Showing posts with label Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης. Show all posts
Showing posts with label Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης. Show all posts

Thursday, May 31, 2018

Σκεφθείτε λοιπόν τι αξία έχει να σας μνημονεύσουν στην Αγία Πρόθεση... ( Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης )



Έλεγε ο Γέροντας:
Όταν ο Ιερέας βγάζει μερίδες και μνημονεύει τα ονόματα των πιστών στην Ιερά Πρόθεση κατεβαίνει Άγγελος Κυρίου και παίρνει την μνημόνευση αυτή και την πηγαίνει και την εναποθέτει στο Θρόνο του Δεσπότου Χριστού ως προσευχή γι` αυτούς που μνημονεύθηκαν.
Σκεφθείτε λοιπόν τι αξία έχει να σας μνημονεύσουν στην Αγία Πρόθεση.
Κάποια φορά είχα ξεχάσει να μνημονεύσω στους κεκοιμημένους τη μητέρα μου, που ήταν Αγία γυναίκα.
Όταν τελείωσα την Θεία Λειτουργία, και πήγα στο κελλάκι μου, Εκεί που καθόμουν, ήλθε η ψυχή το πνεύμα της μητέρα μου και μου είπε με παράπονο.
Πάτερ Ιάκωβε δε με μνημόνευσες σήμερα.
Πως μητέρα δεν σε μνημόνευσα.
Κάθε μέρα σας μνημονεύω και μάλιστα την καλύτερη μερίδα σας βγάζω τις είπα.
Όχι παιδί μου, σήμερα με ξέχασες και η ψυχή μου δεν αναπαύεται τόσο όσο τις άλλες μέρες που με μνημονεύεις, μου απάντησε.
Σκεφθείτε τι μεγάλος κέρδος και ωφέλεια δέχεται η ψυχή όταν τη μνημονεύει ο ιερέας.
Είδα και την ψυχή του πατέρα μου, έλεγε ο Γέροντας, να κάθεται έξω από ένα απλό σπιτάκι σαν κελλάκι και του λέω.
Πατέρα μου, εσύ που ήσουν και χτίστης, δεν έχτιζες ένα μεγαλύτερο σπίτι να μένεις άνετα, αλλά κάθεσαι σε ένα τέτοιο σπιτάκι;
Τότε τι μου λέει.
Παιδί μου, εσύ με τις προσευχές σου και τις ελεημοσύνες σου μου έκτισες το σπιτάκι αυτό και το έχω και μένω.
Ένα πνευματικό του παιδί λέει στον Γέροντα. Πήγαμε στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω.
Κι ο γέροντας εντελώς φυσικά του λέει.
Παιδί μου, ο Άγιος Διονύσιος ήταν εδώ πριν λίγες ημέρες και συλλειτουργήσαμε!!
 
Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης

Monday, January 15, 2018

Τι είναι προτιμότερο τα μνημόσυνα ή οι φιλανθρωπίες; ( Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης )

–Τά σα­ραν­τα­λε­ί­τουρ­γα παι­διά μου έ­χου­νε με­γά­λη α­ξί­α για τις ψυ­χές των αν­θρώ­πων. Για το­ύς ζών­τες και το­ύς τε­θνε­ώ­τας.



Άν εί­χα­τε α­κο­ύ­σει, πρό ε­τών, έ­να κα­ρά­βι που βυ­θί­στη­κε ε­δώ στην Κρή­τη το »Ηράκλειο»… Λοι­πόν, μί­α γυ­ναί­κα με πή­ρε. Πή­ρε τη­λέ­φω­νο, και λέ­ει:


-Πάτερ, οι συγ­γε­νείς μας πνί­γη­καν στο κα­ρά­βι».

–Τήν ρώτησα: Δεν θα κά­νης μνη­μό­συ­νο στον άν­δρα σου, στους συγ­γε­νείς σας;


–Μπά… δεν χρει­ά­ζον­ται τα μνη­μό­συ­να, λέ­ει. Ε­γώ έ­δω­σα 5.000 στο Ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο της Χαλ­κί­δος. Το ί­διο εί­ναι. Πάτερ μου, ε­σύ τι λές γι᾿ αυ­τό;

–Λέω, ά­κου­σε παι­δί μου να σου πώ, ε­φό­σον με ρω­τά­τε. Άλ­λο, παι­δί μου, η προ­σευ­χή και άλ­λο η ε­λε­η­μο­σύ­νη. Άλ­λο, με συγ­χω­ρεί­τε, η προ­σευ­χή που κά­νου­με με το μνη­μό­συ­νο. Δι­ό­τι, έ­τσι τα βρή­κα­με. Έ­τσι εί­ναι. Και α­πό το­ύς Α­πο­στο­λι­κο­ύς χρό­νους, αλ­λά, και α­πό τις η­μέ­ρες που ή­ταν ο Μωυσής, ο Προ­φή­της της Π. Δι­α­θή­κης. Ό­ταν α­πέ­θα­νε, λέ­ει, δί­ναν ε­λε­η­μο­σύ­νες και κά­ναν μνη­μό­συ­να… και αυ­τά δί­ναν τό­τε. Για την ψυ­χή του Μω­υ­σή και το­ύς Α­γί­ους της Εκ­κλη­σί­ας μας. Αυ­τά παι­διά μου, εί­ναι εξ α­μνη­μο­νε­ύ­των χρό­νων. Εί­ναι αι­ώ­νες ο­λό­κλη­ροι, δεν μπο­ρεί κά­ποι­ος να κόψη αυ­τά τα πράγ­μα­τα.


Γι᾿ αυ­τό της εί­πα και ᾿γώ έ­τσι. Και η ε­λε­η­μο­σύ­νη πι­ά­νει την ψυ­χή του αν­θρώ­που. Αλ­λά, άλ­λο το μνη­μό­συ­νο, η προ­σευ­χή. Δι­ό­τι βγά­ζουν με­ρί­δα στην Α­γί­α Πρό­θε­ση και τις με­ρί­δες αυ­τές τις μεταφέρουν Άγγελοι στον ουρανό.


–Εμείς εδώ ση­κω­νό­μα­στε τη νύ­χτα για να μνη­μο­νε­ύ­σου­με αυ­τά τα ο­νό­μα­τα. Έχου­με χι­λι­ά­δες ο­νό­μα­τα, πε­ρί­που 20-30 χι­λι­ά­δες ο­νό­μα­τα. Εί­ναι ευ­ερ­γέ­ται του Μο­να­στη­ριού πρίν 38 χρό­νια που ήρ­θα στο Μο­να­στή­ρι. Άλ­λος με έ­δω­σε αυ­τό το πο­τη­ρά­κι, άλ­λος αυ­τό το φλυ­τζα­νά­κι, αυ­τό το νάυλον, άλ­λος τη λάμ­πα, άλ­λος μία ει­κο­νί­τσα, άλ­λος έ­να κα­δρά­κι, άλ­λος ε­κεί­νον τον μπου­φέ, άλ­λος έ­να ρο­λό­ϊ, και έ­χω τα ο­νό­μα­τά τους α­πό το 1952 που χει­ρο­το­νή­θη­κα ι­ε­ρέ­ας του Υ­ψί­στου και τα μνη­μο­νε­ύ­ω. Αυ­τοί φύ­γαν απ᾿ τη ζωή, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι.


Τά σα­ραν­τα­λε­ί­τουρ­γα παι­διά μου βοηθούν πολύ. Έχει με­γά­λη α­ξί­α η με­ρί­δα που μοι­ρά­ζει ο ι­ε­ρέ­ας και δι­α­βά­ζου­με αυ­τά τα ο­νό­μα­τα. Τα πα­ίρ­νει κά­θε πρωΐ Άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου, δι­ό­τι την ώ­ρα που αρ­χί­ζει η προ­σκο­μι­δή κα­τε­βα­ί­νουν Άγ­γε­λοι Κυ­ρί­ου. Ο ά­γιος Ι­ω­άν­νης ο Χρυ­σό­στο­μος έ­βλε­πε την ώρα που άρ­χι­ζε η προ­σκο­μι­δή, απ᾿ τη σκε­πή α­πά­νω της Εκ­κλη­σί­ας, να πε­τά­νε λευ­κο­φό­ρα παλ­λη­κά­ρια, Άγ­γε­λοι Κυ­ρί­ου. Και σε κά­θε Χρι­στια­νό στε­κό­ταν Άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου, ο φύ­λα­κας του αν­θρώ­που, της ζω­ής του. Και μέ­σα το Ι­ε­ρό γε­μά­το Άγ­γε­λοι και έ­παιρ­ναν την α­να­φο­ρά αυ­τή, την πά­νε στον θρό­νο του Θε­ού. Έ­τσι παι­διά μου εί­ναι αυ­τά, για­τί »εν τώ Ά­δη ουκ έ­στι με­τά­­νοια», τα ᾿λε­γε έ­νας Πα­τρι­άρ­χης.


Πρέ­πει να εί­μα­στε ό­λοι ά­γιοι, έ­λα ό­μως που εί­μα­στε και άν­θρω­ποι. Ε­μείς έ­χου­με α­νάγ­κη α­πό την Εκ­κλη­σί­α, δι­ό­τι ο ι­ε­ρέ­ας εί­ναι α­νώ­τε­ρος και α­πό τον Βα­σι­λέ­α.


Πηγή: Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη, Απομαγνητοφωνημένη συζήτηση. Επιμέλεια:  fdathanasiou.wordpress.com