τα καθαρά, καινούργια ρούχα, για σένα τα έχω, ξεκουράσου τώρα!
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟ ΚΑΘΕ ΜΕΤΑΝΟΗΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ!!!
Αλήθεια όμως, εμείς έχουμε μετάνοια, ταπείνωση, εξομολογούμαστε τα λάθη μας, πλησιάζουμε την Θεία Κοινωνία, τον ίδιο τον Θεό για να ζητήσουμε συγχώρεση και προστασία και να ξεκουραστούμε κοντά Του, στην στοργική αγκαλιά Του;
ΠΟΘΟΥΜΕ ΝΑ ΜΠΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΚΗ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΕΝΑ ΜΑΖΙ ΤΟΥ;
Ας ρωτήσουμε τους εαυτούς μας. Εκείνος μας περιμένει…
Στήν ώρα τής διακονίας (εργασίας) μας, ή οτιδήποτε άλλο κάνουμε, αντί νά αργολογήσουμε, αντί νά συζητήσουμε, αντί να πούμε ιστορίες, αντί νά πούμε πνευματικά, καλύτερα είναι νά λέμε τήν “ευχή“. Γιατί μέσα καί στά πνευματικά ακόμη θά υπάρχει καί μία κατάκριση, ένα κουτσομπολιό, μία αργολογία, μία μεμψιμοιρία,, θά υπάρξουν αστεϊσμοί, διάφορα. Όταν μάς έρχεται διάθεσις γιά συζήτηση, όταν μάς πιάνει πλήξη, μάς πιάνει στενοχώρια, νά ξέρετε είναι γιατί δέν κυνηγάμε τήν “ευχή“. Νά τήν κυνηγήσουμε, όπως τήν κυνηγούσαν οί Πατέρες οί άγιοι, όπως τήν κυνήγησαν πνευματικοί άνθρωποι στόν κόσμο καί αισθάνθηκαν τήν Χάρι τού Θεού. Γιορτές καί Κυριακές πού έχουμε περισσότερο χρόνο νά λέμε τήν “ευχή” (Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με), νά τόν εκμεταλευώμαστε τόν χρόνο.
Γερόντισα Μακρίνα – Λόγια Καρδιάς, εκδόσεις Ιεράς Μονής Παναγίας οδηγήτριας Πορταριά Βόλου.
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/06/blog-post_2645.html

Η προσευχή χρειάζεται την αδιαχώριστη παρουσία και συνεργασία της προσοχής. Με την προσοχή η προσευχή γίνεται η αναφαίρετη περιουσία του προσευχομένου προσώπου. Με την προσοχή φέρνει άφθονους καρπούς, χωρίς την προσοχή κάνει αγκάθια και τριβόλια. Οι καρποί της προσευχής περιλαμβάνουν φωτισμό του πνεύματος, συντριβή της καρδιάς, εγρήγορση της ψυχής με την ζωή του Πνεύματος. Τα αγκάθια είναι σημάδι του θανάτου της ψυχής και της φαρισαϊκής αυτοπεποίθησης που πηγάζει από την σκληρότητα της καρδιάς που ικανοποιείται και ενθουσιάζεται με την ποσότητα των προσευχών της και τον χρόνο που σπαταλά για να λέει τις προσευχές.
Η αναπόσπαστη προσοχή, που διατηρεί την προσευχή εντελώς ελεύθερη από περισπασμούς και από άσχετες σκέψεις και εικόνες, είναι ένα δώρο της χάρης του Θεού. Δείχνουμε μια ειλικρινή επιθυμία να δεχτούμε το δώρο της χάρης -το ψυχοσωτήριο δώρο της προσοχής- με το να βιάζουμε τον εαυτό μας να προσεύχεται πάντα με προσοχή. Η τεχνητή προσοχή -όπως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την δική μας αβοήθητη προσοχή χωρίς την βοήθεια της χάρης- περιλαμβάνει το κλείσιμο της ψυχής στα λόγια της προσευχής σύμφωνα με την συμβουλή του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος. Αν το πνεύμα λόγω της απειρίας του στην προσευχή ξεφύγει από το κλείσιμό της στα λόγια, θα πρέπει να ξαναοδηγηθεί πίσω σ’ αυτό. Ο νους στην μεταπτωτική κατάστασή του είναι φυσικά ασταθής και έχει τάση να περιπλανιέται παντού. Αλλά ο Θεός μπορεί να του δώσει σταθερότητα και θα το κάνει αυτό, όταν ο ίδιος αποφασίσει σε αντάλλαγμα για την επιμονή και την υπομονή μας στην άσκηση της προσευχής.
Ιδιαίτερα βοηθητικό στο να διατηρείται η προσοχή στην διάρκεια της προσευχής είναι η εξαιρετικά αργή προφορά των λέξεων της προσευχής. Ας προφέρονται τα λόγια χωρίς βία έτσι ώστε ο νους να μπορεί να μείνει κλεισμένος στα λόγια της προσευχής και να μην ξεγλιστρήσει από το νόημα καμμιά λέξη. Ας λέγονται οι λέξεις με δυνατή φωνή όταν η προσευχή γίνεται κατά μόνας. Αυτό επίσης βοηθά στο να διατηρείται η προσοχή. Είναι ιδιαίτερα εύκολο να διατηρείται η προσοχή στην προσευχή, όταν γίνεται στο ιδιαίτερο δωμάτιο κάποιου και ο καθένας μας πρέπει να εξαναγκάσει τον εαυτό του σ’ αυτό το πράγμα. Αγαπητέ μου αδελφέ μην αρνηθείς το ζυγό κάποιας δόσης μονοτονίας και εξαναγκασμού, για να συνηθίσεις τον εαυτό σου στις πνευματικές ασκήσεις και ιδιαίτερα στον κανόνα της προσευχής σου. Αρμάτωσε τον εαυτό σου έγκαιρα με το παντοδύναμο όπλο της προσευχής. Εξοικειώσου με τον κανόνα της προσευχής, ενόσω έχεις ακόμα την ευκαιρία.
Η προσευχή είναι παντοδύναμη λόγω της παντοδυναμίας του Θεού που δρα μέσα της. Είναι η «μάχαιρα του Πνεύματος, που είναι ο Λόγος του Θεού»,
«Η προσευχή είναι εκ φύσεως η κοινωνία και η ένωση του ανθρώπου και του Θεού, η μητέρα και η κόρη των δακρύων, γέφυρα για να προσπερνούν έτσι οι πειρασμοί, προστατευτικό τείχος από τις θλίψεις, συντριβή της διαμάχης, ενεργητικότητα, χωρίς σύνορα πηγή των αρετών και των πνευματικών δώρων, αόρατη πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του πνεύματος, εκκοπή της απελπισίας, επίδειξη ελπίδος, απελευθέρωση από την λύπη, ο πλούτος του ανθρώπου.
Στην αρχή πρέπει να πιέζουμε τον εαυτό μας να προσεύχεται. Σύντομα η προσευχή αρχίζει να δίνει παρηγοριά και αυτή η παρηγοριά μας εξαναγκάζει και μας ενθαρρύνει στο να βιάζουμε τον εαυτό μας. Αλλά πρέπει να βιάζουμε τον εαυτό μας να προσεύχεται ισόβια και ελάχιστοι είναι πραγματικά οι Χριστιανοί οι οποίοι εξαιτίας της υπερβολικής παρηγοριάς της χάριτος δεν χρειάζεται ποτέ να βιάσουν τον εαυτό τους.
Η προσευχή σκοτώνει τον παλαιό άνθρωπο, τον μη αναγεννημένο εαυτό ή τη φύση μας. Όσο καιρό είναι ζωντανός μέσα μας αντιτίθεται στην προσευχή σαν στο θάνατο. Τα πονηρά πνεύματα, ξέροντας τη δύναμη της προσευχής και του ευεργετικού της αποτελέσματος, προσπαθούν με όλα τα δυνατά μέσα στο να μας αποτρέψουν από αυτήν παρακινώντας μας να χρησιμοποιήσουμε το χρόνο τον ορισμένο για προσευχή για άλλες ασχολίες ή διαφορετικά προσπαθούν να την εξουδετερώσουν και να την βεβηλώσουν με εγκόσμιους περισπασμούς και αμαρτωλή αφηρημάδα και με το να παρουσιάζουν την ώρα της προσευχής ένα αναρίθμητο σμήνος γήινων σκέψεων, αμαρτωλών ονειροπολήσεων και φαντασιώσεων.
Αγίου ᾿Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ.

Η προσευχή της Εκκλησίας έχει τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε και αν ακόμη είμαστε πιο άφωνοι και από τις πέτρες, θα μπορούσε να κάνει τη γλώσσα μας πιο ελαφρά από το φτερό. Διότι, όπως ο ζέφυρος όταν φυσάει στα πανιά του πλοίου το κάνει να τρέχει πιο γρήγορα από το βέλος, έτσι και η προσευχή της Εκκλησίας όταν πέσει στη γλώσσα αυτού που την λέει, κινεί τον λόγο δυνατότερο από τον ζέφυρο.
Πόση τιμή δε έχει το πράγμα, να είναι κάποιος άνθρωπος και να συνομιλεί με το Θεό, όλοι το γνωρίζουν, αλλά να δείξουν με λόγια το μέγεθός της δεν μπορούν οι πολλοί, διότι αυτή η τιμή ξεπερνά και των Αγγέλων τη μεγαλοπρέπεια. Αυτό το γνωρίζουν οι ίδιοι οι Άγγελοι, αφού φαίνονται πως έφερναν τις δεήσεις των Προφητών στο Θεό, τους ύμνους και τις λατρείες στο Δεσπότη με φόβο πολύ, έχοντας και τα πόδια σκεπασμένα από την μεγάλη ευλάβεια. Αλλά αν εκείνοι που πετούν και δεν ησυχάζουν καθόλου δείχνουν το φόβο που έχουν, τούτο μου φαίνεται ότι το κάνουν για να εκπαιδεύουν εμάς στον καιρό της προσευχής να λησμονούμε την ανθρώπινη φύση· και με την προθυμία και τον φόβο που έχουμε, να μη βλέπουμε, ούτε να φανταζόμαστε κανένα πράγμα τούτου του κόσμου, αλλά να μας φαίνεται πως είμαστε μεταξύ των Αγγέλων και προσφέρουμε τη λατρεία που προσφέρουν κι εκείνοι. Διότι όλα τα άλλα, τα δικά μας, είναι πολύ χωρισμένα από τα δικά τους· και η φύση και ο τρόπος ζωής και η σοφία και η φροντίδα και ό,τι άλλο· η προσευχή όμως είναι κοινό έργο των Αγγέλων και των ανθρώπων. Αυτή η προσευχή σε ξεχωρίζει από τα άλογα ζώα, αυτή η προσευχή σε κάνει σύντροφο των Αγγέλων αυτή μπορεί γρήγορα να σε ανεβάσει στη δική τους πολιτεία, στη ζωή, στη δίαιτα, και την τιμή και την συγγένεια, και τη σύνεση και τη σοφία, και να σε κάνει να φροντίζεις όλη σου τη ζωή να βρίσκεσαι σε προσευχές και στη λατρεία του Θεού.
«Ενώ ο Πέτρος» λέει «ήταν στη φυλακή· η εκκλησία προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό γι’ αυτόν» (Πράξ. 12, 5). Ακούτε πώς τους αισθάνονταν τους δασκάλους τους; Δεν επαναστάτησαν, δεν θορυβήθηκαν, αλλά κατέφυγαν στην προσευχή, την πραγματικά άμαχη σύμμαχο… Άρα τίποτε δεν είναι καλύτερο από την μέτρια θλίψη. Ανυμνούσαν το Θεό με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, αγόρια, κορίτσια, και είχαν γίνει με την θλίψη πιο καθαροί από τον ουρανό. Ενώ τώρα, αν δούμε μικρό κίνδυνο, πέφτουμε σε αδράνεια. Τίποτε δεν ήταν λαμπρότερο από εκείνη την Εκκλησία. Ας τους μιμηθούμε αυτούς, ας τους ζηλέψουμε. Η νύκτα δεν έγινε για να κοιμόμαστε συνεχώς και να βρισκόμαστε σε αργία. Κι αυτό το μαρτυρούν οι χειροτέχνες, οι αμαξηλάτες, οι έμποροι, η Εκκλησία του Θεού, που ξυπνά μέσα στη νύκτα. Σήκω και συ και κοίταξε το χορό των άστρων, την βαθιά σιγή, την πολλή ησυχία. Τότε η ψυχή είναι καθαρότερη· είναι πιο ελαφρά και πιο λεπτή, πετά πιο ελεύθερη· αυτό το σκοτάδι, η σιγή η πολλή, είναι ικανά να προκαλέσουν κατάνυξη. Κι αν δεις τον ουρανό και τα στίγματα των άστρων σαν να είναι άπειρα μάτια, θα αισθανθείς κάθε γλυκύτητα, φέρνοντας αμέσως στον νου σου τον Δημιουργό. Αν σκεφτείς ότι αυτοί που στη διάρκεια της ημέρας κραυγάζουν, γελούν, σκιρτούν, πηδούν, πλεονεκτούν, απειλούν ότι θα προκαλέσουν χιλιάδες κακά, αυτοί τώρα δεν διαφέρουν σε τίποτε από τους νεκρούς, θα κατηγορήσεις όλη την ανθρώπινη αυθάδεια. Ήρθε ο ύπνος να ελέγξει τη φύση· είναι εικόνα του θανάτου, εικόνα της συντέλειας. Αν σκύψεις στο στενό, δεν θα ακούσεις φωνή· αν δεις στο σπίτι, θα τους δεις όλους ξαπλωμένους κάτω, σαν σε τάφο. Όλα αυτά είναι αρκετά για να διεγείρουν τη ψυχή και να της προκαλέσουν την έννοια της συντέλειας. Γονάτισε, στέναξε, παρακάλεσε τον Κύριό σου να δείξει ευσπλαχνία· κάμπτεται ευκολότερα στις νυκτερινές προσευχές, όταν συ κάνεις την ώρα της αναπαύσεως ώρα θρήνων. Θυμήσου τον Βασιλέα Δαυίδ τί έλεγε: «κουράστηκα από το στεναγμό μου, κάθε νύχτα λούζω το κρεβάτι μου, και βρέχω το στρώμα μου με τα δάκρυα μου» (Ψαλμ. 6, 6). Όσο και να ζεις μέσα στις ανέσεις, πάντως όχι περισσότερο από εκείνον, όσο και να είσαι πλούσιος, δεν είσαι πλουσιότερος από τον Δαυίδ. Και πάλι ο ίδιος λέγει: «τα μεσάνυκτα σηκωνόμουν…» (Ψαλμ. 118, 62). Τότε ούτε η κενοδοξία μας ενοχλεί διότι πώς να μας ενοχλήσει, όταν όλοι κοιμούνται και δεν βλέπουν; Τότε δεν μας επιτίθεται η ραθυμία και το χασμουρητό· πώς να μας επιτεθεί, όταν η ψυχή έχει τόσες αφορμές να διεγείρεται;
Μετά δε από τέτοιες αγρυπνίες και ο ύπνος είναι γλυκός και αποκαλύψεις θαυμαστές συμβαίνουν. Όπου είναι ο Χριστός στη μέση, εκεί υπάρχει και πλήθος πολύ· όπου είναι ο Χριστός, απαραιτήτως βρίσκονται και Άγγελοι και Αρχάγγελοι κι άλλες νοερές Δυνάμεις. Άρα δεν είσθε μόνοι, αφού έχετε τον Κύριο των όλων.
Αλλά κουράσθηκα, λέει, την ημέρα πολύ και δεν μπορώ. Αυτά είναι δικαιολογίες και προφάσεις, επειδή όσο και να κουρασθείς δεν θα κοπιάσεις όσο ο σιδηρουργός, που κτυπά τόσο βαρύ σφυρί από πολύ ψηλά πάνω στα πυρωμένα σίδερα και δέχεται όλη την κάπνα στο σώμα του, κι όμως το μεγαλύτερο μέρος της νύκτας το καταναλώνει έτσι. Κάνε λοιπόν και συ πνευματικό σιδηρουργείο που θα κατασκευάσει όχι χύτρες και καζάνια, αλλά τη ψυχή σου, που είναι πολύ πιο πολύτιμη από τον σιδηρουργό και τον χρυσοχόο. Αυτήν που πάλιωσε από τις αμαρτίες, βάλε την μέσα στο χωνευτήρι της εξομολογήσεως· κτύπησε το βαρύ σφυρί από πολύ ψηλά, δηλαδή τους λόγους της κατακρίσεως του εαυτού σου· άναψε τη φωτιά του Πνεύματος. Έχεις πολύ μεγαλύτερη τέχνη. Δεν συναρμολογείς σκεύη χρυσά, αλλά την πολυτιμότερη απ’ όλα τα χρυσάφια ψυχή.
Άναψε τη ψυχή με τη προσευχή. Πίστεψέ με, δεν έχει τόσο την ικανότητα να καθαρίζει τη σκουριά η φωτιά, όσο η νυχτερινή προσευχή τη σκουριά των αμαρτιών μας. Ας ντραπούμε, αν όχι κανέναν άλλον, τους νυκτερινούς φύλακες. Εκείνοι περιέρχονται τους δρόμους για τον ανθρώπινο νόμο, φωνάζοντας δυνατά μέσα στην παγωνιά και περπατώντας μέσα από τα στενά, και πολλές φορές βρέχονται και παγώνουν για σένα και την σωτηρία σου και για τη φύλαξη των χρημάτων σου. Εκείνος για τα χρήματα σου παίρνει τόσα προνοητικά μέτρα, ενώ εσύ ούτε για τη δική σου ψυχή; Και μάλιστα εγώ δεν σε αναγκάζω να περιφέρεσαι έξω στο ύπαιθρο όπως εκείνος, ούτε να πιέζεσαι φωνάζοντας δυνατά, αλλά μένοντας μέσα σ’ έναν απόμερο χώρο, στο ίδιο το δωμάτιο σου, γονάτισε, παρακάλεσε τον Δεσπότη. Γιατί αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης διανυκτέρευσε πάνω στο όρος των Ελαιών; Όχι για να γίνει πρότυπο για μας; Τότε αναπνέουν τα φυτά, τη νύχτα εννοώ· τότε και η ψυχή, ακόμη περισσότερο απ’ αυτά, δέχεται τη δροσιά Αυτά τα οποία ο ήλιος της ημέρας τα ξήρανε, αυτά τη νύχτα δροσίζονται. Αποτελεσματικότερα από κάθε δροσιά είναι τα δάκρυα που χύνονται εναντίον των επιθυμιών και κάθε φλογώσεως και καύσωνα και δεν αφήνουν να πάθουμε κανένα κακό.
Αν δεν απολαύσει (η ψυχή) αυτή τη δροσιά, την ημέρα θα ξεραθεί εντελώς. Αλλά όχι, να μη συμβεί κανένας από μας να τροφοδοτήσει εκείνη τη φωτιά, αλλά αφού δροσιστούμε και απολαύσουμε τη φιλανθρωπία του Θεού, έτσι όλοι να ελευθερωθούμε από το φορτίο των αμαρτιών μας με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Μετά τη νηστεία το ψωμί είναι γλυκό.
Κάποιος Κωνσταντίνος, άνθρωπος πάρα πολύ ευλαβής, κατοικούσε στην πόλη Αγκώνα της Ιταλίας και υπηρετούσε στο ναό του αγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Κάποτε που τελείωσε το λάδι και επειδή δεν είχε με τι να ανάψει τα κανδήλια, τα γέμισε με νερό, έβαλε το συνηθισμένο φυτίλι στο καθένα απ’ αυτά και τα άναψε σαν να είχαν λάδι. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, ενώ έκανε τέτοια θαύματα, ακούστε τι ταπείνωση είχε. Επειδή η φήμη του είχε διαδοθεί σε όλες τις γύρω περιοχές από πολλά θαύματα που έκανε μέσω αυτού ο Άγιος Θεός, πήγαιναν πολλοί για να τον δουν και να πάρουν κάτι από τη Χάρη που είχε η παρουσία του. Κάποια φορά πήγε και ένας γεωργός από μέρος μακρινό για να τον δει. Έτυχε ο Άγιος να είναι ανεβασμένος πάνω σ’ ένα σκαμνί ξύλινο και να ετοιμάζει τα κανδήλια για να τα ανάψει. Ήταν μάλιστα πολύ κοντός στο ανάστημα, με αδύνατο σώμα και άσχημο πρόσωπο. Ο γεωργός λοιπόν ζητούσε επίμονα να του δείξουν ποιός είναι ο ευλαβέστατος άνθρωπος Κωνσταντίνος. Οι παρευρισκόμενοι του έδειξαν τον άνθρωπο εκείνον που ήταν πάνω στο σκαμνί. Ο γεωργός τότε, επειδή έκρινε την αγιότητα του ανθρώπου από την κατασκευή του σώματος, μόλις τον είδε τόσο κοντό και αδύνατο, σκέφθηκε μήπως δεν είναι αυτός για τον οποίο είχε ακούσει ότι κάνει θαύματα και είναι μεγάλος και σπουδαίος. Όταν όμως έμαθε από τους παρευρισκομένους ότι αυτός πραγματικά είναι ο ευλαβής Κωνσταντίνος, τον σιχάθηκε από το σχήμα και τη σωματική του κατασκευή και είπε ειρωνικά: Εγώ περίμενα να δω άνθρωπο. Αυτός όμως δεν έχει καμιά ομοιότητα με άνθρωπο. Μόλις άκουσε τα λόγια αυτά ο άνθρωπος αυτός του Θεού, άφησε τα κονδύλια, έτρεξε γρήγορα, τον αγκάλιασε και του είπε: – Αδελφέ, σου χρωστώ μεγάλη χάρη. Μόνο εσύ έχεις ανοικτά τα μάτια σου. Μόνο εσύ κατάλαβες ποιός πραγματικά είμαι!
Από το Ευεργετινό

Κάποτε ένας θεοσεβής ιερεύς, λειτουργούσε του Αγίου Δημητρίου, τον οποίον ευλαβείτο πολύ, λόγω του ότι ήτο μεσοβδόμαδα, οι χριστιανοί στο ναό ήσαν λίγοι. Η λειτουργία προχώρησε και έφθασε η στιγμή του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων. «Τα σά εκ των Σών», έσκυψε βαθιά βαθιά και διάβασε την ευχή, «έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν». Ανορθώθηκε και είπε «και ποίησον τον μεν άρτον τούτον», «τω δε εν τω ποτηρίω τούτο μεταβαλλών» και τα λοιπά, αμήν, αμήν, αμήν, για να μην λέμε όλες τις λέξεις ... Και μια φοβερή άστραπή ήλθε απ' το πουθενά, απ' τον ουρανό ... δεν ξέρει. Απ' την κόχη του Αγίου Βήματος ... δεν ξέρει. Απ' τον τρούλο του ναού; .. τον Παντοκράτορα, τον Κύριο.. δεν ξέρει, δεν κατάλαβε.
Εκείνο που είδε και ένοιωσε είναι ότι η αστραπή ήλθε και κτύπησε πάνω στην Αγία Τράπεζα, χράπ.. και την χώρισε στα δύο, χωρίς να αγγίξει τα Τίμια Δώρα. Και κείνος έμεινε βουβός και άφωνος. Γεμάτος έκπληξη και δέος και φόβο, ιερό φόβο, και τότε τα πάντα περιελούσθησαν από τον ανέσπερον, τον άδυτον ήλιον της Τρισηλίου Θεότητος. Πρωτόγνωρα αισθήματα τον κατέλαβαν, δεν μπορούσε ο καημένος να μου τα περιγράψει. Ήτο εκστατικός για αρκετά λεπτά και άφωνος και ακίνητος. Τι είδους ουράνια αστραπή ήταν αυτή; Και τι ήθελε να δηλώσει, τι να σφραγίσει, τι να επιβεβαιώσει; Και τότε αυθόρμητα, παρά τη βουβαμάρα του, φώναξε από μέσα του, από μέσα του, όμως, από μέσα του βγήκε η δυνατή κραυγή χωρίς να ακουστεί προς τα έξω. «Κύριε είσαι ο αληθινός Θεός, ο Σωτήρας του κόσμου». «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν», ξανάλεγε και ξανάλεγε ο ιεροψάλτης αλλά, που να συνέλθει ο ευλογημένος εκείνος παππούλης. Τελικά ο μπάρμπα Γιώργος ο ψάλτης μπήκε στο ιερό να δει τι γίνεται. Και με το «έ παπά», που του είπε, «τι θα γίνει με σένα, ακόμα να συνέλθεις», «τι έπαθες, είσαι καλά;» όλα επανήλθαν στη φυσικότητά τους. Με τις φωνές του ψάλτου συνήλθε ο ιερεύς, σηκώθηκε, πήρε το θυμιατό μόνος του, έβαλε θυμίαμα και, τρεμάμενος, είπε «Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου, Υπερευλογημένης» και τα λοιπά.
Μετά απ' αυτό το συνταρακτικό γεγονός για λίγον καιρό, πριν απ' τον καθαγιασμόν των Τιμίων Δώρων, αν δεν είχε κάποιο παιδάκι μέσ' στο Άγιον Βήμα, έβγαινε στην Ωραία Πύλη και φώναζε «Ε, μπάρμπα Γιώργο, έλα δω, έλα μεσ' στο Ιερό, κάτσε εδώ στην Αγία Τράπεζα, δίπλα και γονάτισε». «Μπάρμπα Νίκο, μπάρμπα Κώστα, μπάρμπα Γιάννη...», τους φώναζε λοιπόν έναν έναν. Του είχε δημιουργηθεί, τρόπον τινά, όπως το διεπίστωσε και ο ίδιος, ένας ιερό φόβος, μη τυχόν ξανασυμβούν τα ίδια φοβερά πράγματα τα οποία, ως άνθρωπος χωμάτινος και αμαρτωλός, δεν μπορούσε πλέον να αντέξει.
Απομαγνητοφωνημένα κηρύγματα του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

«Και ο Κύριος έγινε καταφύγιο για τον φτωχό, βοηθός στην κατάλληλη στιγμή των θλίψεων» (Ψαλμ. 9, 10).
Αυτός, λέγει ο Προφήτης Δαυίδ, με ασφάλισε, διότι τίποτε δεν είναι ίσο με αυτό το καταφύγιο, τόσο εύκολο και τόσο ασφαλές. Επειδή τα άλλα καταφύγια είναι δυνατόν να τα επιβουλευτούν και δεν μπορεί κανείς να τα βρει γρήγορα και έτοιμα, αλλά εμποδίζονται και από τον τόπο, και από τον χρόνο και από χιλιάδες άλλους παράγοντες, ενώ αυτήν πάντα την βρίσκεις κοντά σου, εάν μόνον την επιζητήσεις με σωστό τρόπο. Διότι «τότε θα φωνάξεις και ο Θεός θα σε ακούσει, και ενώ εσύ ακόμα μιλάς θα σου πει, να εγώ είμαι κοντά σου» (Ήσ. 58, 9). Και «εγώ ο Θεός που είμαι κοντά σου και όχι Θεός απόμακρος» (Ιερ. 23, 23)· δεν χρειάζεται λοιπόν να διανύσουμε απόσταση, ούτε να πάμε σε άλλους τόπους, αλλά μπορούμε αυτό το καταφύγιο να το βρούμε και στο σπίτι μας.
Η προσευχή είναι το τείχος των πιστών, το όπλο μας το ακατανίκητο, η προσευχή είναι μέσον της καθάρσεως της ψυχής μας, η προσευχή είναι η απολύτρωση των αμαρτημάτων μας, η προσευχή είναι η προϋπόθεση κάθε καλού. Διότι η προσευχή δεν είναι τίποτε άλλο παρά διάλογος με το Θεό και συνομιλία με το Θεό. Ποιός λοιπόν θα μπορούσε να είναι πιο ευτυχισμένος από αυτόν που αξιώθηκε να ομιλεί συνεχώς στον Δεσπότη;
Είναι μεγάλο όπλο η προσευχή, εάν γίνεται με κατάλληλη διάθεση. Είναι μεγάλο όπλο η προσευχή, μεγάλη ασφάλεια, μεγάλος θησαυρός, μεγάλο λιμάνι, περιοχή απαραβίαστη. Μεγάλο αγαθό η προσευχή. Διότι εάν κάποιος συζητώντας με κάποιον ενάρετο άνθρωπο, παίρνει όχι μικρή ωφέλεια απ’ αυτόν, εκείνος που αξιώθηκε να κάνει διάλογο με το Θεό, πόσα αγαθά δεν θα απολαύσει; Επειδή η προσευχή είναι διάλογος με το Θεό.
Δεν υπάρχει τίποτε δυνατότερο ούτε ίσο με την προσευχή… Καμία σχέση δεν έχει με αυτή τη ζωή κατά την διάρκεια της προσευχής αυτός που προσεύχεται σωστά· ακόμη και αν βράζει μέσα του ο θυμός, εύκολα υποχωρεί, και αν ανάβει η επιθυμία, σβήνει, και αν τον λιώνει ο φθόνος, διώχνεται με πολλή ευκολία…
Όπως ακριβώς όταν φανούν οι ακτίνες του ηλίου, φεύγουν όλα τα θηρία και κρύβονται στις φωλιές τους, έτσι και όταν η προσευχή βγει σαν ακτίνα από το στόμα και την γλώσσα μας, φωτίζεται ο νους, και όλα τα άλογα και άγρια πάθη φεύγουν δραπετεύοντας και κρύβονται στις φωλιές τους, μόνο όμως όταν προσευχόμαστε σωστά, με ψυχή άγρυπνη και νου προσεκτικό.
Αυτός που μπορεί να προσεύχεται με αφοσίωση, έστω και αν είναι πολύ πτωχός, είναι όμως ο πλουσιότερος από όλους· όπως ακριβώς πάλι αυτός που έχει στερηθεί την προσευχή, έστω και αν κάθεται στον βασιλικό θρόνο, είναι πτωχότερος από όλους.
Βασιλέας δεν ήταν ο Αχαάβ και είχε άφθονα πλούτη; Επειδή όμως στερείτο την προσευχή, έψαχνε να βρει τον Προφήτη Ηλία για να τον βοηθήσει, έναν άνθρωπο που δεν είχε σπίτι, ούτε ρούχα, παρά μόνο μια προβιά. Πώς γίνεται συ, με τόσες αποθήκες γεμάτες από αγαθά, να ζητείς αυτόν που δεν έχει τίποτε; Τί να τις κάνω τις αποθήκες, λέγει, αφού αυτός με την προσευχή του έκλεισε τον ουρανό και όλα όσα έχω μου τα αχρήστευσε; Βλέπεις ότι ο Ηλίας ήταν πλουσιότερος από τον βασιλέα;
Και όσο αυτός σιωπούσε και δεν προσευχόταν να βρέξει, εκείνος με όλα του τα στρατεύματα βρισκόταν σε μεγάλη πτώχεια. Τί θαυμαστό πράγμα! Δεν είχε ενδύματα ο Ηλίας να φορέσει και έκλεισε τον ουρανό. Και γι’ αυτό τον έκλεισε, επειδή ήταν ρακένδυτος. Επειδή δεν είχε τίποτε, γι’ αυτό έγινε τόσο δυνατός· και μόλις κίνησε τα χείλη του σε προσευχή, έκανε να πέσουν με τη βροχή από τον ουρανό άφθονοι θησαυροί. Ω, στόμα που χωρά μέσα του πηγές υδάτων! Ω, γλώσσα από την οποία ξεχύνονται βροχές! Ω, φωνή από την οποία έρχονται αναρίθμητα αγαθά!
Τίποτε δεν είναι πιο δυνατό από τον άνθρωπο που προσεύχεται γνήσια. Η προσευχή είναι φωτιά και μάλιστα όταν αναπέμπεται από προσεκτική και άγρυπνη ψυχή. Δεν είναι μικρός σύνδεσμος του ανθρώπου με το Θεό η προσευχή, αφού μας συνηθίζει να μιλούμε μαζί Του και μας οδηγεί στην φιλοσοφημένη ζωή.
Εάν με το να ανακοινώσει κάποιος τις συμφορές του σε ανθρώπους και διηγηθεί τα βάσανά του αισθάνεται κάποια παρηγοριά, διότι ανακουφίζεται με όσα λέγει, πολύ περισσότερο θα ειρηνεύσεις και θα παρηγορηθείς αν ανακοινώσεις στον Κύριό σου με την προσευχή τα παθήματα της ψυχής σου. Και οι μεν άνθρωποι βαριούνται πολλές φορές αυτόν που θρηνεί και οδύρεται προς αυτούς και τον απομακρύνουν, ο Θεός όμως ποτέ δεν το κάνει αυτό, αλλά αντίθετα τον πλησιάζει και τον προσελκύει. Και όλη την ημέρα αν διηγείσαι τις συμφορές σου, περισσότερο σε αγαπά και σε ακούει. Ο Θεός συνηθίζει πάντοτε να ξεπερνά και να προλαβαίνει τα αιτήματά μας.
Όπως μία πόλη ατείχιστη εύκολα καταλαμβάνεται από τους εχθρούς, επειδή δεν τους εμποδίζει κανείς, έτσι και μία ψυχή που δεν είναι περιφραγμένη με προσευχές και με δεήσεις εύκολα την υποτάσσει ο διάβολος και την κάνει δεκτική κάθε αμαρτίας και κακώσεως.
Αν στερήσεις τον εαυτό σου από την προσευχή, είναι σαν να έβγαλες το ψάρι από τη θάλασσα– διότι όπως το ψάρι ζει με το νερό, έτσι και συ ζεις με την προσευχή· και όπως εκείνο πλέει, εύκολα επάνω στο νερό, και πηγαίνει όπου θέλει, έτσι και συ με την προσευχή θα περάσεις τους ουρανούς και θα πλησιάσεις το Θεό.
Όπως το χρυσάφι και οι πολύτιμοι και ωραίοι λίθοι και τα μάρμαρα κοσμούν τα σπίτια των βασιλέων, έτσι και η προσευχή κοσμεί τον άνθρωπο και τον κάνει κατοικία του Χριστού.
«Κάμπτω», λέει, «τα γόνατά μου προς τον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού… για να κατοικήσει το Χριστός με την πίστη στις καρδιές μας…» (Εφεσ. 3. 14, 17). Πώς και με τί μπορείς να εγκωμιάσεις την προσευχή, η οποία σε κάνει ναό και κατοικία του Θεού; Εκείνος τον οποίο δεν χωρούν οι ουρανοί, έρχεται και μπαίνει στη ψυχή εκείνου που ζει με προσευχές.
Όμως πρέπει κι εμείς να ακούσουμε τα λόγια και τις παραγγελίες του Θεού και πάντοτε να προσπαθούμε να πολιτευόμαστε με ύμνους και προσευχές και περισσότερο να έχουμε το νου και το σώμα μας προσηλωμένα στη λατρεία και δοξολογία του Θεού παρά στις βιοτικές μέριμνες, διότι ζώντας έτσι θα ζούμε όπως πραγματικά πρέπει να ζουν οι άνθρωποι. Επειδή όποιος δεν προσεύχεται στο Θεό, ούτε επιθυμεί να συνομιλεί συχνά μαζί Του, αυτός είναι νεκρός και άψυχος και βρίσκεται μέσα στην αγνωσίαδιότι πρώτο σημάδι της αγνωσίας είναι το να μη γνωρίζει κάποιος το μεγαλείο της τιμής που του γίνεται, να μην αγαπά την προσευχή και να μην καταλαβαίνει πως όταν δεν προσεύχεται είναι νεκρός. Διότι όπως το σώμα μας χωρίς ψυχή είναι νεκρό και βγάζει δυσωδία, έτσι και η ψυχή που δεν προσεύχεται είναι νεκρή και άθλια και ακάθαρτη.
Αυτό μας το διδάσκει και ο Προφήτης Δανιήλ, ο οποίος προτίμησε να πεθάνει παρά να στερηθεί τρεις ημέρες την προσευχή· επειδή ο βασιλέας των Βαβυλωνίων δεν τον πρόσταξε να ασεβήσει, αλλά μόνο για τρεις ημέρες να μην κάνει την προσευχή του. Αλλά ο Προφήτης δεν δέχθηκε να στερηθεί την προσευχή, γι’ αυτό και δεν στερήθηκε και την βοήθεια του Θεού.
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου